Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2012

Ήταν άνθρωπος…



Με την πρώτη ματιά έβλεπε κανείς απλώς μια γριούλα. Έσερνε τα βήματά της στο χιόνι, μόνη, παρατημένη, με σκυμμένο κεφάλι. Όσοι περνούσαν από το πεζοδρόμιο της πόλης αποτραβούσαν το βλέμμα τους, για να μη θυμηθούν ότι τα βάσανα και οι πόνοι δε σταματούν όταν γιορτάζουμε Χριστούγεννα. Ένα νέο ζευγάρι μιλούσε και γελούσε με τα χέρια γεμάτα από ψώνια και δώρα και δεν πρόσεξαν τη γριούλα. Μια μητέρα με δυο παιδιά βιάζονταν να πάνε στο σπίτι της γιαγιάς. Δεν έδωσαν προσοχή. Ένας παπάς είχε το νου του σε ουράνια θέματα και δεν την πρόσεξε.
Αν πρόσεχαν όλοι αυτοί, θα έβλεπαν ότι η γριά δε φορούσε παπούτσια. Περπατούσε ξυπόλητη στον πάγο και το χιόνι. Με τα δυο της χέρια η γριούλα μάζεψε το χωρίς κουμπιά παλτό της στο λαιμό. Φορούσε ένα χρωματιστό φουλάρι στο κεφάλι· σταμάτησε στη στάση σκυφτή και περίμενε το λεωφορείο. Ένας κύριος που κρατούσε μια σοβαρή τσάντα περίμενε κι αυτός στη στάση, αλλά κρατούσε μια απόσταση. Μια κοπέλα περίμενε κι αυτή, κοίταξε πολλές φορές τα πόδια της γριούλας, δε μίλησε.
Ήρθε το λεωφορείο και η γριούλα ανέβηκε αργά και με δυσκολία. Κάθισε στο πλαϊνό κάθισμα, αμέσως πίσω από τον οδηγό. Ο κύριος και η κοπέλα πήγαν βιαστικά προς τα πίσω καθίσματα.
Ο άντρας που καθόταν δίπλα στη γριούλα στριφογύριζε στο κάθισμα κι έπαιζε με τα δάχτυλά του. «Γεροντική άνοια», σκέφτηκε.
Ο οδηγός είδε τα γυμνά πόδια και σκέφτηκε: «Αυτή η γειτονιά βυθίζεται όλο και πιο πολύ στη φτώχεια. Καλύτερα να με βάλουν στην άλλη γραμμή, της λεωφόρου».
Ένα αγοράκι έδειξε τη γριά. «Κοίταξε, μαμά, αυτή η γριούλα είναι ξυπόλυτη». Η μαμά ταράχτηκε και του χτύπησε το χέρι. «Μη δείχνεις τους ανθρώπους, Αντρέα! Δεν είναι ευγενικό να δείχνεις». «Αυτή θα έχει μεγάλα παιδιά», είπε μια κυρία που φορούσε γούνα. «Τα παιδιά της πρέπει να ντρέπονται». Αισθάνθηκε ανώτερη, αφού αυτή φρόντισε τη μητέρα της.
Μια δασκάλα στη μέση του λεωφορείου στερέωσε τα δώρα που είχε στα πόδια της. «Δεν πληρώνουμε αρκετούς φόρους, για να αντιμετωπίζονται καταστάσεις σαν αυτές;» είπε σε μια φίλη της που ήταν δίπλα της. «Φταίνε οι δεξιοί», απάντησε η φίλη της. «Παίρνουν από τους φτωχούς και δίνουν στους πλούσιους».
«Όχι, φταίνε οι άλλοι», μπήκε στη συζήτηση ένας ασπρομάλλης. «Με τα προγράμματα πρόνοιας κάνουν τους πολίτες τεμπέληδες και φτωχούς». «Οι άνθρωποι πρέπει να μάθουν ν’ αποταμιεύουν», είπε ένας άλλος που έμοιαζε μορφωμένος. «Αν αυτή η γριά αποταμίευε όταν ήταν νέα, δε θα υπέφερε σήμερα». Και όλοι αυτοί ήταν ικανοποιημένοι για την οξύνοιά τους που έβγαλε τέτοια βαθιά ανάλυση.
Αλλ’ ένας έμπορος αισθάνθηκε προσβολή από τις εξ αποστάσεως μουρμούρες των συμπολιτών του. Έβγαλε το πορτοφόλι του και τράβηξε ένα εικοσάρι. Περπάτησε στο διάδρομο και το έβαλε στο τρεμάμενο χέρι της γριούλας. «Πάρε, κυρία, ν’ αγοράσεις παπούτσια». Η γριούλα τον ευχαρίστησε κι εκείνος γύρισε στη θέση του ευχαριστημένος, που ήταν άνθρωπος της δράσης.
Μια καλοντυμένη κυρία τα πρόσεξε όλα αυτά και άρχισε να προσεύχεται από μέσα της. «Κύριε, δεν έχω χρήματα. Αλλά μπορώ ν’ απευθυνθώ σε σένα. Εσύ έχεις μια λύση για όλα. Όπως κάποτε έριξες το μάννα εξ ουρανού, και τώρα μπορείς να δώσεις ό,τι χρειάζεται η κυρούλα αυτή για τα Χριστούγεννα».
Στην επόμενη στάση ένα παλικάρι μπήκε στο λεωφορείο. Φορούσε ένα χοντρό μπουφάν, είχε ένα καφέ φουλάρι και ένα μάλλινο καπέλο που κάλυπτε και τα αυτιά του. Ένα καλώδιο συνέδεε το αυτί του με μια συσκευή μουσικής. Ο νέος κουνούσε το σώμα του με τη μουσική που άκουε. Πήγε και κάθισε απέναντι στη γριούλα. Όταν είδε τα ξυπόλυτα πόδια της, το κούνημα σταμάτησε. Πάγωσε. Τα μάτια του πήγαν από τα πόδια της γιαγιάς στα δικά του. Φορούσε ακριβά ολοκαίνουρια παπούτσια. Μάζευε λεφτά αρκετό καιρό για να τα αγοράσει και να κάνει εντύπωση στην παρέα.
Το παλικάρι έσκυψε και άρχισε να λύνει τα παπούτσια του. Έβγαλε τα εντυπωσιακά παπούτσια και τις κάλτσες. Γονάτισε μπροστά στη γριούλα. «Γιαγιά, βλέπω ότι δεν έχεις παπούτσια. Εγώ έχω κι άλλα». Προσεκτικά κι απαλά σήκωσε τα παγωμένα πόδια και της φόρεσε πρώτα τις κάλτσες κι ύστερα τα παπούτσια του. Η γριούλα τον ευχαρίστησε συγκινημένη.
Τότε το λεωφορείο έκανε πάλι στάση. Ο νέος κατέβηκε και προχώρησε ξυπόλυτος στο χιόνι. Οι επιβάτες μαζεύτηκαν στα παράθυρα και τον έβλεπαν καθώς βάδιζε προς το σπίτι του. «Ποιος είναι;», ρώτησε ένας. «Πρέπει να είναι άγιος», είπε κάποιος. «Πρέπει να είναι άγγελος», είπε ένας άλλος. «Κοίτα! Έχει φωτοστέφανο στο κεφάλι!» φώναξε κάποιος. «Είναι ο Χριστός!» είπε η ευσεβής κυρία. Αλλά το αγοράκι, που είχε δείξει με το δάχτυλο τη γιαγιά, είπε: «Όχι, μαμά τον είδα πολύ καλά. Ήταν ΑΝΘΡΩΠΟΣ…».
Πηγές : Ηλεκτρονικό Περιοδικό «Το Γράμμα», Τεύχος 100, σελ. 14. (Από την Ξένια Σώντερς)-pigikamchoir.blogspot.gr

Η Βάπτισις του μικρού Εβραίου



Κείμενον βλ. Th. Nissen, Unbekannte Erzahlungen aus dem Pratum spirituale, Byzantinische Zeitschrift, τόμ. 38 (1938), σελ. 361-365.
Ο αββάς Βασίλειος, ο πρεσβύτερος και αναχωρητής, ο οποίος είχε γίνει μοναχός στη Νέα Λαύρα, μας διηγήθηκε ότι είχε ακούσει από κάποιους φιλοχρίστους το ακόλουθο θαύμα.
Σε κάποια πολυάνθρωπη κωμόπολι της Παλαιστίνης κατοικούσαν Χριστιανοί και Εβραίοι και είχαν πολλά ζώα. Είχαν δε την εξής πατροπαράδοτη συνήθεια: Καθημερινά συνάθροιζαν την αυγή τα ζώα στην είσοδο της κωμοπόλεως και ο καθένας έστελνε μαζί με τα ζώα του τον γυιο του ή τον δούλο του. Αυτοί έπαιρναν τα ζώα και τροφές για τον εαυτό τους, πήγαιναν στην εξοχή κι εκεί έμεναν μέχρι το βράδυ, οπότε τα έφερναν πίσω καθώς έδυε ο ήλιος.
Μία ημέρα λοιπόν που είχαν πάει στην βοσκή ως συνήθως, συγκεντρώθηκαν την ώρα του φαγητού, και τα παιδιά των Χριστιανών είπαν μεταξύ τους: «Ελάτε να κάνουμε την Θεία Λειτουργία, όπως κάνουν οι κληρικοί στην εκκλησία». Τότε ένας από αυτούς πήρε την θέσι του επισκόπου και έκανε τους άλλους τον ένα πρεσβύτερο, τον άλλο διάκονο, τον άλλο υποδιάκονο και άλλους αναγνώστες. Κατόπιν έφτιαξαν ένα θυσιαστήριο με μία πέτρινη πλάκα και προσέφεραν άρτους από τα τρόφιμα που είχαν.
Μαζί τους ήταν και ένας Εβραίος, ο γυιος του αρχιραββίνου, ο οποίος παρακαλούσε τα παιδιά λέγοντας: «Δεχθήτε με μαζί σας, να προσφέρω γι εγώ όπως κι εσείς». Αυτά όμως του έλεγαν: «Δεν μπορείς να έλθης μαζί μας, γιατί είσαι Ιουδαίος». Λέγει αυτός: «Γίνομαι κι εγώ Χριστιανός». Εκείνα του αποκρίθηκαν: «Αν γίνης Χριστιανός, σε δεχόμαστε». Αυτός λοιπόν συμφώνησε και τον δέχθηκαν. Αμέσως ο δήθεν επίσκοπος τον εβάπτισε σε κάποιο νερό που βρέθηκε στην περιοχή.
Στη συνέχεια έκαναν όλα τα της λειτουργίας. Και όταν έφθασαν και είπαν το Εις άγιος… κατέβηκε φωτιά από τον ουρανό και κατέκαυσε όλα όσα βρίσκονταν επάνω στο θυσιαστήριο. τα δε παιδιά από τον φόβο τους έπεσαν κάτω κι έμειναν σαν πεθαμένα.
Όταν βράδυασε, τα ζώα γύρισαν στα σπίτια μόνα τους. Το πρωί οι γονείς πήγαν και αναζήτησαν και βρήκαν τα παιδιά μισοπεθαμένα. Σήκωσε καθένας το παιδί του και το πήγε στο σπίτι. Μετά τρεις ήμερες, που συνήλθαν κάπως τα παιδιά, οι γονείς τα ρωτούσαν τί τους είχε συμβεί. Και αυτά ωμολόγησαν τα πάντα, όπως είπαμε πιο πάνω.
Ο αρχιραββίνος πάλι ετοίμασε τραπέζι και καλούσε τον γυιο του για φαγητό. Εκείνος όμως δεν ήθελε να φάη και έλεγε: «Εγώ είμαι Χριστιανός και δεν τρώγω». Όταν άκουσε αυτά ο μιαρός, αποφάσισε να παραδώση το παιδί του σε φοβερό θάνατο.
Ο προγνώστης όμως Θεός, ο ετάζων καρδίας και νεφρούς1, γνωρίζοντας τον πονηρό λογισμό του μιαρού ιερέως2, οικονόμησε ώστε ο άρχοντας της περιοχής, ο λεγόμενος αμηράς3, να οργισθή σφοδρά με τον βαλανέα4, πως αμελεί και δεν κανονίζει σωστά την θέρμανσι του λουτρού5, στον οποίον είπε: «Να, τόσο καιρό έχεις που κοροϊδεύεις τους πάντες, και όποτε έρχομαι να λουσθώ, βρίσκω το λουτρό κρύο. Σου ορκίζομαι στον μεγάλο Θεό6, ότι αν δεν θερμανθή όπως πρέπει και το βρω αύριο κρύο, θα σου κόψω το κεφάλι». Εκείνος υποσχέθηκε ότι έτσι θα κάνη, για να περιποιηθή τον αμηρά.
Το έμαθε αυτό ο πατέρας του εβραιόπουλου και νόμισε ότι βρήκε την ευκαιρία να πετύχη τον διαβολικό σκοπό του. Κάλεσε λοιπόν τον βαλανέα, ο οποίος του χρωστούσε χρήματα και του είπε: «Απ’ ό,τι ξέρω, μου οφείλεις δέκα νομίσματα». Εκείνος απάντησε: «Πράγματι, έτσι είναι». Του λέγει πάλι: «Αν κάνης την παραγγελία που θα σου δώσω, σου χαρίζω όλο το χρέος». Αυτός του απαντά: «Ό,τι προστάξης θα το κάνω, για να ελευθερωθώ από το βάρος του δανείου». Τότε ο παράνομος και μιαρός ιερεύς του λέγει: «Έμαθα ότι ο αμηράς σου παρήγγειλε να πυρώσης το λουτρό. Επειδή έχω κάποιο παιδί που με πικραίνει, θέλω, όταν κάψη καλά το καμίνι και πρόκειται να το σφραγίσης7, να με ειδοποίησης και όποιον σου στείλω να σε ρωτήση “ετοιμάσθηκε το λουτρό;” πιάσε τον, πέταξέ τον μέσα στο καμίνι, σφράγισέ το και φύγε, για να απαλλαγώ έτσι από τον κακό χαρακτήρα του».
Ο βαλανεύς, όταν άκουσε αυτά, συμφώνησε να κάνη όπως προστάχθηκε, ελπίζοντας να απαλλαγή από το χρέος. Πήγε λοιπόν και πύρωσε το καμίνι πολύ περισσότερο απ’ ό,τι συνήθως, από το φόβο της απειλής του αμηρά. Ο δε αρχιραββίνος, όταν έμαθε ότι το καμίνι είναι έτοιμο για να σφραγισθή, έστειλε τον γυιο του να ρωτήση αν έκαψε καλά το λουτρό. Ο δε βαλανεύς απάντησε: «Αδωναΐ8, και παραέκαψε. και αν δεν πιστεύης, θα το δης αμέσως». Και αρπάζοντας το παιδί, το εξακόντισε μέσα στη φωτιά, σφράγισε το καμίνι και έφυγε.
Ήλθε ο αμηράς να λουσθή και βρήκε το λουτρό πιο κρύο από τις προηγούμενες μέρες. Κάλεσε λοιπόν τον βαλανέα και του λέγει: «Δεν σου παρήγγειλα να πυρώσης καλά το λουτρό; Γιατί αμέλησες και το άφησες πιο κρύο;» Εκείνος ωρκιζόταν: «Ξόδεψα τα τριπλάσια ξύλα θέλοντας να σε ευχαριστήσω. Πώς όμως το βρήκες έτσι, δεν ξέρω. Κι αν δεν πιστεύης στα λόγια μου, έλα να δης το καμίνι και θα καταλάβης από τα κάρβουνα ότι δεν λέω ψέμματα». Ο αμηράς τον ακολούθησε γεμάτος θυμό. Όταν όμως ξεσκέπασε την πλάκα του καμινιού, βρίσκει το παιδί να κάθεται πρόσχαρο και λέγει στον βαλανέα: «Πού βρέθηκε εδώ αυτό το παιδί; Και ποια η αιτία που το έρριξαν εδώ μέσα;» Ο βαλανεύς τότε τα διηγήθηκε όλα στον αμηρά και ότι ίσως η τόση φλόγα του καμινιού να μαράθηκε επειδή το παιδί ρίχτηκε άδικα σ’ αυτό. Ο αμηράς, νομίζοντας ότι αυτά είναι προσχήματα και όχι η αλήθεια, του λέγει: «Φέρε ξύλα και κάψε το καμίνι του λουτρού μπροστά μου». Όταν έγινε αυτό, ο αμηράς ρώτησε το παιδί τίνος γυιος είναι και για ποια αιτία ρίχτηκε στο καμίνι. Μαθαίνοντας ότι ο μόνος λόγος ήταν επειδή έγινε Χριστιανός και δεν ήθελε να φάη ιουδαϊκά φαγητά, εξεμάνη. και για να μυκτηρίση τον Χριστιανισμό —διότι στον αμαρτωλό είναι βδελυκτή η θεοσέβεια9—, έπιασε το παιδί και το έρριξε μέσα στο καμίνι, λέγοντας: «Αν και την πρώτη φορά κοίμισες την φωτιά με μαγείες, τώρα όμως δεν θα ξεφύγης από τα χέρια μου».
Ο Θεός όμως, που πάντοτε κάνει έργα μεγάλα και θαυμαστά και είναι κοντά σε όλους όσους τον επικαλούνται αληθινά, σταμάτησε όπως και πριν την φλόγα του καμινιού και φύλαξε σώο το παιδί. Και όταν πήγε πάλι ο αμηράς για να λουσθή, το λουτρό βρέθηκε ακόμη πιο κρύο, σαν να είχε μείνει χωρίς φωτιά επί μία εβδομάδα. Έκπληκτος από το γεγονός αυτό ο αμηράς πήγε και άνοιξε το καμίνι του λουτρού και βρήκε το παιδί να κάθεται μέσα με πολλή χαρά, ενώ δεν υπήρχε διόλου οσμή καπνού μέσα στο καμίνι.
Κατάπληκτος τότε ο αμηράς για το παράδοξο θαύμα έτρεξε και ανέφερε την υπόθεσι στον λεγόμενο από αυτούς σύμβουλο10. Εκείνος, όταν τα άκουσε, πήγε γρήγορα στην κωμόπολι και πρόσταξε να κάψουν πάλι το καμίνι και μπροστά του να ρίξουν το παιδί μέσα σ’ αυτό. Και αφού σφράγισε την είσοδο και άφησε έξω φύλακες, μπήκε για να λουσθή. Μέσα στο λουτρό όμως, αντί για ζέστη, αισθάνθηκε πολύ ψύχρα. Βγήκε λοιπόν αμέσως, άνοιξε το στόμιο του καμινιού και βρήκε το παιδί να κάθεται πρόσχαρο, χωρίς να υπάρχη καμμία οσμή καπνού. Ρώτησε τότε και ο ίδιος το παιδί, τίνος γυιος είναι και έμαθε ότι είναι του μιαρού ιερέως των παρανόμων Ιουδαίων. Έμαθε και όσα συνέβησαν στην εξοχή, όπως γράφτηκαν πιο πάνω, και ότι παραδόθηκε από τον ίδιο τον πατέρα του σε τέτοια θανατική καταδίκη επειδή δέχθηκε την ομολογία του Χριστιανισμού και έμεινε σταθερός σ’ αυτήν και δεν ανέχθηκε να μιανθή με τα ακάθαρτα φαγητά των γονέων του, και ότι είχε ήδη τρεις φορές ριχτή στη φωτιά χωρίς αυτή να τον κατακαύση, αλλ’ απεναντίας μάλλον τον προστάτεψε, όπως κάποτε η βαβυλωνιακή κάμινος τους τρεις Παίδες11.
Έφερε τότε τον πατέρα του παιδιού και του λέγει: «Ποια απολογία έχεις να δώσης στον Θεό για το διαβολικό και αποτρόπαιο πράγμα που έκανες; Εσύ βέβαια νόμισες ότι θα κρυφτής από τον Θεό και τους ανθρώπους, ο Θεός όμως που γνωρίζει τις κακές σου πράξεις και σκέψεις δεν ευαρεστήθηκε μαζί σου, αλλά ξεσκέπασε την ωμότητα της ψυχής σου. Διότι αν εσύ έχης τόση ασπλαχνία, ώστε να παραδώσης το σπλάχνο σου σε τέτοιο πικρό θάνατο, και τί δεν θα κάνης αν βρης κατάλληλη ευκαιρία. Επειδή λοιπόν έκανες το κάκιστο αυτό πράγμα και ενήργησες έτσι ώστε να γίνουμε κι εμείς συμμέτοχοι του ακαθάρτου τολμήματός σου, θα καταδικαστής σε θάνατο, ώστε κανείς άλλος δαίμονας σαν και σένα να μην κάνη τα ίδια». Τότε πρόσταξε να τον αποκεφαλίσουν έξω από την κωμόπολι σε έρημο τόπο και το πτώμα του να φαγωθή από τα θηρία.
Κάλεσε έπειτα τα παιδιά και, αφού έμαθε με ακρίβεια όσα τους συνέβησαν στην εξοχή, τα έβαλε σε μοναστήρι, ορίζοντας να δίνουν στο καθένα και σιτηρέσιο12 ανάλογα με το πώς είχε ονομασθή. Σ’ αυτό δηλαδή που ωνομάσθηκε επίσκοπος να δίνεται σιτηρέσιο επισκόπου, ενώ για εκείνα που ωνομάσθηκαν πρεσβύτεροι ή διάκονοι ή υποδιάκονοι ή αναγνώστες παρήγγειλε να δίνεται η καθημερινή τροφή στο καθένα ανάλογα με τον βαθμό του.
Ο δε Θεός και δημιουργός των όλων ευδόκησε να γίνουν αυτά για βοήθεια και ενίσχυσι ημών των Χριστιανών και για να κάνη φανερή σε όλα τα έθνη που μας τυραννούν με κακουργία, την μέχρι τέλους διαβολική απέχθεια των παρανόμων Ιουδαίων προς τον Κύριο τον Θεό μας και προς τον Υιό Του τον μονογενή και προς εμάς που πιστεύσαμε σ’ Αυτόν αληθινά. Διότι έπρεπε να εκπληρωθή η προφητεία που είπε ο Κύριος στους αχαρίστους: Εγώ ελήλυθα εν τω ονόματι του πατρός μου, και ου λαμβάνετέ με. εάν άλλος έλθη εν τω ονόματι τω ίδίω, εκείνον λήψεσθε13, και αποθανείσθε εν ταις αμαρτίαις14  των κακών σας έργων.
1. Ψαλμ. z’ 10. 2. πρωτότυπο: μιερέως: λέξις που απαντάται και σε άλλα ανάλογα κείμενα (π.χ. βίος αγ. Κυρίλλου Φιλεώτου). αυτός που εμφανίζεται ως ιερεύς αλλά στην πραγματικότητα μεταδίδει μολυσμό (μιασμό) και όχι αγιασμό. 3. αμηράς: εμίρης, αξιωματούχος του Ισλάμ. Πράγματι, η ιστορία διαδραματίζεται σε εποχή μετά την αραβική κατάκτησι και την κυριαρχία του Ισλάμ (βλ. και σημ. 6,10,13). 4. βαλανεύς: ο υπεύθυνος του δημοσίου λουτρού, ο λουτράρης. 5. Τα λουτρά (τα γνωστά χαμάμ) διέθεταν καμίνι στο υπόγειο (υπέκκαυμα) από το οποίο θερμαινόταν το νερό και όλος ο χώρος του Λουτρού με σύστημα κυκλοφορίας θερμού αέρα. 6. Ο αμηράς επικαλείται τον μεγάλο Θεό, χωρίς να είναι Ιουδαίος ή Χριστιανός. ένδειξις ότι είναι μουσουλμάνος και εννοεί τον Αλλάχ. 7. Το καμίνι, όπως μέχρι πρόσφατα στα χωριά οι φούρνοι, είχε στόμιο που σκεπαζόταν με πλάκα και σφραγιζόταν με λάσπη. 8. Ο βαλανεύς χρησιμοποιεί το εβραϊκό επιφώνημα «Αδωναΐ» (μα το Θεό): ή είναι και αυτός Ιουδαίος ή ομιλεί ειρωνικά. 9. Σοφ. Σειρ. α’ 25.   10. «τω καλουμένω παρ’ αυτοίς συμβούλω»: έτσι αποδίδεται η λέξις χαλίφης, όνομα του ηγέτη του Ισλάμ εδώ όμως πρόκειται μάλλον για κάποιον ανώτερο αξιωματούχο και όχι τον ίδιο τον τότε χαλίφη. 11. Δαν. γ’ 3. 12.Χαρακτηριστική λεπτομέρεια που αποδεικνύει ότι την εποχή εκείνη οι κληρικοί των Χριστιανών απελάμβαναν μεγάλου σεβασμού και ειδικής επιχορηγήσεως από το ισλαμικό κράτος. 13.Ιωάν. ε’ 43. 14.Ιωάν. η’ 24.
ΠΗΓΗ:“ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ” ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ – ΤΕΥΧΟΣ 11

Η προσευχή υπερνικά το αδιέξοδον τής τραγωδίας



Γ’ Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΥΠΕΡΝΙΚΑ ΤΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟΝ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑΣ
Του Αρχιμανδρίτη Σωφρόνιου

Επιτυχών του σκοπού αυτού είδεν ότι δεν έλαβεν εκείνο, όπερ ανέμενε:
«Κατέλαβον την υψίστην εξουσίαν …, αλλά δεν υπάρχει ευτυχία εν τη ψυχή μου».
Υπάρχουν και άλλαι αναζητήσεις επί του επιπέδου του πνεύματος, της τέχνης ή της επιστήμης, αίτινες είναι ευγενέστεραι. Εις τον μεγαλοφυή νουν αποκαλύπτονται νοεραί θεωρίαι, τας οποίας αδυνατεί ούτος να πραγματοποίηση, διότι υπερβαίνουν το μέτρον του επιτευκτού εν τω κόσμω τούτω. Πειθόμενος δια την ανεπάρκειαν αυτού όπως επιτύχη εν τη τελειότητι την αρχικήν αυτού θεωρίαν, την οποίαν έθεσεν ως μοναδικόν σκοπόν του είναι αυτού υφίσταται βαθύ ρήγμα εν τω πνεύματι αυτού και απόλλυται. Η μορφή αύτη του μοιραίου τέλους παρατηρείται συχνότερον μεταξύ των ποιητών.
Ουχί άνευ τρόμου παρετήρουν και παρατηρώ εισέτι τα πεπρωμένα του κόσμου. Η ανθρωπίνη ζωή εις οιονδήποτε επίπεδον και αν θεωρήσωμεν αυτήν, εμφανίζεται τραγική. Και η αγάπη εισέτι είναι πλήρης οξειών αντιφάσεων και ουχί σπανίως μοιραίων κρίσεων.
Φρικτή εικών η κατάρρευσις της μεγάλης Αυτοκρατορίας! Η συμπλοκή είναι αγρία και ανίλεως, όταν «οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι» εν τη απογνώσει αυτών αποφασίζουν τον αγώνα δια τα δίκαια και την αξιοπρέπειαν αυτών. Έζησα εν μέσω των παθημάτων πολλών εκατομμυρίων ανθρώπων.
Παραλλήλως προς αυτά εκρημνίζοντο εν εμοί τα νεανικά όνειρα και αι ελπίδες, πράγμα το οποίον κατά παράδοξον τρόπον συνεδυάζετο μετά νέας,βαθυτέρας κατανοήσεως του νοήματος του είναι εν γένει. Η νέκρωσις και ο όλεθρος ανεμιγνύοντο μετά της αναγεννήσεως.
Η πείρα όμως του θανάτου είναι αναγκαία εις ημάς, ίνα γνωρίσωμεν ότι εκλήθημεν εκ του «μηδενός» δια του θελήματος του Ουρανίου Πατρός. Η αυτογνωσία είναι απαραίτητος ώστε παν βήμα ημών να τελήται εκ συμφώνου προς το αυθεντικόν, ασάλευτον Είναι. Ώ, τούτο δεν είναι εύκολον, ουδέ απλούν: Εκατοντάκις προσεγγίζει ημάς το πυρ της φρίκης, το παν εντός ημών πιέζεται εκ του ακραίου πόνου, Ούτος όμως ενίκησε και καλεί ημάς να ακολουθήσωμεν Αυτόν. Ακολουθούντες δε Αυτόν, εις έκαστον στάδιον λαμβάνομεν πείραν και του αντιστοίχου προς αυτό μαρτυρίου. Το πνεύμα ημών ταράσσεται υπό του φόβου, και δια των λογισμών ημών ενδέχεται να εισέλθωμεν εις πάλην μετ’ Αυτού, επιρρίπτοντες εις Αυτόν την αιτίαν όλων των παθημάτων. Έχομεν ανάγκην σταθεράς πίστεως, ίνα μη εκπέσωμεν απ’ Αυτού. Αλλ’ εάν εις την νύκτα της αγνοίας ημών εισέδυσεν η λάμψις της αστραπής, έστω και άπαξ, εάν εν τω φωτί της θείας αυτής αστραπής εν τη ψυχή ελήφθη η απόφασις, ή να μείνωμεν μετ’ Αυτού εν τη Απολυτότητι Αυτού, ή κάλλιον να υποστώμεν απόλυτον θάνατον – μεσότης δεν υπάρχει – τότε, είναι δυνατόν να δοθή και εις ημάς η χαρά της αιωνίου νίκης.… εν τω Θεώ δεν υπάρχει τραγωδία. … Ο Χριστός ουδόλως είναι τραγικός τύπος. … Έζη την τραγωδίαν πάσης της ανθρωπότητος, αλλ’ εν Αυτώ τω Ιδίω δεν έμενεν αύτη. … «Ειρήνην την Εμήν δίδωμι υμίν». … Τραγωδία δεν υπάρχει εν Αυτώ, αλλ’ εν ημίν.
Ωσαύτως και ο χριστιανός, όστις έλαβε την δωρεάν της αγάπης του Χριστού, παρά την συνείδησιν του εισέτι μη επιτευχθέντος πληρώματος, αποφεύγει την τραγωδίαν του παγκαταλυτικού θανάτου. Συμπάσχων μετ’ οδύνης και προσευχόμενος μετά κλαυθμού υπέρ του κόσμου δεν αποβαίνει θύμα της αδιεξόδου απογνώσεως, του ανεπανορθώτου ολέθρου. Εναργέστερα καθίσταται η όρασις αύτη, όταν η προσευχή εισέλθη καθ’ οιονδήποτε τρόπον εις το αιωνόβιον ρεύμα της Γεθσημανίου προσευχής του Χριστού: Όταν διαρραγούν τα στενά όρια του ατόμου, όταν διαπερασθή το τείχος του χρόνου, τότε δίδεται εις τον άνθρωπον η πείρα της καταστάσεως, «Εγώ ειμι». Αισθανόμενος ούτος εν εαυτώ την ζωοποιόν πνοήν του Πνεύματος του Αγίου, προσευχόμενος δι’ αυτής της προσευχής, προαισθάνεται την τελικήν νίκην του Φωτός. Η Αγάπη του Χριστού εισέτι και εν τη υψίστη εντάσει της ευσπλαχνίας – όπερ συνιστά την ουσίαν του
«άδου της αγάπης» – παραμένει απαθής ένεκα της υπαρχούσης εν αυτή αιωνιότητος. Η αγάπη αύτη ζη αυθεντικώς και αμειώτως την τραγωδίαν της ανθρωπότητος, διότι ίδιον αυτής είναι να συμμετέχη εις τα παθήματα πάσης της κτίσεως και πρωτίστως του ανθρώπου. Δεν γνωρίζω δια ποίου ακριβώς τρόπου να περιγράψω ουχί την αφηρημένην, αλλά την ζώσαν πνευματικήν πείραν, ήτις δύναται να φανή αντιφατική εις την τυπικήν λογικήν. Η χάρις είναι άκρως πλουσία εις τας εκφάνσεις αυτής. Ας λάβωμεν ως παράδειγμα μίαν εκ των πλέον ενδεικτικών περιπτώσεων.
Εν Χριστώ ελάβομεν αποκάλυψιν περί της αμεταθέτου αξίας του ανθρώπου. Αγαπώμεν τον άνθρωπον ως την ιδίαν ημών ζωήν. Κατά στιγμάς δίδεται να θεωρήσωμεν το ανεκτίμητον κάλλος της εικόνος αυτής του Υψίστου Θεού. Παρατηρούντες το πολύτιμον τούτο όν εν τη πτώσει αυτού, συντριβόμεθα φυσικώ τω τρόπω τη καρδία και αναζητούμεν οδούς σωτηρίας δια τους ηγαπημένους, καθ’ ό μέτρον ο Κύριος εξέχεεν εφ’ ημάς την χάριν να γνωρίσωμεν την οδόν Αυτού. Ο λόγος του εκκλησιαστικού κηρύγματος πίπτει κατά το πλείστον ή παρά την οδόν ή εις τας ακάνθας ή επί τα πετρώδη μέρη, και η ψυχή στρέφεται εν προσευχή προς Εκείνον, Όστις έπλασε τον άνθρωπον. Πειθόμεθα ότι και ο Θεός δεν θέλει να παραβιάση την ελευθερίαν του αυτοπροσδιορισμού του ανθρώπου. Εκ της προσπαθείας όπως υπερνικήσωμεν δια προσευχής ευσπλαχνίας τας απολιθωθείσας καρδίας ηγαπημένων υφ’ ημών υπάρξεων, η ψυχή αισθάνεται βαθέως ως να ίσταται όντως ενώπιον του τείχους του θανάτου – κατάστασις ομοία προς την θλίψιν μητρός ήτις βαστάζει εν ταις χερσίν αυτής αποθνήσκον νήπιον, τον καρπόν της κοιλίας αυτής. Το αίσθημα του αδιεξόδου, του ανεπανορθώτου της απωλείας, καταβροχθίζει παν άλλο αίσθημα και η ψυχή του ευχομένου «αποθνήσκει» μετ’ εκείνων δια τους οποίους προσφέρεται η προσευχή.
Ο Μονογενής Υιός του Πατρός προσέλαβε τον θάνατον ημών. Απέθανεν επί του σταυρού φέρων εν Εαυτώ τον όλεθρον ημών δια της «εις τέλος αγάπης» Αυτού. Αλλ’ ο Θεός ανέστησεν Αυτόν. Η ιδία επαγγελία εδόθη εις πάντας τους πιστεύοντας εις Αυτόν, τον Χριστόν-Θεόν.
Η θέσις των ανθρώπων είναι πλέον περίπλοκος: Ημείς οι ίδιοι δεν είμεθα έως τέλους ελεύθεροι από της αμαρτίας, τουτέστι φέρομεν εν εαυτοίς τον ημέτερον θάνατον. Και ημείς, καίτοι δεν αποθνήσκομεν σωματικώς εν τη προσευχή υπέρ των αδελφών ημών και υπέρ του κόσμου εν γένει όμως εν πνεύματι ζώμεν όντως τον θάνατον αυτών: Βεβαίως θα έλθη και η ημέρα κατά την οποίαν θα αποθάνωμεν.
Ο Χριστός δια του θανάτου Αυτού επάτησε τον θάνατον του Αδάμ και των απογόνων αυτού. Τούτο αποτελεί την εγγύησιν της ημετέρας αναστάσεως.
Η προσευχή υπέρ του κόσμου είναι η πλέον βαρεία και αδιέξοδος υπό την έννοιαν ότι το πνεύμα ημών ουδέποτε επιτυγχάνει τελείως του σκοπού αυτού. Ευχόμενος υπέρ εαυτού ο άνθρωπος δύναται να γευθή εν τω βάθει της καρδίας αυτού πλημμύραν τρυφεράς αγάπης και ειρήνης. Διατηρεί την κατάστασιν ταύτην επί τινα χρόνον. Κατά την υπέρ του κόσμου όμως προσευχήν, και την πλέον εισέτι φλογεράν και παρατεταμένην, η ψυχή ταχέως αντιλαμβάνεται ότι βαρύ νέφος αντιπαθείας, ως και πρότερον, κρέμαται επάνω της γης: Είναι καθ’ υπερβολήν πολλοί οι άνθρωποι, οίτινες «ηγάπησαν μάλλον το σκότος (του μίσους) ή το φως» της αγάπης του Θεού.
Και παράδοξον και θλιβερόν: Ο κόσμος ως σύνολον δεν δέχεται το πνεύμα του Θεού, και η προσευχή επιστρέφει εις τον προσευχόμενον ουχί μόνον μετά του αισθήματος του ανικανοποιήτου, αλλά και μετά πληθυνθείσης εισέτι θλίψεως. Τούτο βεβαίως δεν είναι αληθινή αίσθησις. Όντως η αναζητουμένη αλλαγή της πνευματικής ατμοσφαίρας της οικουμένης δεν επήλθεν. Εάν όμως δεν υπήρχον ευχέται υπέρ του κόσμου, η «εξουσία του σκότους» θα ενετείνετο μετά μεγαλυτέρας έτι δυνάμεως.
Και όσοι εισέτι δεν εβίωσαν μετ’ εντάσεως την ως άνω περιγραφείσαν πείραν ευκόλως θα εννοήσουν εμέ, εάν εμπνευσθέντες υπό του Θεού προσηυχήθησαν υπέρ του κόσμου ή υπέρ μεμονωμένων αγαπητών εις αυτούς ανθρώπων. Συχνάκις η καρδία εν τοιαύτη προσευχή ταχέως εισέρχεται εις αυτήν ταύτην την ζωήν εκείνου ή εκείνων δια τους οποίους προσεύχεται, και γνωρίζει τι συνέχει αυτούς: χαρά και ανάπαυσις, αδημονία και θλίψις, το απαίσιον ενίοτε σκότος του άδου και το όμοιον προς αυτό κακόν. Ο προσευχόμενος αισθάνεται τας καταστάσεις αυτάς ως ιδίας. Και τούτο αποτελεί ιδιαιτέρου είδους παραπλάνησιν. Κατ’ ουσίαν η ψυχή δια της προσευχής βλέπει – ζη – ενούται μετ’ εκείνων υπέρ των οποίων προσεύχεται. Εάν μετά το βαρύ τούτο αίσθημα, του οποίου έλαβεν ούτος πείραν, επακολουθή χαρά ή ανάπαυσις, τούτο είναι ενδεικτικόν σημείον ότι η προσευχή αυτού εισηκούσθη. Ο ασθενής θα αναρρώση, ο απεγνωσμένος θα λάβη φως ελπίδος, η επαπειλουμένη συμφορά θα παρέλθη, και τα όμοια.
Ακριβώς η τοιαύτη μετά των ανθρώπων κοινωνία εν τω είναι, εισέτι δε και μετά του κόσμου τούτου εν γένει, χαρακτηρίζει την γνησίαν προσευχήν.
Η ζωή του προσευχομένου πνεύματος δύναται, αλλά και οφείλει, να λάβη κοσμικάς διαστάσεις, τας οποίας απαιτούν αι ευαγγελικαί εντολαί του Χριστού. Εν Αυτώ ο άνθρωπος γίνεται αληθώς παγκόσμιος: ουχί υπό την έννοιαν του φιλοσοφικού συγκρητισμού, αλλά κατά τον βαθμόν και την κλιμάκωσιν της κατοχής του πραγματικού όντος· κατά την εν πνεύματι προσέγγισιν εις τα έσχατα όρια της δυνατής ζώσης πείρας.
Η πείρα της τραγικότητος των πεπρωμένων της γης είναι απαραίτητος εις ημάς. Δεικνύει τα όρια των κτιστών ημών χαρισμάτων εν τω αποχωρισμώ ημών εκ της μετά του Θεου συνεργασίας. Είναι φυσικόν μετά τα παθήματα και την αποτυχίαν όλων των προσπαθειών, να ανοιγώμεθα προς νέους ορίζοντας άλλου ήδη κόσμου, απείρως υψηλοτέρου. Τότε αντί του «μοιραίου τέλους» εν τη πλειονότητι των περιπτώσεων ταλαντούχων και μεγαλοφυών ανθρώπων ανατέλλει ευλογημένη αρχή ήτις δύναται να φανή εις τον άνθρωπον ως Φως Αναστάσεως, ως είσοδος εις τον άφθαρτον κόσμον, όπου δεν υπάρχει τόπος δια την τραγωδίαν, διότι εκεί βασιλεύει η άναρχος αιωνιότης.
Η προσωπική ημών πείρα οδηγεί εις την διαπίστωσιν ότι η ανθρωπότης εν τη πλειονότητι αυτής μέχρις και της σήμερον ημέρας, δεν έφθασεν εις το ύψος των εντολών του Ευαγγελίου. Απορρίπτοντες τον Χριστόν ως τον αιώνιον Άνθρωπον και προπαντός ως τον Αληθινόν Θεόν, υπό οιανδήποτε μορφήν, υπό οιανδήποτε πρόθεσιν, οι άνθρωποι στερούνται του Φωτός της ανάρχου Βασιλείας και της δόξης της υιοθεσίας. … Όταν αισθανθώμεν τον Χριστόν ως Θεόν-Σωτήρα, υπερβαίνομεν τα όρια του χρόνου και του χώρου· εισερχόμεθα εις εκείνην την μορφήν του είναι, εν τη οποία δεν υπάρχει η έννοια της τραγωδίας.

Έχεις σκεφτεί ποτέ ότι όλα που αφορούν εσένα, αφορούν και εμενα ;

Γράμμα από τον άγιο Σεραφείμ της Βίριτσα σ ένα πνευματικοπαίδι του…
Έχεις σκεφτεί ποτέ ότι όλα που αφορούν εσένα, αφορούν και εμενα ; Διότι αυτά που αφορούν εσένα αφορούν την κόρη του οφθαλμού μου.Είσαι πολύτιμη στα μάτια και σε εχω αγαπήσει (μιλά για τη ψυχή). Γι αυτό είναι ιδιαίτερη χαρά για μένα να σε εκπαιδεύσω. Όταν οι πειρασμοί έρχονται επάνω σου και ο πολέμιος σαν το ποτάμι, θέλω να ξέρεις ότι από μένα ήταν αυτό. Θέλω να ξέρεις ότι η αδυναμία σου έχει ανάγκη από τη δύναμή μου, και η ασφαλεια σου βρίσκεται στο να με αφήσεις να σε προστατεύω. Θέλω να ξέρεις ότι , όταν βρίσκεσαι σε δύσκολες συνθήκες, μεταξύ των ανθρώπων που δεν σε καταλαβαίνουν, δεν λογαριάζουν αυτά που σου είνα ευάρεστα, και σε απομακρυνουν από μένα ηταν αυτό.Δεν με παρακαλούσες να σου μάθω την ταπείνωση ; Και να, σε έβαλα σε αυτό ακριβώς το περιβαλλον, στο σχολείο όπου διδάσκουν αυτό το μάθημα. Το περιβάλλον σου και αυτοί που ζουν γύρω σου μόνο εκτελούν το θέλημά μου. Έχεις οικονομικές δυσκολίες και μόλις τα βγάζεις πέρα, να ξέρεις ότι από μένα ήταν αυτό. Θέλω να ξερεις οτι εγώ διαθέτω τα χρήματά σου και να καταφεύγεις σε μένα, και να γνωρίζεις ότι εξαρτάσαι από μένα. Θέλω να ξέρεις ότι τα αποθέματά μου είναι ανεξάντλητα και να βεβαιωθείς ότι είμαι πιστός στις υποσχέσεις μου.
Να μην συμβεί να σου πουν στην ανάγκη σου ΜΗΝ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΚΑΙ ΘΕΟ ΣΟΥ. Έχεις περάσει ποτέ νύχτα μέσα στη θλίψη ; Είσαι χωρισμένος από τους συγγενείς σου, τους ανθρώπους που αγαπάς; Σου επετρεψα για να σταθείς σε μένα, και σε μένα να βρεις την αιώνια παρηγοριά και ανακούφιση. Σε ξεγέλασε ο φίλος σου ή κάποιος που του είχες ανοίξει την καρδιά σου; Από μένα ήταν αυτό . Εγώ επέτρεψα να σε αγγίξει αυτή η απογοητευση για να μάθεις ότι ο καλύτερός σου φίλος είναι ο Κύριος. Θέλω να τα φέρνεις όλα σε μένα και όλα να μου τα λες. Σε συκοφάντησε κάποιος; Να το αφήσεις σε μένα, σε μένα να προσκολληθείς, σε μένα η καταφυγή σου, για να κρυφτείς από την αντιλογία εθνών.Θα κάνω τη δικαιοσύνη σου να λάμψει σαν φως και την ζωή σου σαν μέρα μεσημέρι. Καταστράφηκαν τα σχέδιά σου; Λύγισε η ψυχή σου και είναι εξαντλημένη;Από μένα ήταν αυτο.Έκανες σχέδια και είχες δικούς σου σκοπούς, τα έφερες να τα ευλογήσω.Αλλά εγώ θέλω να τα αφήσεις σε μένα, να κατευθύνω και να χειραγωγώ τις περιστάσεις της ζωής σου, διότι είσαι το ορφανό, κ όχι ο πρωταγωνιστής. Σε βρήκαν απροσδόκητες αποτυχίες, κ η απελπισία κατέλαβε την καρδιά σου, να ξέρεις από μένα ήταν αυτό. Διότι με αυτή την κούραση και το άγχος δοκιμάζω πόσο ισχυρή είναι η πίστη σου στις υποσχέσεις μου κ την παρησία σου στην προσευχή για τους συγγενείς σου. Δεν ήσουν εσύ που εμπιστεύτηκες τις φροντίδες για αυτούς στην προνοητική αγάπη μου; Δεν είσαι συ που τώρα τους αφήνεις στην προστασία της πανάγνου μητέρας μου; Σε βρήκε σοβαρή ασθένεια που μπορεί να γιατρευτεί ή είναι αθεράπευτη και σε κάρφωσε στο κρεβάτι σου; Από μένα ήταν αυτό. Επειδή θελω να με γνωρίσες πιο βαθιά μέσω της σωματικής ασθένειας και να μην γογγύζεις γι αυτή τη δοκιμασία που σου στέλνεται και να μην προσπαθεις να καταλάβεις τα σχέδια μου, της σωτηρίας της ψυχής των ανθρώπων με διάφορου τρόπους , αλλά αγόγγυστα και ταπεινά να σκυψεις το κεφάλι σου μπροστά στην αγαθότητα μου. Ονειρευόσουν ν κάνεις κάτι ξεχωριστό και ιδιαίτερο για μένα και αντί να το κάνεις έπεσες στο κρεβάτι του πονου;
Από μένα ήταν αυτό. Να θυμάσαι πως κάθε εμπόδιο είναι νουθεσία από τον Θεό και γι αυτό να βάλεις στην καρδιά σου αυτό το λόγο που σου έχω αποκαλύψει την ημέρα αυτή. Από μένα ηταν αυτό. Να ξέρεις και να θυμάσαι πάντα όπου και αν είσαι οτι οποιοδήποτε κεντρί θα αμβλυνθεί μόλις θα μάθεις σε όλα να βλέπεις εμένα. Όλα σου σταλθηκαν από μένα για την τελείωση της ψυχής σου. Όλα αυτα ήταν από μένα.
Άγιος Σεραφείμ της Βίριτσα…

Η γυναίκα να φοβάται τον άνδρα;





«Ας θεωρούμε, λοιπόν, ότι ο άνδρας είναι το κεφάλι και η γυναίκα το σώμα, όπως αποδεικνύει και τούτος ο αποστολικός συλλογισμός: «Ο άνδρας είναι η κεφαλή (δηλ. ο αρχηγός) της γυναίκας, όπως και ο Χριστός της Εκκλησίας. Ο Χριστός είναι και ο Σωτήρας του σώματός Του, της Εκκλησίας. Όπως όμως η Εκκλησία υποτάσσεται στο Χριστό, έτσι και οι γυναίκες πρέπει σε όλα να υποτάσσονται στους άνδρες τους» (Εφ. 5:23-24).

Εσύ, ο άνδρας, ακούς τον Παύλο, που συμβουλεύει τη γυναίκα να υποτάσσεται σ’ εσένα, και τον επαινείς και τον θαυμάζεις. Άκου, όμως, τι λέει παρακάτω. Άκου τι ζητάει από σένα: «Οι άνδρες ν’ αγαπάτε τις γυναίκες σας, όπως ο Χριστός αγάπησε την Εκκλησία και πρόσφερε τη ζωή Του γι’ αυτήν» (Εφ. 5:25). Είδες προηγουμένως υπερβολή υποταγής; Δες τώρα υπερβολή αγάπης. Θέλεις να υπακούει σ’ εσένα η γυναίκα σου, όπως η Εκκλησία υπακούει στο Χριστό; Φρόντιζε κι εσύ γι’ αυτήν, όπως ο Χριστός για την Εκκλησία. Κι αν χρειαστεί τη ζωή σου να θυσιάσεις γι’ αυτήν, κομμάτια να γίνεις χίλιες φορές, τα πάντα να υπομείνεις και να πάθεις, μην αρνηθείς να το κάνεις.

Γιατί ούτε κι έτσι θα έχεις κάνει κάτι ισάξιο μ’ εκείνο που έκανε ο Χριστός για την Εκκλησία, αφού εσύ θα έχεις πάθει γι’ αυτήν με την οποία είσαι ενωμένος, ενώ ο Κύριος έπαθε γι’ αυτήν που Τον αποστρεφόταν και Τον περιφρονούσε. Καθώς, λοιπόν, ο Χριστός όχι με απειλές, όχι με βρισιές, όχι με φοβέρες, αλλά με πολλή αγάπη και στοργή, με φροντίδα και θυσία κατόρθωσε να εμπνεύσει την ευπείθεια σ’ εκείνην που τόσο Τον είχε λυπήσει, έτσι να κάνεις κι εσύ, έτσι να φέρεσαι στη γυναίκα σου. Αν δεν σε προσέχει, αν σε αντιμετωπίζει με υπερηφάνεια, αν σου δείχνει περιφρόνηση, θα μπορέσεις να τη συμμορφώσεις με την πολλή φροντίδα σου, με την αγάπη και την καλοσύνη σου, όχι με την οργή και το φοβέρισμα. Μόνο έναν υπηρέτη μπορείς να συνετίσεις έτσι, ή μάλλον ούτε κι αυτόν, γιατί γρήγορα θα οργιστεί και θα φύγει από τη δούλεψή σου. Στη σύντροφο της ζωής σου, στη μάνα των παιδιών σου, στη βάση κάθε χαράς μέσα στην οικογένειά σου, δεν πρέπει με αγριάδα και απειλές να επιβάλλεσαι, αλλά με την αγάπη και τον καλό τρόπο.

Τι συζυγική ζωή είναι αυτή, όταν η γυναίκα τρέμει τον άνδρα της; Και ποια οικογενειακή θαλπωρή θα απολαύσει ο άνδρας, όταν ζει μαζί με γυναίκα που τη μεταχειρίζεται σαν δούλα; Κι αν πάθεις κάτι για χάρη της, μην της το χτυπήσεις. Ούτε ο Χριστός έκανε κάτι τέτοιο. «Και τη ζωή του», λέει, «πρόσφερε γι’ αυτήν, θέλοντας έτσι να την καθαρίσει και να την αγιάσει» (Εφ. 5:25-26).»

Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου

Βίος Αγίου Αμφιλοχίου Επισκόπου Ικονίου






Καταγωγή
Ο Ιερός Αμφιλόχιος γεννήθηκε από γονείς ευγενείς και επισήμους στη χώρα των Καππαδόκων. Και συγκεκριμένα στην Καισαρεία το 340. Τον πατέρα του το λέγανε και αυτόν Αμφιλόχιο και τη μητέρα του Λιβύη. Ήταν αδελφός της Θεοδοσίας, της μητρός της Αγ. Ολυμπιάδος, της διακόνισσας, που υπηρέτησε διαφόρους Επισκόπους της Κωνσταντινουπόλεως. Ακόμη ήταν εξάδελφος του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού. Μάθαινε τα γράμματα μαζί με τον Μέγα Βασίλειο και τον Θεολόγο Γρηγόριο, οι οποίοι ήσαν συμμαθητές του. Εξάσκησε το επάγγελμα του συνηγόρου στην Κωνσταντινούπολη από το 364 έως το 370.

Ασκητής
Ο Άγιος Αμφιλόχιος, όσο μεγάλωνε στην ηλικία, τόσο συνετός και θεοφοβούμενος γινόταν. Σιγά — σιγά μίσησε όλα τα εγκόσμια και προτίμησε τον Χριστό. Άφησε όλες τις απολαύσεις της ζωής και επήγε εις την έρημο παρά τα Οζίζαλα της Καππαδοκίας. Εκεί στον έρημο αυτόν τόπον άρχισε την ασκητική του ζωή. Νήστευε, αγρυπνούσε, προσευχόταν διαρκώς με δάκρυα, κοιμόταν χάμω και έκανε κάθε σκληραγωγία και άσκηση. Με αυτήν την άσκηση άρχισε να κτίζει Εκκλησία στο όνομα της Αειπαρθένου Μαρίας. Εκεί έζησε τρία χρόνια από το 370 - 373.

«Να γίνεις βοσκός λογικών προβάτων»
Κατά το διάστημα, που αγωνιζόταν στην άσκηση, απέθανε ο Επίσκοπος του Ικονίου, ονόματι Ιωάννης. Τότε ο προνοητής των απάντων, ο Θεός, έστειλε Άγγελο και λέγει προς τον Άγιο:
-Αμφιλόχιε, πήγαινε στην Μητρόπολι του Ικονίου να γίνεις, βοσκός των λογικών μου προβάτων.
Ο Άγιος άκουσε μεν την θεία φωνή, αλλά ως ταπεινός, δεν είχε προθυμία να υπάγει, γιατί νόμιζε, ότι δεν ήταν άξιος για ένα τόσο μεγάλο αξίωμα. Και τη δεύτερη νύχτα ακούει πάλι την ίδια φωνή του Αγγέλου. Και πάλιν, όμως είχε αμφιβολία μήπως ήταν απάτη του δαίμονος. Αλλά ήλθε και την τρίτη νύχτα και του λέγει:
-Μην εναντιώνεσαι στο Θειο πρόσταγμα, Αμφιλόχιε, διότι η χάρις του Αγίου Πνεύματος σε ψήφισε Επίσκοπο.
Εάν είσαι, λέγει ο Αμφιλόχιος, Άγγελος του Θεού, μείνε να κάνουμε μαζί προσευχή. Ο Άγγελος δέχθηκε. Τότε σηκώθηκε ο Αμφιλόχιος, έσκυψε το κεφάλι και είπε: «Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ και τα λοιπά». Ο Άγγελος επήρε από το χέρι τον Αμφιλόχιο και επήγαν στην Εκκλησία, όπου οι πόρτες άνοιξαν μόνες τους.

Η χειροτονία του
Οι επτά Επίσκοποι είδαν την θεία οπτασία και αμέσως τον πήραν και τον πήγαν στην Εκκλησία, για να εκτελέσουν εκείνο, που τους πρόσταξε το Πνεύμα το Άγιο. Όταν λοιπόν φόρεσαν τις αρχιερατικές τους στολές, κατάλαβε ο Άγιος τι ήθελαν να κάμουν και τότε τους ομολόγησε με όλη την ειλικρίνεια ότι Άγγελοι τον χειροτόνησαν την νύχτα. «Εν γαρ τη νυκτί ταύτη Άγγελοι Θεού εχειροτόνησάν με Επίσκοπον Ικονίου». Όταν άκουσαν αυτά οι Επίσκοποι, έμειναν εκστατικοί, θαύμασαν για το παράξενο αυτό συμβάν και κατάλαβαν ότι ήταν θέλημα Θεού η Χειροτονία του. Τότε κάλεσαν όλους τους Επισκόπους και τους κληρικούς της επαρχίας και γνώρισαν την υπόθεση σε όλους. Αμέσως όλοι με μια γνώμη και την ψήφο όλων τον ανέβασαν στον θρόνο ως άξιο. Ήταν το έτος 373 κατά τους χρόνους των βασιλέων Ουαλεντιανού και Ουάλεντος. Έφθασε δε μέχρι των χρόνων του Θεοδοσίου του Μεγάλου και των υιών αυτού.


Ο Αμφιλόχιος ως Επίσκοπος Ικονίου
Παρέλαβε, λοιπόν, την Εκκλησία ο Αμφιλόχιος και ποίμανε αυτήν θεάρεστα, ποτίζοντας με ζωήρρυτα λόγια. Με άρτο θεοσεβείας έτρεφε τα λογικά του πρόβατα, που του εμπιστεύθηκε ο Θεός. Με τις ομιλίες του παρακινεί τους πιστούς να εφαρμόζουν την πίστη εις έργα και να αγωνίζονται διαρκώς, δια να αποκτήσουν τις αρετές. Με τις επιστολές του διαφωτίζει τους Χριστιανούς στα δογματικά θέματα της Πίστεως και καταπολεμεί τους αιρετικούς. Κατά τους χρόνους εκείνους, διέταξε ο Μέγας Θεοδόσιος να γίνει στη Βασιλεύουσα, Σύνοδος, διότι η Εκκλησία ταρασσόταν από την αίρεση του Μακεδονίου και του Ευνομίου. Όταν συγκροτήθηκε η Β' Οικουμενική Σύνοδος με 150 Αγίους Πατέρες το έτος (381) με την χάριν του Αγίου Πνεύματος, νίκησαν οι Ορθόδοξοι δια μέσου του Αμφιλοχίου.

Ο Βασιλεύς ικανοποιεί τον Άμφιλόχιο
Ύστερα από την τιμωρία των αιρετικών, ο Θεοδόσιος εστράφη προς τον Αμφιλόχιο και τον παρακάλεσε να μείνει πολλές ημέρες στο παλάτι του. Ο Αμφιλόχιος δέχθηκε. Κατά την διάρκεια της φιλοξενίας, ο Θεοδόσιος άκουε με ευλάβεια την γλυκύτατη διδασκαλία του Αγίου. Αλλά ο Αμφιλόχιος ήξερε, ότι η θέση του δεν ήταν στο Παλάτι. Πολλές φορές ζήτησε την άδεια από τον Θεοδόσιο να τον αφήσει να φύγει. Αλλά ο ευσεβέστατος βασιλεύς δεν τον άφηνε. Πάλι τον παρακάλεσε ο Άγιος λέγοντας, ότι ο βοσκός πρέπει να ευρίσκεται κοντά στα πρόβατά του. Τέλος, σαν είδε ο Θεοδόσιος ότι ποθούσε πολύ να φύγει, του πρότεινε, να του ζητήσει, οποία χάρη ήθελε. Τότε ο Αμφιλόχιος, ικανοποιημένος από την δικαίωση της Ορθοδοξίας, είπε στον βασιλέα:
— Η χάρη, την οποίαν ζητούσα από την βασιλεία σου, μου δόθηκε με την συνεργία του Θεού. Γι αυτό, άλλο χάρισμα δεν ζητώ από το κράτος σου.
Ο βασιλεύς όμως επέμενε να του ζητήσει χωρίς άλλο και άλλο δώρημα. Για να τον ευχαριστήσει, λοιπόν, ο Άγιος του ζήτησε να κτίση στο Ικόνιο δύο Εκκλησίες, μία στο όνομα της του Θεού Σοφίας και την άλλη του βαπτιστού Ιωάννου. Ο Θεοδόσιος το υποσχέθηκε και το πραγματοποίησε.

Με τον Μέγα Βασίλειο στο Ικόνιο
Σε λίγο ο Θεοδόσιος έστειλε και έκτισε τρεις Ναούς, δύο, που ζήτησε ο Άγιος και άλλον για τον αρχιδιάκονο. Αφού δε οι Ναοί τελείωσαν, κάλεσε ο Αμφιλόχιος τον Μέγα Βασίλειο να τους εγκαινιάσει. Τους εγκαινίασε. Έγινε τότε πνευματική ευφροσύνη και του Αγίου Πνεύματος επισκίασης. Πέρασαν δύο χρόνια και ο Άγιος Βασίλειος εκοιμήθη εις Κύριο και τον ενταφίασε ο Ιερός Αμφιλόχιος, ο οποίος έγραψε και εγκώμιο εις αυτόν. Μετά ταύτα επέστρεψε εις την επαρχία του και δίδασκε πάντοτε το ποίμνιο του, διδάσκοντας τους Χριστιανούς τον δρόμο του Θεού δια την σωτηρία της ψυχής.

Η κοίμηση του
Με αυτόν τον τρόπον, αγωνιζόμενος ο Άγιος Αμφιλόχιος και διδάσκων, έφυγε προς Κύριο κοντά στο 400, δια να λάβει την αμοιβή των κόπων του. Όλη η πόλη λυπήθηκε και ένοιωσαν μεγάλη συμφορά την στέρηση του. Έθαψαν με μεγάλες τιμές το τίμιο λείψανο και έχυσαν πολλά δάκρυα ευγνωμοσύνης και αγάπης. Ο Άγιος τίμησε τους πιστούς, που τον δόξασαν. Μετά θάνατον έκαμε πολλά θαύματα εις δόξα του μόνου Αληθινού Θεού ημών. Ο Άγιος Αμφιλόχιος έφθασε σε τόσην αγιότητα και παιδεία εξωτερική και εσωτερική, ώστε συγκρίνεται με τον Μέγα Βασίλειο και τον Θεολόγο Γρηγόριο.

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012

Σκόρπισε,λοιπόν,για να μη ζημιωθείς



Όταν είπε· «Κάνετε φίλους για τον εαυτό σας», δε σταμάτησε μέχρις εδώ, αλλά πρόσθεσε· «από τον άδικο μαμμωνά» (Λουκ. 16,9), για να είναι δικό σου το κατόρθωμα. Και εδώ δεν εννοεί τίποτε άλλο, παρά την ελεημοσύνη.
Το περίεργο είναι ότι δεν ομιλεί καθαρά για την περίπτωση, που δεν θα αδικήσουμε. Διότι λέει περίπου τα εξής: Απέκτησες άδικα κέρδη; Ξόδεψέ τα καλά. Συγκέντρωσες χρήματα από αδικίες; Σκόρπισέ τα δίκαια.
Τί αρετή, όμως, είναι αυτή, να δίνεις από τα άδικα κέρδη; Ο Θεός, που είναι φιλάνθρωπος, φθάνει και σε αυτό το σημείο της επιεικείας ακόμη. Κι αν κάνουμε έτσι, μας υπόσχεται πολλά αγαθά. Αλλ’ εμείς έχουμε σκληρυνθεί τόσο πολύ, ώστε να μην ελεούμε, ούτε και από τα άδικα κέρδη μας, αλλά ενώ αρπάζουμε πάρα πολλά, νομίζουμε ότι τα ξοφλήσαμε όλα, αν δώσουμε ένα μικρό μέρος.
Δεν άκουσες τον Παύλο, που λέει· «Αυτός που σπέρνει με φειδώ, με φειδώ και θα θερίσει;» (Β΄ Κορ. 9,6). Γιατί, λοιπόν, λυπάσαι να δώσεις; Μήπως είναι έξοδο; Μήπως είναι δαπάνη; Εισόδημα είναι και κερδοσκοπική ενέργεια. Και όπου έχουμε κερδοσκοπικές ενέργειες, εκεί έχουμε και περισσεύματα. Όπου έχουμε σπορά, εκεί έχουμε και συγκομιδή.
Εσύ, αν πρόκειται να σπείρεις γόνιμο και παχύ χωράφι, που μπορεί να φιλοξενήσει πολύ σπόρο, θα διέθετες όσα είχες και θα δανειζόσουν και από άλλους, γιατί θα έκρινες σαν ζημία στη περίπτωση αυτή την οικονομία. Όταν, όμως, πρόκειται να σπείρεις τον ουρανό, που δεν επηρεάζεται από τις ανώμαλες καιρικές συνθήκες, και που είναι σίγουρο ότι θα σου επιστρέψει πολύ περισσότερα από όσα θα σπείρεις, διστάζεις και οπισθοχωρείς και δε σκέπτεσαι ότι μπορεί να ζημιωθείς με την οικονομία και να κερδίσεις με τη σπατάλη!
Σκόρπισε, λοιπόν, για να μη ζημιωθείς. Μη κάνεις οικονομία, για να κάνεις οικονομία. Δώσε, για να κρατήσεις. Ξόδεψε, για να κερδίσεις. Και αν χρειαστείς να τα φυλάξεις, μη τα φυλάξεις εσύ. Διότι θα τα χάσεις, οπωσδήποτε. Να τα εμπιστευθείς στο Θεό. Διότι από εκείνον δεν θα τα κλέψει κανένας. Μη τα διαχειρίζεσαι εσύ. Διότι δε γνωρίζεις να κερδίζεις.
Δάνεισέ τα σ’ εκείνον, που δίνει τόκο μεγαλύτερο από το κεφάλαιο. Δάνεισέ τα εκεί, που δεν υπάρχει φθόνος, ούτε κατηγορία, ούτε σκευωρία, ούτε φόβος. Δάνεισέ τα σ’ εκείνον, που δεν τα χρειάζεται και θα τα χρησιμοποιήσει για σένα. Σ’ εκείνον, που τρέφει όλους και πεινά, για να μην πεινάσεις εσύ. Σ’ εκείνον που ζητιανεύει, για να πλουτίσεις εσύ. Δάνεισέ τα σ’ εκείνον, από όπου δεν μπορεί να οδηγηθείς στο θάνατο, αλλά θα κερδίσεις τη ζωή, αντί για το θάνατο. Διότι, οι τόκοι αυτών των χρημάτων, θα σου χαρίσουν τη βασιλεία των ουρανών, ενώ οι άλλοι θα έχουν ως αποτέλεσμα την αιώνια κόλαση. Οι δεύτεροι είναι αποτέλεσμα φιλαργυρίας, οι πρώτοι σωστής εκτιμήσεως των πραγμάτων. Οι δεύτεροι απανθρωπιάς, οι πρώτοι φιλανθρωπίας.
Ποιά δικαιολογία θα έχουμε, λοιπόν, αν αγωνιζόμαστε για εκείνα τα ανήθικα και τιποτένια και πρόσκαιρα και αίτια μεγάλης πυρκαγιάς για τον εαυτό μας, ενώ μπορούμε να κερδίσουμε περισσότερα και χωρίς κινδύνους και στον κατάλληλο καιρό και με πολλή ελευθερία και χωρίς επικρίσεις και φόβους και κινδύνους;

Αγ.Ιωάννης Χρυσόστομος

Στάρετς Λεωνίδας…Η Αδελφική Αγάπη



‘Αδελφική αγάπη…
Μαθητής: Δεν βλέπω αγάπη ανάμεσα στους αδελφούς και δεν βρίσκω κανένα, με τον όποιο να μπορώ να συζητήσω πάνω σε θέματα άγιας Γραφής.
Γέρων: Δεν είναι δυνατό να μην υπάρχει αγάπη ανάμεσα τους! Αυτό είναι το σωστό συμπέρασμα, στο οποίο πρέπει να καταλήγεις. “Αν δεν βλέπεις αγάπη ανάμεσα τους, αυτό οφείλεται σε σένα. Συ δεν έχεις αγάπη. Συ πρέπει να δείξεις αγάπη. Και τότε θα δεις, ότι ή αγάπη κατοικεί πλούσια μέσα στην καρδιά τους. Και μη το ξεχνάς ποτέ. Έχομε εντολή από τον Θεό να αγαπάμε τους συνανθρώπους μας. Μα να ζητάμε εμείς αγάπη από τους άλλους — αυτό ή άγια Γραφή δεν το λέει πουθενά! “Όταν οι άλλοι δεν μπορούν, ή δεν έχουν την τόλμη, να συζητήσουν μαζί σου πάνω στις άγιες Γραφές, μην επιμένεις. Όποιος έχει ταπείνωση, έχει και απλότητα· και όποιος έχει απλότητα, δεν περιεργάζεται τα κρίματα του Θεού. Τα δέχεται με πίστη. Και αρκείται στις έννοιες – γνώσεις, πού ή πίστη του αποκαλύπτει. Ό Θεός δεν θα μας ζητήσει λόγο, γιατί δεν γίναμε θεολόγοι, άλλα γιατί δεν φροντίσαμε για τον εαυτό πού πάντοτε μας δίδει, όσα είναι για το συμφέρον μας. Γιατί εμείς είμαστε νήπια. Και δεν μπορούμε να εννοήσουμε τα κρίματα Εκείνου, πού κυβερνά τον κόσμο, ολόκληρο.
Και έτσι, Του ζητάμε πράγματα, πού, αν και θα μπορούσαν να υπηρετήσουν την σωτηρία μας, εμάς θα μας έβλαπταν, γιατί θα τα χρησιμοποιούσαμε κατά τρόπο επιζήμιο. Γι’ αυτό, ο στοργικός Πατέρας μας δεν μας αφήνει να γευτούμε όλα τα χαρίσματα Του πού συντελούν στην σωτηρία. Επειδή μπορεί να μας γίνουν αιτία απώλειας! Τι θα γινόταν, αν ό Θεός, πού όλα τα γνωρίζει, εκπλήρωνε τον κάθε μας πόθο; Εγώ νομίζω, χωρίς όμως να είμαι και σίγουρος γ ι ‘ αυτό, ότι τότε όλος ό κόσμος θα χανόταν! Ό Θεός δεν απορρίπτει τις προσευχές των εκλεκτών Του. Μα και δεν εκπληρώνει όλα τα αιτήματα τους. Και αυτό, επειδή φροντίζει για όλα με τον πιο καλό τρόπο. Και μη ξεχνάς ποτέ, ότι οι άνθρωποι πού ζουν, χωρίς να προσέχουν ιόν εαυτό τους, δεν γίνονται ποτέ άξιοι να τους επισκεφθεί ή χάρη του Θεού. Και αν ποτέ βρεθούν άξιοι τέτοιων δωρεών, χάρις στην αγαθότητα του Θεού και μόνο, τούτο συμβαίνει λίγο πριν από το τέλος τής ζωής τους.
Λες, ότι δεν έχεις κάμει καμιά πνευματική προκοπή μέχρι τώρα, επειδή αυτό διαπιστώνεις! Δεν έχεις δίκιο. Μόνο τα αισθήματα αυτά μπορούν να σπείρουν την αληθινή ταπείνωση μέσα στην καρδιά σου. Και όταν αποκτήσεις πραγματική συναίσθηση, ότι στερείσαι καρπών πνευματικών, τότε μόνο θα το καταλάβεις καλά ότι πρέπει να καταβάλλεις αμείωτη προσπάθεια να βιάσεις τον εαυτό σου, χάριν τού Χριστού. διαφορετικό. “Αν δεν την έχεις αυτήν την απλότητα, απόκτησε την: Με το να μην έχεις εμπιστοσύνη στον εαυτό σου. Με το να θυμάσαι τον σκοπό, για τον οποίο ήρθες εδώ. Με το να θυμάσαι την ζέση και την ψυχική διάθεση πού είχες στην αρχή, τότε πού επισκέφθηκε την καρδιά σου ο Θεός. Αυτή η αλλοίωσης της δεξιάς του Ύψιστου. Για εκείνον πού βρίσκεται σε υπακοή, του Θεού συνεργούνος τίποτα δεν είναι δύσκολο. Ή αληθινή αυταπάρνηση κάνει πάντοτε εύκολο τον ζυγό της σωτηρίας. Και επειδή οι πειρασμοί δεν ξεπερνούν ποτέ τις δωρεές του Θεού, όποιος επιθυμεί να σωθεί, μπορεί (με την δύναμη του ‘Ονόματος ‘Εκείνου πού δίνει σε όλους δύναμη, δηλ. του Κυρίου Ιησού!) όλα να τα κάμει. Και αυτό είναι μια τόσο ιερή αλήθεια πού, όποιος διαθέτει έστω και λίγη ζωντανή πίστη, ποτέ δεν θα την αμφισβητήσει. Του ολιγόπιστου, ακόμη και το ελάχιστο μόριο σκόνης, του φαίνεται βουνό! Αντίθετα, του πιστού όλα του φαίνονται άπλα. Γιατί, όποιος έχει πίστη, μπορεί να μετακινήσει ακόμη και ολόκληρα βουνά πειρασμούς.

Στάρετς Λεωνίδας…

Η χριστιανική συζυγία: Συμβουλές προς τον σύζυγο



Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος
Ας θεωρούμε, λοιπόν, ότι ο άνδρας είναι το κεφά­λι και η γυναίκα το σώμα, όπως αποδεικνύει και τούτος ο αποστολικός συλλογισμός: «Ο άνδρας είναι η κεφαλή (δηλ. ο αρχηγός) της γυναίκας, όπως και ο Χριστός της Εκκλησίας. Ο Χριστός είναι και ο σω­τήρας του σώματός Του, της Εκκλησίας. Όπως όμως η Εκκλησία υποτάσσεται στο Χριστό, έτσι και οι γυναίκες πρέπει σε όλα να υποτάσσονται στους άνδρες τους» (Εφ. 5:23-24).
Εσύ, ο άνδρας, ακούς τον Παύλο, που συμβουλεύ­ει τη γυναίκα να υποτάσσεται σ’ εσένα, και τον επαι­νείς και τον θαυμάζεις. Ακου, όμως, τι λέει παρακά­τω. Ακου τι ζητάει από σένα: «Οι άνδρες ν’ αγαπάτε τις γυναίκες σας, όπως ο Χριστός αγάπησε την Εκ­κλησία και πρόσφερε τη ζωή Του γι’ αυτήν» (Εφ. 5:25). Είδες προηγουμένως υπερβολή υποταγής; Δες τώρα υπερβολή αγάπης. Θέλεις να υπακούει σ’ εσένα η γυναίκα σου, όπως η Εκκλησία υπακούει στο Χρι­στό; Φρόντιζε κι εσύ γι’ αυτήν, όπως ο Χριστός για την Εκκλησία. Κι αν χρειαστεί τη ζωή σου να θυσιά­σεις γι’ αυτήν, κομμάτια να γίνεις χίλιες φορές, τα πά­ντα να υπομείνεις και να πάθεις, μην αρνηθείς να το κάνεις.
Γιατί ούτε κι έτσι θα έχεις κάνει κάτι ισάξιο μ’ εκείνο που έκανε ο Χριστός για την Εκκλησία, αφού εσύ θα έχεις πάθει γι’ αυτήν με την οποία είσαι ενω­μένος, ενώ ο Κύριος έπαθε γι’ αυτήν που Τον απο­στρεφόταν και Τον περιφρονούσε. Καθώς, λοιπόν, ο Χριστός όχι με απειλές, όχι με βρισιές, όχι με φοβέ­ρες, αλλά με πολλή αγάπη και στοργή, με φροντίδα και θυσία κατόρθωσε να εμπνεύσει την ευπείθεια σ’ εκείνην που τόσο Τον είχε λυπήσει, έτσι να κάνεις κι εσύ, έτσι να φέρεσαι στη γυναίκα σου. Αν δεν σε προ­σέχει, αν σε αντιμετωπίζει με υπερηφάνεια, αν σου δείχνει περιφρόνηση, θα μπορέσεις να τη συμμορφώ­σεις με την πολλή φροντίδα σου, με την αγάπη και την καλοσύνη σου, όχι με την οργή και το φοβέρισμα. Μόνο έναν υπηρέτη μπορείς να συνετίσεις έτσι, ή μάλλον ούτε κι αυτόν, γιατί γρήγορα θα οργιστεί και θα φύγει από τη δούλεψή σου. Στη σύντροφο της ζωής σου, στη μάνα των παιδιών σου, στη βάση κάθε χαράς μέσα στην οικογένειά σου, δεν πρέπει με αγριάδα και απειλές να επιβάλλεσαι, αλλά με την αγά­πη και τον καλό τρόπο.
Τί συζυγική ζωή είναι αυτή, όταν η γυναίκα τρέμει τον άνδρα της; Και ποιά οικογενειακή θαλπωρή θα απολαύσει ο άνδρας, όταν ζει μαζί μέ γυναίκα που τη μεταχειρίζεται σαν δούλα; Κι αν πάθεις κάτι για χάρη της, μην της το χτυπήσεις. Ούτε ο Χριστός έκανε κά­τι τέτοιο. «Και τη ζωή του», λέει, «πρόσφερε γι’ αυτήν, θέλοντας έτσι να την καθαρίσει και να την αγιάσει» (Εφ. 5:25-26). Επομένως ήταν ακάθαρτη, είχε ελατ­τώματα, ήταν άσχημη και ποταπή.
…
…Γι’ αυτό μη ζητάς από τη γυναίκα αυτά που δεν είναι δικά της. Βλέπεις, ότι όλα από τον Κύ­ριο τα πήρε η Εκκλησία. Απ’ αυτόν έγινε ένδοξη και λαμπρή. Μη νιώσεις αποστροφή για τη γυναίκα, επει­δή έτυχε να μην είναι όμορφη. Ακουσε τι λέει η Γρα­φή: «Η μέλισσα είναι τόσο μικρή ανάμεσα στα φτε­ρωτά, μα ο καρπός των κόπων της είναι τόσο γλυκός!» (Σοφ. Σειρ. 11:3). Θεού πλάσμα είναι η γυναίκα. Με την αποστροφή σου δεν προσβάλλεις εκείνην, αλλά το Δημιουργό της. Τί δικό της έχει; Ο Κύριος δεν της τα έδωσε όλα; Μα και την όμορφη γυναίκα μην την παινέψεις, μην τη θαυμάσεις. Ο θαυμασμός της μιας και η περιφρόνηση της άλλης δείχνουν άνθρωπο ακό­λαστο. Την ομορφιά της ψυχής να ζητάς και το Νυμφίο της Εκκλησίας να μιμείσαι. Η σωματική ομορ­φιά, πέρα από το ότι είναι γεμάτη αλαζονεία, προκα­λεί ζήλεια, πολλές φορές μάλιστα και αβάσιμες υπο­ψίες. Δεν χαρίζει, όμως, ηδονή; Για λίγο, ναι· για ένα μήνα ή δύο, ή το πολύ για ένα χρόνο· υστέρα, όχι πια. Γιατί, λόγω της συνήθειας, δεν σου κάνει πια αίσθηση η ομορφιά, η οποία όμως διατηρεί την αλαζονεία της. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στην περίπτωση μιας γυ­ναίκας που δεν έχει εξωτερική ομορφιά, έχει όμως εσωτερική. Εκεί είναι φυσικό η ηδονή και η αγάπη του συζύγου να παραμένουν απ’ την αρχή ως το τέλος αμείωτες, γιατί προέρχονται από ομορφιά ψυχής και όχι σώματος.
Υπάρχει τίποτα ωραιότερο από τ’ αστέρια τ’ ουρα­νού; Σώμα τόσο λευκό δεν μπορείς να μου βρεις. Μά­τια τόσο λαμπερά δεν μπορείς να μου δείξεις. Όταν δημιούργησε ο Θεός τ’ αστέρια, οι άγγελοι τα θαύ­μασαν γεμάτοι έκπληξη. Κι εμείς τώρα τα θαυμάζου­με, όχι όμως τόσο πολύ, όσο όταν τα πρωτοείδαμε. Αυτό κάνει η συνήθεια. Ελαττώνει την έκπληξη, επο­μένως και το θαυμασμό και την έλξη. Σκεφτείτε τώρα πόσο περισσότερο ισχύει αυτό στην περίπτωση της γυναίκας. Αν μάλιστα τύχει να τη βρει και κάποια αρρώστια, αμέσως χάθηκαν όλα. Να γιατί από τη γυναίκα πρέπει να ζητάμε καλοσύνη, μετριοφροσύνη, ευθύτητα και ειλικρίνεια. Αυτά είναι τα γνωρίσματα της ψυχικής ομορφιάς. Σωματική ομορφιά να μη ζητάμε. Δεν βλέπετε τόσους και τόσους, που πήραν ωραίες γυναίκες, πως κατέστρεψαν τη ζωή τους αξιο­θρήνητα; Και δεν βλέπετε άλλους, που, χωρίς να έχουν ωραίες γυναίκες, έζησαν πολύ ευτυχισμένα;
Ούτε, όμως, και για πλούσια γυναίκα να ψάχνουμε. Κανένας ας μην περιμένει να γίνει πλούσιος με το γά­μο. Αισχρός και αξιοκαταφρόνητος είναι ένας τέτοιος πλουτισμός. Επιπλέον, όπως λέει ο απόστολος, «όσοι θέλουν να πλουτίσουν, πέφτουν σε πειρασμό, σε πα­γίδα του διαβόλου και σε πολλές επιθυμίες ανόητες και βλαβερές, που βυθίζουν τους ανθρώπους στην κα­ταστροφή και στο χαμό» (Α’ Τιμ. 6:9).
Από τη γυναίκα, λοιπόν, μη ζητάς λεφτά, αλλά αρετές. Είναι δυνατό ν’ αδιαφορείς για τα σπουδαι­ότερα και να φροντίζεις για τα ασήμαντα; Δυστυχώς, όμως, σε όλα αυτό κάνουμε. Αν αποκτήσουμε παιδί, νοιαζόμαστε όχι για το πως θα γίνει καλός άνθρω­πος, αλλά για το πως θα του εξασφαλίσουμε πλούτη· όχι για το πως θ’ αποκτήσει καλούς τρόπους, αλλά για το πως θα έχει πολλούς πόρους. Στο επάγγελμά μας, πάλι, δεν κοιτάμε πως θα το ασκήσουμε τίμια, αλλά πως θα μας φέρει μεγάλα κέρδη. Όλα, λοιπόν, γίνονται για τα λεφτά. Μας έχει κυριέψει ο έρωτας του χρήματος, γι’ αυτό οδηγούμαστε στην καταστρο­φή.
«Έτσι», συνεχίζει ο απόστολος, «και οι άνδρες οφείλουν ν’ αγαπούν τις γυναίκες τους, όπως αγα­πούν τω ίδιο τους το σώμα. Όποιος αγαπάει τη γυ­ναίκα του, αγαπάει τον εαυτό του. Κανείς ποτέ δεν μίσησε το ίδιο του το σώμα, αλλ’ αντίθετα το τρέφει και το φροντίζει· έτσι κάνει και ο Κύριος για την Εκκλησία, γιατί όλοι είμαστε μέλη του σώματός Του από τη σάρκα Του και τα οστά Του» (Εφ. 5:28-30). …
…
…Όση, λοιπόν, αγάπη έχεις στον εαυτό σου, τόση αγά­πη θέλει ο Θεός να έχεις και στη γυναίκα σου. Δεν βλέπεις ότι και στο σώμα μας πολλές ατέλειες ή ελλεί­ψεις έχουμε; Ο ένας έχει τα πόδια στραβά, ο άλλος τα χέρια παράλυτα, ο τρίτος κάποιο άλλο μέλος άρρω­στο κ.ο.κ. Και όμως, δεν το κακομεταχειρίζεται ούτε το κόβει· απεναντίας μάλιστα, το φροντίζει και το πε­ριποιείται περισσότερο απ’ όσο τα υγιή μέλη του, και ο λόγος είναι ευνόητος.
Όσο αγαπάς, λοιπόν, τον εαυτό σου, τόσο ν’ αγα­πάς και τη γυναίκα σου. Όχι μόνο γιατί ο άνδρας και η γυναίκα έχουν την ίδια φύση, αλλά και για μιαν άλλη σπουδαιότερη αιτία: Γιατί δεν είναι πια δύο ξεχωριστά σώματα, αλλά ένα. …
…
Αλλά και η γυναίκα δεν πρέπει να περιφρονεί τον άνδρα της για οποιονδήποτε λόγο, προπαντός αν εί­ναι φτωχός. Να μη βαρυγγωμάει και να μην τον βρί­ζει, λέγοντας λ.χ.: “Ανανδρε και δειλέ, τεμπέλη και ακαμάτη, ανάμελε και υπναρά! Ο τάδε, αν και κατα­γόταν από φτωχή οικογένεια, με πολλούς κόπους και κινδύνους έκανε μεγάλη περιουσία. Και να, η γυναί­κα του φοράει πανάκριβα ρούχα, κυκλοφορεί με αμά­ξι, έχει τόσους υπηρέτες, ενώ εγώ πήρα εσένα, που είσαι ζαρωμένος από τη φτώχεια και ζεις άσκοπα!”. Δεν πρέπει η γυναίκα να λέει στον άνδρα της τέτοια λόγια. Το σώμα δεν εναντιώνεται στο κεφάλι, αλλά το υπακούει. Πώς, όμως, θα υποφέρει τη φτώχεια; Από που θα βρει παρηγοριά; Ας σκεφτεί τις φτωχότερες γυναίκες. Ας συλλογιστεί πόσες κοπέλες από καλές οικογένειες όχι μόνο τίποτα δεν πήραν από τους άνδρες τους, αλλά και ξόδεψαν τη δική τους περιου­σία γι’ αυτούς. Ας αναλογιστεί τους κινδύνους από έναν τέτοιο πλούτο, και θα προτιμήσει τότε τη φτωχι­κή αλλά ήσυχη ζωή. Γενικά, αν αγαπάει τον άνδρα της, δεν θα ξεστομίσει ποτέ παράπονο ή προσβλητικό λόγο γι’ αυτόν. Θα προτιμήσει να τον έχει κοντά της χωρίς πλούτη, παρά να είναι πλούσιος, και αυτή να ζει μέσα στην ανασφάλεια και τις ανησυχίες, που συνε­πάγονται οι επιχειρηματικές δραστηριότητες.
Ούτε και ο άνδρας, όμως, ακούγοντας τα παράπο­να ή τις επικρίσεις της γυναίκας του, πρέπει να τη βρίζει ή να τη χτυπάει, επειδή έχει εξουσία πάνω της. Καλύτερα να τη συμβουλεύει και να τη νουθετεί ήρε­μα, χωρίς ποτέ να σηκώνει χέρι εναντίον της. Ας τη διδάσκει την ουράνια φιλοσοφία, τη χριστιανική, που είναι ο αληθινός πλούτος. Ας τη διδάσκει όχι μόνο με τα λόγια αλλά και με τα έργα, πως η φτώχεια δεν είναι καθόλου κακό. Ας τη διδάσκει να περιφρονεί τη δό­ξα και ν’ αγαπά την ταπείνωση· και τότε εκείνη ούτε παράπονο θα έχει ούτε χρήματα θα επιθυμεί. Ας τη διδάσκει να μην αγαπάει τα χρυσά κοσμήματα και τα πολυτελή ρούχα και τα πολλά αρώματα, ούτε να θέλει για το σπίτι ακριβά έπιπλα και περιττά στολίδια. Όλα τούτα φανερώνουν ματαιόδοξο φρόνημα και κουφότητα. Και της ίδιας και του σπιτιού στολισμός ας είναι η κοσμιότητα και η σεμνότητα. Και η ίδια και το σπίτι ας μοσχοβολάνε το άρωμα της σωφροσύνης και της αρετής.
(Πηγή: Αποσπάσματα από το κεφάλαιο «Η χριστιανική συζυγία» του βιβλίου «Θέματα ζωής». Κείμενα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσόστομου. Η επεξεργασία και μετάφραση των κειμένων καθώς και η έκδοση των βιβλίων έχουν γίνει από τους πατέρες της Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπού, Τόμος Α’, σελ. 125-126, 128-130, 131-132, 137-138)

Όλοι οι χριστιανοί θέλουν να πάνε στον παράδεισο…



Ρώτησε κάποιον: «Θέλεις να πας στον παράδεισο, στην ουράνια βασιλεία;». Αμέσως θα σου απαντήσει, «Και βέβαια θέλω». Αν, όμως, ύστερα του πεις: «Για να πας εκεί, πρέπει να κάνεις το και το», θα τον δεις να μουδιάζει. Όλοι οι χριστιανοί θέλουν να πάνε στον παράδεισο, δεν θέλουν όμως όλοι ν’ αγωνιστούν για τον παράδεισο. Το λέω αυτό, γιατί δεν φτάνει να επιθυμείς τη σωτηρία. Για να εκπληρώσεις την επιθυμία σου, χρειάζεται αγώνας. Και για ν’ αρχίσεις τον αγώνα, χρειάζεται σιδερένια αποφασιστικότητα. Για να καταλάβεις καλύτερα τι θέλω να πω, θα σου εξηγήσω πως συνήθως οι επιθυμίες καταλήγουν σε αποφάσεις.
Σκεφτόμαστε και σχεδιάζουμε πολλά. Συχνά συμβαίνει να σκεφτόμαστε κάτι για λίγο και μετά να το ξεχνάμε. Γιατί το ξεχνάμε; Επειδή η καρδιά μας δεν είναι σ’ αυτό. Αν ήταν, θα μας άρεσε. Και ότι μας αρέσει, ότι αγαπάμε, ότι θεωρούμε πολύτιμο, το θυμόμαστε. Του δίνουμε, βλέπεις, την καρδιά μας. Όπως είπε ο Κύριος, «όπου είναι ο θησαυρός σας, εκεί θα είναι και η καρδιά σας» (Ματθ. 6:21). Για να εκτελέσουμε, ωστόσο, ένα έργο ή για ν’ αποκτήσουμε ένα πράγμα που μας αρέσει, φτάνει να του δώσουμε την καρδιά μας, φτάνει να το θαυμάσουμε και να το επιθυμήσουμε; Όχι.
Υπάρχουν πολλές επιθυμίες, που παραμένουν ανεκπλήρωτες από έλλειψη δυνάμεων ή ενεργητικότητας. Για να εκπληρωθεί μια επιθυμία, πρέπει να εξελιχθεί σε απόφαση και σταθερή επιδίωξη. Όταν η καρδιά πει «Με κάθε τρόπο και κάθε θυσία θ’ αποκτήσω το τάδε πράγμα ή θα εκτελέσω το τάδε έργο», ο άνθρωπος αρχίζει να καταστρώνει το σχέδιο για την εκπλήρωση της αποφάσεώς του. Εξετάζει τα μέσα, αναζητεί ευνοϊκές συνθήκες τόπου και χρόνου, παίρνει προληπτικά μέτρα για την υπέρβαση τυχόν εμποδίων και κάνει μια συνολική εκτίμηση της διαδικασίας που θ’ ακολουθήσει, για να πετύχει το σκοπό του. Μετά την κατάστρωσή του, τέλος, το σχέδιο πρέπει να τεθεί σε εφαρμογή. Πρέπει ν’ αρχίσει η δράση, η προσπάθεια, ο αγώνας. Ν’ αρχίσει και να συνεχιστεί ως το τέλος με σταθερότητα, υπομονή και επιμέλεια.
Η όλη διαδικασία, όπως τη διαγράφω, μοιάζει, θα έλεγα, με την προετοιμασία ενός ξυλοκοπτικού μηχανήματος, πριν αυτό τεθεί σε λειτουργία: Ο ατμοκινητήρας είναι έτοιμος, η ξυλεία τοποθετημένη κάτω απ’ το πριόνι, το καθετί στη θέση του. Για ν’ αρχίσει η κοπή, δεν απομένει παρά να βάλουμε μπροστά το μηχάνημα, να το κινητοποιήσουμε. Αυτή η κινητοποίηση είναι το αποτέλεσμα όλης της προηγούμενης προετοιμασίας και απ’ αυτήν εξαρτάται η επόμενη κρίσιμη πράξη, το ξεκίνημα της προσπάθειας. Το ξεκίνημα είναι, πρέπει να σου πω, το πιο δύσκολο βήμα. Μέχρι τη λήψη της αποφάσεως, η διαδικασία είναι εσωτερική. Μετά τη λήψη της αποφάσεως, πρέπει να συνεχιστεί εξωτερικά, να εκφραστεί με έργα, να εκδηλωθεί με αγώνα. Κάνε το πρώτο βήμα, και η ίδια η κατάσταση, που έχει διαμορφωθεί μέσα σου, θα σε παρακινήσει να συνεχίσεις την προσπάθεια. Αυτό είναι όλο!
Καταλαβαίνεις τώρα τι χρειάζεται να κάνεις ακόμα, ώστε η επιθυμία σου για μια ζωή πνευματική να μεταμορφωθεί σε πράξη. Αν θέλεις να εκπληρωθεί ο πόθος σου, μετάλλαξέ τον σε απόφαση, σε μια απόφαση όχι βιαστική και επιπόλαιη, αλλά προσεκτική, μελετημένη, σταθερή, συνειδητή και, πάνω απ’ όλα, αμετάκλητη. Ύστερα στρώσου στη δουλειά, ρίξου στον αγώνα. Η απόφαση θέλει περισυλλογή και προσευχή το ξεκίνημα, με τη σειρά του, θέλει αποφασιστικότητα και η πρόοδος θέλει αγωνιστικότητα, υπομονή και σταθερότητα.Ο Κύριος να σε ευλογήσει, ώστε, με τη βοήθειά του, να τα πραγματοποιήσεις όλα αυτά.
Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου

Η αγιότητα των γονέων είναι η καλύτερη εν Κυρίω αγωγή (π. Πορφύριος)



Να βλέπομε τον Θεό στο πρόσωπο των παιδιών και να δώσομε την αγάπη του Θεού στα παιδιά. Να μάθουν και τα παιδιά να προσεύχονται. Για να προσεύχονται τα παιδιά, πρέπει να έχουν αίμα προσευχομένων γονέων. Εδώ πέφτουν έξω μερικοί και λένε: «Εφόσον οι γονείς προσεύχονται, είναι ευσεβείς, μελετούν την Αγία Γραφή και τα παιδιά τα ανάθρεψαν ”εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου”[1], επόμενο είναι να γίνουν καλά παιδιά». Ορίστε, όμως, που βλέπομε αντίθετα αποτελέσματα λόγω της καταπιέσεως.
Δεν είναι αρκετό να είναι οι γονείς ευσεβείς. Πρέπει να μην καταπιέζουν τα παιδιά, για να τα κάνουν καλά με τη βία. Είναι δυνατό να διώξομε τα παιδιά απ’ τον Χριστό, όταν ακολουθούμε τα της θρησκείας με εγωισμό. Τα παιδιά δεν θέλουν καταπίεση. Μην τα εξαναγκάζετε να σας ακολουθήσουν στην εκκλησία. Μπορείτε να πείτε: «Όποιος θέλει, μπορεί να έλθει τώρα μαζί μου ή αργότερα». Αφήστε να μιλήσει στις ψυχές τους ο Θεός. Η αιτία που μερικών ευσεβών γονέων τα παιδιά, όταν μεγαλώσουν, γίνονται ατίθασα κι αφήνουν και την Εκκλησία κι όλα και τρέχουν αλλού να ικανοποιηθούν είναι αυτή η καταπίεση που τους ασκούν οι «καλοί» γονείς. Οι τάχα «ευσεβείς» γονείς, που είχαν τη φροντίδα να κάνουν τα παιδιά τους «καλούς χριστιανούς», μ’ αυτή την αγάπη τους, την ανθρώπινη, τα καταπίεσαν κι έγινε το αντίθετο. Πιέζονται, δηλαδή, όταν είναι μικρά τα παιδιά κι όταν γίνουν δεκάξι χρονώ, δεκαεφτά ή δεκαοχτώ, φθάνουν στο αντίθετο αποτέλεσμα. Αρχίζουν από αντίδραση να πηγαίνουν με παλιοπαρέες και να λένε παλιόλογα.
Ενώ, όταν αναπτύσσονται μέσα στην ελευθερία, βλέποντας συγχρόνως το καλό παράδειγμα των μεγάλων, χαιρόμαστε να τα βλέπομε. Αυτό είναι το μυστικό, να είσαι καλός, να είσαι άγιος, για να εμπνέεις, να ακτινοβολείς. Η ζωή των παιδιών φαίνεται να επηρεάζεται απ’ την ακτινοβολία των γονέων. Επιμένουν οι γονείς: «Άντε να εξομολογηθείς, άντε να μεταλάβεις, άντε να κάνεις εκείνο….». Τίποτα δεν γίνεται. Ενώ βλέπει εσένανε; Αυτό που ζεις, αυτό και να ακτινοβολείς. Ακτινοβολεί ο Χριστός μέσα σου; Αυτό πηγαίνει στο παιδί σου. Εκεί βρίσκεται το μυστικό. Κι αν γίνει αυτό, όταν το παιδί είναι μικρό στην ηλικία, δεν θα χρειασθεί να κοπιάσει πολύ, όταν μεγαλώσει. Πάνω σ’ αυτό το θέμα ακριβώς ο σοφός Σολομών χρησιμοποιεί μια ωραιότατη εικόνα, τονίζοντας τη σημασία που έχει το καλό ξεκίνημα, η καλή αρχή, το καλό θεμέλιο. Λέγει σ’ ένα σημείο: «Ο ορθρίσας προς αυτήν (την σοφίαν) ου κοπιάσει· πάρεδρον γαρ ευρήσει των πυλών αυτού»[2]. Ο «όρθρος προς αυτήν» είναι η πιο νεαρά ηλικία απασχόλησις με αυτή, τη σοφία. Σοφία είναι ο Χριστός. Η λέξη «πάρεδρος» σημαίνει «βρίσκεται πλησίον».
Όταν οι γονείς είναι άγιοι και το μεταδώσουν αυτό στο παιδί και του δώσουν αγωγή εν Κυρίω, τότε το παιδί, ό,τι επιδράσεις κακές κι αν έχει απ’ το περιβάλλον του, δεν επηρεάζεται, διότι έξω απ’ την πόρτα του θα βρίσκεται η Σοφία, ο Χριστός. Δεν θα κοπιάσει, για να την αποκτήσει. Φαίνεται πολύ δύσκολο να γίνεις καλός, αλλά στην πραγματικότητα είναι πολύ εύκολο, όταν από μικρός ξεκινήσεις με καλά βιώματα. Μεγαλώνοντας δεν χρειάζεται κόπος, το έχεις μέσα σου το καλό, το ζεις. Δεν κοπιάζεις, το έχεις ζήσει, είναι περιουσία σου, που τη διατηρείς, αν προσέξεις, σε όλη σου τη ζωή.

Έρχομαι από τον άλλο κόσμο….



( από ένα αληθινό περιστατικό, πού συνέβη στόν γνωστό συγγραφέα καί αγιογράφο, Φώτη Κόντογλου ).
Ένα βράδυ, τήν Δευτέρα τού Πάσχα, τού έτους 1964… , περασμένα μεσάνυχτα, λίγο πρίν κοιμηθώ, βγήκα στο μικρό περιβολάκι που έχουμε πίσω από το σπίτι μας, και στάθηκα γιά λίγο, κοιτάζοντας τον σκοτεινό ουρανό με τ΄ άστρα.
Ένας αγιασμένος γέροντας, μου είχε πεί μια φορά, πως γύρω από αυτές τις ώρες ανοίγουν τα ουράνια…
Θα στεκόμουνα εκεί πέρα μονάχος ως το ξημέρωμα. Σαν να μην είχα σώμα, μήτε κανένα δεσμό με τη γή. Αλλά συλλογίστηκα μήπως ξυπνήσει κανένας μέσα στο σπίτι και ανησυχήσουνε που έλειπα, και γι’ αυτό μπήκα μέσα και ξάπλωσα.
Δε με είχε θολώσει καλά – καλά ο ύπνος, δεν ξέρω αν ήμουνα ξυπνητός ή κοιμισμένος, και βλέπω μπροστά μου έναν άνθρωπο με αλλόκοτη όψη.
Ήτανε κατακίτρινος, σαν πεθαμένος, μα τα μάτια του ήτανε ανοιχτά και μέ έβλεπε τρομαγμένος. Τό πρόσωπο του ήτανε σαν μάσκα, σαν μούμια, με το πετσί του σάν γυαλιστερό, μαυροκίτρινο, και κολλημένο στο νεκροκέφαλο με όλα τα βαθουλώματα. Κοντανάσαινε σαν λαχανιασμένος.
Στό ένα χέρι του βαστούσε κάποιο παράξενο πράγμα, που δεν κατάλαβα τι ήτανε, και με τ’ άλλο έσφιγγε το στήθος του, λές και πονούσε.
Εκείνο το πλάσμα μ’ έκανε ν’ ανατριχιάσω. Τό κοίταζα, και με κοίταζε, δίχως να μιλήσει, σαν να περίμενε να το γνωρίσω. Και στ’ αλήθεια, μ’ όλο που ήτανε τόσο αλλόκοτο, σαν να μου είπε μια φωνή στό μυαλό μου:
–Είναι ο τάδε …
Μόλις άκουσα τη φωνή, τον γνώρισα ποιός ήτανε. Τότε κι εκείνος άνοιξε το στόμα του κι αναστέναξε. Μα η φωνή του σαν να ερχότανε από πολύ μακριά, σα να ‘βγαινε από κανένα βαθύ πηγάδι.
Έβλεπα πως βρισκότανε σε μια μεγάλη αγωνία. Τα χέρια του, τα πόδια του, τα μάτια του, όλα φανερώνανε πως βασανιζότανε. Απάνω στην απελπισία μου, πήγα κοντά του να τον βοηθήσω, μα εκείνος μου έκανε νόημα με το χέρι του να σταματήσω, νά μή πλησιάσω…
ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΕΘΑΝΩ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ…
Άρχισε να βογκάει, με τέτοιον τρόπο, που πάγωσα. Έπειτα μου λέγει:
« Δεν ήρθα, αλλά με ” στείλανε…” Εδώ, ολοένα τρέμω! Βρίσκομαι σε μεγάλη ζάλη. Παρακάλεσε τον Θεό να με λυπηθεί. Θέλω να πεθάνω, μα δεν μπορώ.
Αχ! Όσα έλεγες Φώτη, βγήκαν αληθινά. Θυμάσαι, λίγες μέρες πριν πεθάνω, που ήρθες στο σπίτι μου και μιλούσες για θρησκευτικά; Ήτανε και δύο άλλοι φίλοι μου, άπιστοι κι αυτοί σαν κι εμένα. Εκεί που μιλούσες, εκείνοι χαμογελούσανε…
Σαν έφυγες μού είπανε:
Κρίμα, να έχει τέτοιο μυαλό ό Φώτης, και να πιστεύει στις ανοησίες που πιστεύουνε οι γριές!
Μια άλλη μέρα, σού είχα πεί, όπως και πολλές άλλες φορές:
«Βρε Φώτη, μάζευε λεφτά, θα πεθάνεις στην ψάθα. Βλέπεις εγώ, πόσα λεφτά έχω, και πάλι θέλω κι άλλα». Τότε μου είπες:
« Έχεις κάνει συμβόλαιο με τόν Χάρο πως θα ζήσεις τόσα χρόνια που θέλεις, για να καλοπεράσεις στα γηρατειά σου; »
Σου λέγω εγώ: « Θα δεις πόσο χρονών θα πάγω! Τώρα είμαι εβδομηνταπέντε. Θα περάσω τα εκατό. Έχω εξασφαλίσει τα παιδιά μου, ο γιος μου βγάζει λεφτά πολλά, την κόρη μου την πάντρεψα μ’ έναν πλούσιο από την Αβησσυνία, εγώ κι η γυναίκα μου έχουμε και παραέχουμε…
Όχι σαν κι εσένα, που ακούς αυτά που λένε οι παπάδες…
” Χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών “. Τι θα βγάλεις από τα ” Χριστιανά τέλη”; Λεφτά, παρά, να έχεις στην τσέπη σου, και μη σε μέλει. Εγώ να δώσω ελεημοσύνη; Και γιατί έκανε φτωχούς ο πολυεύσπλαχνος Θεός σας; Για να τους τρέφω εγώ; Αμ βάζουνε εσάς και ταΐζετε τους τεμπέληδες, για να πάτε στον Παράδεισο… Χά ! Χά !
Εγώ ξέρεις πως είμαι γιός παπά, και τα γνωρίζω καλά αυτά τα κόλπα. Μα να τα πιστεύουνε αυτά οι μικρόμυαλοι. Όχι όμως κι εσύ Φώτη μου, που έχεις τέτοια σπουδή, και να πας χαμένος. Εσύ, όπως πάς, θα πεθάνεις πριν από μένα, θα πάρεις στον λαιμό σου και την οικογενειά σου.
Μα εγώ, σου λέγω και σου υπογράφω, σαν γιατρός που είμαι, πως θα ζήσω εκατόν δέκα χρόνια!…».
Λέγοντας αυτά, στριφογύριζε από δώ κι από κει, σαν να ψηνότανε σε καμμιά σχάρα, βγάζοντας κάτι μουγκρίσματα από το στόμα του: « Αχ! Αχ! Ωχ! …”
Ησύχασε για λίγο και ξαναείπε:
« Αυτά έλεγα, μα σε λίγες μέρες πέθανα! Πέθανα, κι έχασα το στοίχημα!
Τι ταραχή! Τι τρομάρα τράβηξα! Σαστισμένος, μια βούλιαζα και μια ανέβαινα απάνω και φώναζα:
Έλεος! Έλεος !
Μα κανένας δε μ’ άκουγε. Ένα ρεύμα με κλωθογύριζε σαν να ήμουνα κανένα ψόφιο ποντίκι. Τι τράβηξα ως τα τώρα, και τι τραβώ. Τι αγωνία είναι αυτή! Όλα όσα έλεγες βγήκαν αληθινά. Το κέρδισες το στοίχημα!
Εγώ, τότε, που βρισκόμουνα στον κόσμο που ζεις, ήμουνα ο έξυπνος. Ήμουνα γιατρός, κι είχα μάθει να μιλώ και να μ’ ακούνε όλοι, να κοροϊδεύω την θρησκεία, να συζητώ για χειροπιαστά πράγματα…
ΕΚΕΙ ΕΣΤΙ, Ο ΒΡΥΓΜΟΣ ΤΩΝ ΟΔΟΝΤΩΝ… ( Ματθ. ιγ΄ 42 )
Τώρα όμως βλέπω πως χειροπιαστά είναι εκείνα που τα έλεγα τότε παραμύθια και χαρτοφάναρα. Χειροπιαστή είναι η αγωνία που βρίσκομαι.
Άχ! Τούτος θα είναι ο σκώληξ ο ακοίμητος, τούτος θα είναι ο βρυγμός των οδόντων…»
Απάνω σ’ αυτά, χάθηκε από τα μάτια μου, κι άκουγα μονάχα τα βογγητά του, που κι εκείνα σβήσανε σιγά – σιγά. Με πήρε λίγο ο ύπνος, μα σε μια στιγμή, κατάλαβα να με σπρώχνει ένα παγωμένο χέρι. Άνοιξα τα μάτια μου, και τον βλέπω πάλι μπροστά μου. Τούτη την φορά ήτανε ακόμα πιο φριχτός και πιο μικρόσωμος. Είχε γίνει ίσαμε ένα μικρό παιδάκι, μ’ ένα μεγάλο γέρικο κεφάλι, που το κουνούσε πέρα δώθε.
Άνοιξε το στόμα του και μου είπε:
«Σε λίγη ώρα θα ξημερώσει και θα ‘ρθουνε να με πάρουνε, εκείνοι που με στείλανε…» Του λέγω:
« Ποιοί σε στείλανε»;
Είπε κάτι μπερδεμένα λόγια δίχως να καταλάβω τίποτα. Ύστερα μου λέγει:
« Εκεί που βρίσκομαι, είναι κι άλλοι πολλοί από εκείνους που σε περιπαίζανε για την πίστη σου, και τώρα καταλάβανε πως οι εξυπνάδες δεν περνούνε παραπέρα από το νεκροταφείο. Είναι και κάποιοι άλλοι που τους έκανες καλό, κι αυτοί σε κακολογούσανε. Κι όσο τους συγχωρούσες, τόσο αυτοί γίνονταν χειρότεροι.
Γιατί ο πονηρός άνθρωπος αντί να τον κάνει η καλοσύνη να χαίρεται, αυτός πικραίνεται, επειδή τον κάνει να νιώθει τον εαυτόν του νικημένο.
Τούτοι εδώ, βρίσκονται σε χειρότερη κατάσταση από μένα, και δεν μπορούνε να βγούνε από την σκοτεινή φυλακή τους για να έρθουνε να σε βρούνε, όπως έκανα εγώ. Βασανίζονται πολύ σκληρά, γιατί δέρνονται με την μάστιγα της αγάπης, όπως έλεγε ένας άγιος…
»Πόσο αλλιώτικος είναι ο κόσμος από ό,τι τον βλέπαμε! Ανάποδος από την έξυπνη αντίληψη μας. Τώρα καταλάβαμε πως η εξυπνάδα μας ήτανε βλακεία, οι κουβέντες μας πονηρές μικρολογίες, κι οι χαρές μας ψευτιά και απάτη.
»Εσείς που έχετε στην καρδιά σας τον Χριστό, και που για σάς ο λόγος Του είναι αλήθεια, η μοναχή αλήθεια, εσείς κερδίσατε το Μεγάλο Στοίχημα, που μπαίνει ανάμεσα στους πιστούς και στους άπίστους, αυτό το στοίχημα που το έχασα εγώ ο ελεεινός, και χάθηκα, και τρέμω κι αναστενάζω, και δεν βρίσκω ησυχία.
Πηγή:kivotoshelp.gr
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...