Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφιέρωμα στην Θεοτόκο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφιέρωμα στην Θεοτόκο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 31 Αυγούστου 2012

Ἡ Ἱστορία τῆς Ἁγίας Ζώνης



 
 

Στὶς 31 Αὐγούστου θὰ ἑορτάσουμε καὶ φέτος τὴν Κατάθεση τῆς Τιμίας Ζώνης τῆς Θεοτόκου. Ἀποτελεῖ τὸ μοναδικὸ ἱερὸ κειμήλιο ποὺ σχετίζεται μὲ τὸν ἐπίγειο βίο τῆς Θεοτόκου καὶ διασῴζεται μέχρι σήμερα στὴν Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Βατοπαιδίου στὸ Ἅγιο Ὅρος, στὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας. Ἡ ἴδια ἡ Θεοτόκος τὴν ὕφανε ἀπὸ τρίχες καμήλας.

Οἱ πληροφορίες γιὰ τὸν ἐπίγειο βίο τῆς Θεοτόκου εἶναι λιγοστὲς καὶ προέρχονται ἀπὸ τὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ ἀπὸ τὴν παράδοση ποὺ διασώθηκε ἀπὸ τοὺς ἀποστολικοὺς ἀκόμη χρόνους. Ἡ Θεοτόκος μέχρι τὴν Κοίμησή της παρέμεινε στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἦταν μέλος τῆς πρώτης Ἐκκλησίας. Τὴ φροντίδα τῆς εἶχε ἀναλάβει ὁ ἀγαπημένος μαθητὴς τοῦ Κυρίου, ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης.


Οἱ τελευταῖες στιγμὲς τῆς ἐπίγειας ζωῆς τῆς εἶναι θαυμαστὲς καὶ συγκινητικές. Κοντὰ τῆς βρέθηκαν οἱ Ἀπόστολοι οἱ ὁποῖοι ἔφτασαν ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης στὰ Ἱεροσόλυμα μὲ τρόπο θαυμαστό, «ἐπὶ νεφελῶν» . Καὶ τότε, ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἐμφανίστηκε θριαμβευτικὰ «ἐπὶ νεφελῶν», μὲ τὴ συνοδεία πλήθους ἀγγέλων. Ἡ Θεοτόκος προσευχήθηκε στὸν Υἱό της, παρηγόρησε τοὺς Ἀποστόλους καὶ ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ εἶναι πάντα κοντὰ στὴν Ἐκκλησία γιὰ νὰ μεσιτεύει στὸν Υἱό της καὶ παρέδωσε τὴν πανάμωμη ψυχή της στὸν Κύριο.

Πέμπτη 16 Αυγούστου 2012

Θαύματα της Παναγίας



Ἡ θεραπεία τῆς πριγκίπισσας
Τὸ 1651 οἱ 365 Ἰβηρίτες μοναχοὶ δοκίμαζαν οἰκονομικὴ στενότητα, γι᾿ αὐτὸ ἀνέθεσαν στὴ Θεοτόκο νὰ μεριμνήσει γιὰ τὴ συντήρησή τους. Ἀμέσως ἡ φιλόστοργη Μητέρα ἔτρεξε γιὰ ἐξεύρεση πόρων μέ τὸ ἀκόλουθο χαριτωμένο θαῦμα.
Ἐκείνη τὴν περίοδο ἦταν βαριὰ ἄῤῥωστη ἡ κόρη τοῦ τσάρου τῆς Ρωσίας Ἀλεξίου Μιχαήλοβιτς. Τὰ πόδια της ἦταν παράλυτα καὶ γιὰ τοὺς γιατροὺς ἀθεράπευτα.
Τὴ θλίψη τῆς πριγκίπισσας καὶ τῶν βασιλέων γονέων της ἔρχεται τώρα νὰ μεταβάλει σέ χαρὰ ἡ θαυματουργὴ Πορταΐτισσα. Παρουσιάζεται μιὰ νύχτα στὸν ὕπνο της, κι ἀφοῦ τῆς ἔδωσε θάῤῥος καὶ ὑποσχέθηκε νὰ τὴ θεραπεύσει τῆς λέει:
– Νὰ πεῖς στὸν πατέρα σου νὰ φέρει ἀπὸ τὴν μονὴ τῶν Ἰβήρων τὴν εἰκόνα μου τὴν Πορταΐτισσα.
Τὸ πρωὶ ἡ ἄῤῥωστη διαβίβασε τὴν ἐντολὴ κι ἀμέσως ξεκίνησε ἔκτακτη ἀποστολή, γιὰ νὰ μεταφέρει στοὺς Ἰβηρίτες μοναχούς τὴν ἐπιθυμία τοῦ τσάρου. Ἐκεῖνοι φοβήθηκαν μήπως ἡ εἰκόνα δέν ἐπιστραφεῖ, καὶ ἀποφάσισαν νὰ στείλουν ἕνα πιστὸ ἀντίγραφο μέ τιμητικὴ συνοδεία τεσσάρων ἱερομονάχων.
Μόλις μαθεύτηκε ὁ ἐρχομός τῆς σεπτῆς εἰκόνας στὴ Μόσχα, ἡ πόλη ἄδειασε. Ὅλοι, βασιλεῖς καὶ λαός, ἔτρεξαν νὰ τὴν προϋπαντήσουν. Στ᾿ ἀνάκτορα ὅμως ἡ πριγκίπισσα κοιτόταν στὸ κρεβάτι, χωρίς νὰ γνωρίζει τίποτε. Κάποια στιγμὴ ζήτησε τὴ μητέρα της καὶ τότε πληροφορήθηκε τὸ μεγάλο γεγονός.
– Τί; φώναξε. Ἔρχεται ἡ Παναγία, κι ἐμένα μέ ἄφησαν ἐδῶ;
Πηδᾶ ἀμέσως ἀπὸ τὸ κρεβάτι, ντύνεται καὶ τρέχει νὰ ὑποδεχθεῖ κι ἐκείνη τὴν Παναγία. Ὁ κόσμος εἶδε την παράλυτη πριγκίπισσα καὶ τὰ ἔχασε. Ἡ συγκίνηση κορυφώθηκε, ὅταν ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ἔφθασε ἡ ἁγία εἰκόνα κι ἔγινε ἡ τελετὴ τῆς ὑποδοχῆς καὶ τῆς προσκυνήσεως.
– Μεγαλειότατε, εἶπαν οἱ ἀπεσταλμένοι, προσφέρουμε τὴ σεπτὴ αὐτὴ εἰκόνα σάν δῶρο στὸ εὐσεβές ρωσικὸ ἔθνος.
– Σᾶς εὐχαριστῶ, εἶπε συγκινημένος ὁ τσάρος. Σέ ἔνδειξη τῆς εὐγνωμοσύνης μου σᾶς παραχωρῶ μία ἀπὸ τὶς καλύτερες μονές τῆς πρωτεύουσας, τὸν ἅγιο Νικόλαο. Ἐπίσης ἐτήσιο ἐπίδομα ἀπὸ 2.500 ρούβλια, ἀτέλεια σέ ὅ,τι εἰσάγετε ἀπὸ τὴν χώρα μου, καθώς καὶ δωρεάν μετακίνηση τῶν ἀπεσταλμένων σας.
Τὸ μετόχι αὐτὸ παρέμεινε στὴν κυριότητα τῆς μονῆς Ἰβήρων μέχρι τὸ 1932 καὶ τῆς ἐξασφάλιζε τόσες προσόδους, ὥστε κάλυπτε ὅλες σχέδον τίς ὑλικές της ἀνάγκες.
Ὁ πεινασμένος ὁδοιπόρος

Ἡ μονὴ τῶν Ἰβήρων εἶναι πολύ φιλόξενο μοναστήρι. Αὐτὸ ἀποδίδεται καὶ στὸ ἀκόλουθο περιστατικό:
Ἕνας φτωχός ἐργάτης, κουρασμένος ἀπὸ τὸν δρόμο, ἔφθασε τὸ μεσημέρι πεινασμένος στὴν πύλη τῆς μονῆς. Ζητήσε μόνο λίγο ψωμὶ ἀπὸ τὸν πορτάρη, γιατὶ βιαζόταν νὰ συνεχίσει τὴν πορεία του.
Ὁ πορτάρης, ἄγνωστο γιατί, δέν τοῦ ἔδωσε, ὁπότε ὁ φτωχός ἀναστέναξε βαθιὰ κι ἔφυγε νηστικός.
Ἀνεβαίνοντας πρός τίς Καρυές, σταμάτησε γιὰ λίγο στὴ σκιὰ ἑνός δέντρου. Λυπημένος καὶ κουρασμένος καθώς ἦταν, ξάπλωσε καταγῆς. Ξεφνικὰ ἀκούει βήματα νὰ πλησιάζουν. Ἀνασηκώνεται καὶ βλέπει κοντὰ του μιὰ γυναίκα μ᾿ ἕνα βρέφος στὴν ἀγκαλιά. Μέ ὕφος συμπαθητικὸ καὶ φωνὴ γλυκειὰ τὸν ἐρωτᾶ:
– Τί ἔχεις; Μήπως εἶσαι ἄῤῥωστος;
– Ὄχι, ἀπάντησε ἐκεῖνος, ἀλλὰ πεινῶ. Παρακάλεσα τὸν θυρωρὸ τῆς μονῆς Ἰβήρων νὰ μοῦ δώσει ψωμί, ἀλλὰ δέν μοῦ ἔδωσε.
– Ἄκου, παιδί μου. Δέν πρέπει νὰ παραπονεῖσαι γιὰ τὸν θυρωρό. Θυρωρὸς τῆς μονῆς αὐτῆς εἶμαι ἐγώ. Νὰ ἐπιστρέψεις ἀμέσως καὶ νὰ ζητήσεις ψωμὶ ἐκ μέρους μου. Κι ἂν δὲν σοῦ δώσουν, πλήρωσέ το μ᾿ αὐτὰ τὰ χρήματα. Σὲ περιμένω ἐδῶ.
Λέγοντας αὐτὰ ἔδωσε στὸν ἐργάτη τρία φλουριά. Ἐκεῖνος, ἀνύποπτος γιὰ ὅσα ἔβλεπε καὶ ἄκουγε, ξεκίνησε γιὰ τὸ μοναστήρι. Χτύπησε τὴν πύλη καὶ κρατώντας ἐπιδεικτικὰ τὰ χρήματα ζήτησε καὶ πάλι ἀπὸ τὸν θυρωρὸ ψωμί, χωρὶς νὰ παραλείψει ν᾿ ἀναφέρει τὴ συνομιλία μὲ τὴ γυναίκα.
Ὅταν ἄκουσε ὁ μοναχός γιὰ γυναίκα καὶ εἶδε τὰ σπάνια νομίσματα, κατάλαβε ὅτι πρόκειται γιὰ θαῦμα. Χτύπησε τὴν καμπάνα, συγκεντρώθηκαν οἱ ἀδελφοὶ καὶ ἄκουσαν μέ θαυμασμὸ τὸ παράδοξο γεγονός.
Διαπίστωσαν μάλιστα ὅτι τὰ νομίσματα ἐκεῖνα ἦταν ἀφιερωμένα πρίν ἀπὸ πολλὰ χρόνια στὴ θαυματουργὴ εἰκόνα. Βλέποντας ὅμως ἡ Παναγία τὴν ἀνάγκη τοῦ φτωχοῦ, τὰ παρέλαβε καὶ τοῦ τὰ ἔδωσε μέ μητρικὴ εὐσπλαγχνία.
Οἱ μοναχοὶ μέ φόβο καὶ εὐλάβεια τὰ ἐπανέφεραν στὴν ἁγία εἰκόνα τῆς Πορταΐτισσας, ἡ ὁποία μέ τὸ θαῦμα αὐτὸ τοὺς δίδαξε τὴ μεγάλη ἀρετὴ τῆς φιλοξενίας.

Παναγία ἡ Σπηλιώτισσα


Στὸ μοναστήρι τῆς Σπηλιᾶς τῶν Ἀγράφων ὑπάρχει μία θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας, ποὺ βρέθηκε τὸ 1904 μὲ τρόπο θαυμαστὸ ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς Ἀθανάσιο καὶ Παρθένιο. Στὰ χρόνια της τουρκικῆς σκλαβιᾶς, ὅλος ὁ θεσσαλικὸς κάμπος ἔχει προσκυνήσει τὸν Τοῦρκο. Στὸ μοναστήρι ὅμως τῆς Παναγίας τῆς Σπηλιώτισσας, πυργωμένο σὰν ἀετοφωλιὰ σὲ μίαν ἀπρόσιτη κορυφὴ τῶν Ἄγραφων, δὲν ἔχει πατήσει ὁ κατακτητής.
Γιὰ νὰ φτάσεις ὡς ἐκεῖ ἔπρεπε νὰ περάσεις ἕνα κατηφορικὸ μονοπάτι, ἀπότομο καὶ πλαγιαστό, ποὺ ἴσα-ἴσα χωροῦσε ἕνας ἄνθρωπος. Κάτω ἔχασκε ἡ ἄβυσσος.
Στὸ πανηγύρι τῆς μονῆς, τὸν Δεκαπενταύγουστο, μερικοὶ εὐλαβεῖς προσκυνητὲς ἔβλεπαν τὴν ἴδια τὴν Παναγία. Τὴν ἔβλεπαν νὰ στέκεται πελώρια στὴν ἄκρη τοῦ γκρεμοῦ μὲ ἀνοιχτὰ τὰ χέρια, τεῖχος γι᾿ αὐτοὺς ποὺ πήγαιναν νὰ τὴν τιμήσουν, μὴν ξεγλιστρήσει κανεὶς στὸ βάραθρο. Λένε ἀκόμη πὼς κανεὶς ποτὲ δὲν χάθηκε ἀπ᾿ ὅσους κατευθύνονταν ἐκεῖ.
Τὸ μοναστήρι λοιπὸν εἶχε γίνει καρφὶ στὸ μάτι τῶν ἀπίστων. Τὸ εἶχαν καημό. Ὁλόκληρη τουρκιὰ νὰ σκοντάφτει σὲ λίγες πέτρες καὶ ντουβάρια!
Μὰ πῶς νὰ φτάσουν ὡς ἐκεῖ; Ἐκτὸς ἀπ᾿ τὴν κοπιαστικὴ πορεία -ἤθελαν δυὸ μέρες δρόμο ἀπὸ τὸ Μουζάκι σὲ μέρη ἄγνωστα καὶ ἀφιλόξενα -, ἔπρεπε νὰ περάσουν ἐκεῖνο τὸ ἀπόκρημνο μονοπάτι. Κι ἂν κυλήσει κανεὶς στὸν κατήφορο καὶ παρασύρει κι ἄλλους, καὶ γίνει πανικὸς καὶ χαθοῦν οἱ γενίτσαροι;
Σκέφτηκαν νὰ τοὺς κάνουν ἀποκλεισμό. Πόσο ὅμως θὰ κρατοῦσαν; Θὰ ῾ρχόταν ὁ χειμώνας, θὰ ἔπεφτε ἕνα μπόι χιόνι καὶ θά ῾πρεπε νὰ φύγουν. Ὕστερα ἐκεῖνοι οἱ κατσικάνθρωποι τῶν γύρω χωριῶν θὰ σκαρφάλωναν ἀπὸ ἄλλου καὶ θὰ ἔφταναν ὡς ἐκεῖ. Ἄσε ποὺ τὰ κελάρια τῆς μονῆς θὰ ἦταν γεμάτα. Μὰ κι ἐκεῖνα τὰ σκυλιὰ τὶς πιὸ πολλὲς ἡμέρες τοῦ χρόνου νηστεύουν τοῦ θανατᾶ. Καρφὶ δὲν θὰ τοὺς καιγόταν, ἂν τοὺς πολιορκοῦσαν.
Στέλνουν λοιπὸν μήνυμα στοὺς μοναχούς της Σπηλιᾶς - πρᾶγμα ποὺ καὶ παλιὰ τὸ εἶχαν κάνει -γιὰ νὰ ῾ρθοῦν νὰ προσκυνήσουν, νὰ ὑποταγοῦν. Κανένα ὅμως ἀποτέλεσμα. Ὡς κι ὁ δεσπότης τοὺς ἔστειλε μήνυμα νὰ κατέβουν καὶ νὰ ὑποταγοῦν, κρατώντας βέβαια τὴν πίστη τους, ἀλλὰ ἐκεῖνοι ἀποκρίθηκαν:
- Ἅγιε Δέσποτα, σὲ νοιώθουμε καὶ σὲ καταλαβαίνουμε. Ὁ δρόμος σου εἶναι Γολγοθᾶς. Κάνε σὺ τὸ χρέος σου, κι ἄσε νὰ κάνουμε κι ἐμεῖς τὸ δικό μας.
Τέλος οἱ τοῦρκοι ἀποφάσισαν νὰ τοὺς χτυπήσουν. Ἕνα πρωὶ οἱ καλόγεροι βρέθηκαν ζωσμένοι ἀπὸ τοὺς ἀπίστους.
- Ἀνοῖξτε! τοὺς φώναξαν. Φίλοι εἴμαστε. Θὰ μποῦμε σὰν ἐπισκέπτες.
- Ἄπιστους δὲν δέχεται ἡ χάρη της, ἀποκρίθηκαν οἱ μοναχοί.
Ὕστερα ἀμπάρωσαν τὶς πόρτες, ταμπουρώθηκαν καὶ ἄρχισε ἡ μάχη· οἱ χαράδρες ἀντιλάλησαν ἀπὸ τὸ ντουφεκίδι. Κάποτε ὅμως οἱ βαρεῖες πόρτες ὑποχώρησαν καὶ οἱ Ἀγαρηνοὶ ὄρμισαν μέσα με ἀλαλαγμούς· οἱ καλόγεροι δὲν εἶχαν πιὰ ντουφέκια, βόλια, μπαρούτι. Ἅρπαξαν μαχαίρια, ξύλα καὶ πέτρες. Ὁ ἀγώνας ἦταν ἄνισος, καὶ τὸ αἷμα δὲν ἄργησε νὰ πορφυρώσει τὰ τριμμένα καὶ σκονισμένα ράσα.
Ὁ ἡγούμενος ἦταν τὴν ὥρα ἐκείνη στὸ ἱερὸ κι ἔκανε τὴν κατάλυση. οἱ ἄπιστοι τὸν ἅρπαξαν, τὸν ἔδεσαν, τὸν βασάνισαν. Ὕστερα ἔκαψαν καὶ ποδοπάτησαν τὶς ἁγίες εἰκόνες καὶ πῆγαν κι ἔφεραν τὸ ἅγιο δισκοπότηρο, ποὺ εἶχε ἀκόμη μέσα τὴν ἁγία μετάληψη. Ἕνας Τοῦρκος τότε τὸ ἅρπαξε καὶ τὸ πέταξε στὸν γκρεμό.
- Σκυλί! οὔρλιασε ὁ γέροντας, καὶ τὰ μάτια του γέμισαν δάκρυα.
Ἕνα χαντζάρι ἀνέμισε στὸν ἀέρα καὶ κατεβαίνοντας ἔκοψε τὸ κεφάλι τοῦ ἡγουμένου.
Τρεῖς ἡμέρες οἱ γενίτσαροι γλεντοῦσαν τὴ νίκη τους. Κι ὅταν κουράστηκαν νὰ γλεντοῦν, ξεκίνησαν γιὰ τὸν κάμπο.
Ἡ εἴδηση τῆς καταστροφῆς ἔπεσε στὴν περιοχὴ σὰν κεραυνός. -Οἱ Τοῦρκοι πάτησαν τὸ μοναστήρι τῆς Παναγιᾶς!
- Καὶ θαῦμα;
- Δὲν ἔγινε.
- Τίποτε;
- Τίποτε.
Μπροστά, πάνω σὲ μία λεία πέτρα ἦταν, σφηνωμένο λές, τὸ ἅγιο δισκοπότηρο. Ἦταν τὸ δισκοπότηρο τῆς Σπηλιᾶς. Μέσα του ἀνέπαφη μοσχοβολοῦσε ἡ τελευταῖα μετάληψη, ποὺ δὲν πρόφτασε ὁ ἡγούμενος νὰ καταλύσει.
Ὁ παπὰς ἔτρεμε. Ὅλοι τους τώρα ἔκλαιγαν. Ἦταν μάρτυρες ἑνὸς θαύματος.
Ὁ παπὰς σήκωσε εὐλαβικὰ τὸ δισκοπότηρο κι ἄρχισαν τὸν ἀνήφορο. Τὸ τσοπανόπουλο ἀνέβηκε πετώντας, εἰδοποίησε τὸ χωριὸ καὶ χτύπησαν χαρμόσυνα τὴν καμπάνα. Ὕστερα βγῆκαν νὰ τοὺς προϋπαντήσουν.
Τὴν ἄλλη ἡμέρα ξεκίνησαν ὅλοι γιὰ τὸ μοναστήρι. Οἱ παπάδες λαμπροφορημένοι, τὰ ἑξαπτέρυγα, τὰ θυμιατὰ καὶ κόσμος πολύς. Ἐκεῖ ἀποθέσανε τὸ ἅγιο δισκοπότηρο, λειτουργήθηκαν καὶ δόξασαν τὴν Παναγία Σπηλιώτισσα γιὰ τὸ θαῦμα της.
Τὸ τσοπανόπουλο ἀπὸ κείνη τὴν ἡμέρα ἔμεινε στὸ μοναστήρι καὶ τὸ ξανάνοιξε ὕστερ᾿ ἀπὸ τὴν καταστροφή. Ἦταν διαλεγμένος ἀπὸ τὴν Παναγία. Ἔγινε καλόγερος, κι ὅταν ἀργότερα γέμισε ἡ Σπηλιὰ ἀπὸ μοναχούς, ἦταν ἕνας ἐνάρετος καὶ φωτισμένος ἡγούμενος. Καὶ δὲν ἔπαυε νὰ διηγεῖται μὲ ἁπλότητα καὶ ταπείνωση τὸ θαῦμα ποὺ ἀξιώθηκε νὰ δεῖ.
Ἀπὸ τότε ἡ Παναγία πάντα θὰ κάνει καὶ κάποιο θαῦμα στὸ πανηγύρι της.

Λόγος εις την Κοίμησιν της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας



Του  Αγ. Ανδρέου Αρχιεπισκόπου Κρήτης του Ιεροσολυμίτου
      Όσοι δεχόμεθα την έλλαμψιν της εν Πνεύματι Αγίω θεωρίας διά του αΰλου και καθαρωτάτου φωτός και χειραγωγούμεθα λογικώς διά των αδιδάκτων μυσταγωγιών του Πνεύματος προς τα υψηλά δόγματα της θεολογίας, εμπρός ας απεκδυθούμε όλοι μαζί την εμπαθή βιοτική  προσκόλλησι εις τα γήινα και τα υλικά ας συγκραθούμε μυστικώς με ολόκληρο το Άγιον Πνεύμα και ας προστρέξουμε όλοι μαζί εις την νοητή   και   πολύφωτο   πανδαισία   της   Θεοτόκου,   έχοντας προηγουμένως απαλλαγή από την γήινη και σκοτεινή ομίχλη των παθών και έχοντας περιβληθεί το φως της ελλάμψεως που κατέρχεται άνωθεν από τον Πατέρα των φώτων.
Γιατί φαίνεται πως ο ίδιος ο Χριστός, αυτός που απαστράπτει ανάρχως και ανεκφοιτήτως από τον ήλιο Πατέρα, ως φως από φως, επιθυμεί να συ­ναθροισθούμε εις  τον ίδιο τόπο και να μας φιλεύση μυστικώς, καθώς ήδη θα έχουμε λαμπρυνθεί και διά της πράξεως και διά της γνώσεως και θα ακτινοβολούμε ολόγυρα από το κάλλος των αρετών. Και τούτο συμπεραίνεται σαφώς από το ότι σήμερα την κατά σάρκα μητέρα του, προς την οποία είχε κα­τέλθει άνωθεν από τα υπερκόσμια ύψη και ενεδύθη την ιδική  μας φύσι, την μεθιστά από τους τόπους της γης ως βασίλισσα ολοκλήρου της ανθρωπινής φύσεως, αφήνοντας τελείως αφώτιστο και ανεξερεύνητο το βάθος του μυστηρίου του που την κατέταξε ή που την μετέστησε.
Ευρίσκετο λοιπόν εστρωμένη ενώπιον  μας αυτή η εορτή, τράπεζα πνευματική μυστηρίων τελεσθέντων παρά Θεού, παράδοξος πρόξενος ευτυχίας. Αυτής της τραπέζης εστιάτωρ είμαι σήμερα και εγώ, ο ξένος και αλλόφερτος και, υπεράνω της  αξίας μου, παρουσιαστής υψηλών θεαμάτων. Αλλά κανείς μη δειχθή ακατάδεκτος προς αυτήν μας την εστίασι αποβλέποντας προς το ταπεινόν της ευτελείας μας. Γιατίόχι από εμάς, αλλά από αυτήν την ίδια την Θεοτόκο έχουν ετοιμασθή τα ωραία διηγήματα των ενθεαστικών τούτων μυστηρίων. Καθώς λοιπόν είναι ήδη πλήρης η τράπεζα και ευπρεπισμένο το συμπόσιο, ας προ­χωρήσουμε επαξίως του Πνεύματος εις τα βάθη αυτά του Πνεύματος, τα οποία έχουμε αντικρύσει.
Ήδη λοιπόν έχει συναθροισθή ο πολυάνθρωπος εκείνος στόλος των θεοφόρων Αποστόλων, και ολόκληρη σχεδόν η νοητή διακόσμησις των υπερκοσμίων δυνάμεων αοράτως ίπταται άνωθεν και συνενώνεται διά το παράδοξο θέαμα. Και βεβαίως παρευρίσκοντο, νομίζω, και των Αγίων οι θε­όληπτες ψυχές σχηματίζοντας χορούς γύρω από την κλίνη, τις οποίες η βίβλος των Ασμάτων κατά μυστικήν θεωρίαν αποκαλεί “νεάνιδας”. Άρμοζε πράγματι να συμπαρευρίσκονται με την βασίλισσα της φύσεως οι θεοειδείς ψυχές των κεκοιμημένων Αγίων και να προετοιμάζουν την οδό διά την έξοδο, να προηγούνται μπροστά της, να προπορεύονται εις την πομπήν και επιπλέον να ψάλλουν τα εξόδια υμνολογήμαια. Έκειτο λοιπόν ενώπιον τους εκεί εις την μέσην το τρίπηχυ και φωτοειδές εκείνο σώμα της Θεοτόκου, αυτό που εχώρησε ολόκληρο το πλήρωμα του θεαρχικού Λόγου. Έκειτο εις κοινήν θέαν επάνω εις την κλίνην και ευωδίασε ολόκληρη την κτίσι με το μύρο του αγιασμού.
Ποίος νους και ποία γλώσσα θα μπορούσε να εξιχνιάση τας εννοίας όσων τότε εθεάθησαν εκεί; Γιατί όλα εκείνα ίσταντο υπεραπείρως έξω από κάθε αγνωσία και αβλεψία. Κατά συνέπειαν λοιπόν και οι πρόκριτοι των θεοσόφων παρισταμένων, κυριευμένοι από το θείον Πνεύμα και περιχαρείς από την θεοτερπή ευφροσύνη, μετέτρεπαν την περίσσεια έλλαμψι εις έκσιασιν και ήρχιζαν. όσο μπορούσε ο καθένας και εναλλασσόμενοι μεταξύ ίων, τις ενθεασπκές εκείνες υμνωδίες, τουτέστιν εις εφύμνιες αλληγορίες.
Και οι ύμνοι τούτοι δεν ήταν από αυτούς, όπου οδηγείται ο ιδικός μας νους, ούτε τέτοιοι, όπως πρόχειρα θα τους σχεδίαζε κανείς, αλλά όπως το Πνεύμα τους υπετύπωνε να λέγουν και τους επέτρεπε να ακούνε. Και ο ίδιος ο ύμνος, και τα πράγματα που υμνούν από τους υμνολόγους, ελέγοντο και ηκούοντο ως πράγματα, που ευρίσκονται υπεραπείρως έξω από την γήινη και ανθρώπινη ευαρμοσία και συμφωνία και που ολίγον ή καθόλου δεν υπολείπονται από τον ήχο των αγγέλων, που εορτάζουν εις τους ουρανούς. Των οποίων και το ύψος και το βάθος και η άπειρος βραιότης δεν είναι διά να τα σχεδιάζουμε εμείς, που ούτε εις το ελάχιστον δεν έχουμε γευθή τέτοια γλυκύτητα, αλλά διά να τιμώμεν μάλλον διά της σιωπής ως ακατάληπτα και ανείπωτα. Και είναι ασφαλές διά εμάς να καταπιανόμαστε με αυτά, διά τα οποία και το να επιτύχη κανείς είναι περιπόθητο και το να αποτύχη ακίνδυνο, και τα οποία ούτε τον γνωστικό λυπούν ούτε τον αγροίκο κουράζουν. Ο ύμνος λοιπόν και τα υμνούμενα, αν και ξεφεύγουν από την ιδική μας αντίληψι, τουλάχιστον όσο μπορούμε να φθάσουμε και χονδρικώς να αναφέρουμε, κάπως έτσι θα ήταν:
“Τούτο εδώ είναι το πέρας των διαθηκών που συμφώνησε μαζί μας ο Θεός. Τούτο είναι η φανέρωσις των αποκρύφων βυθών της θείας ακαταληψίας. Αυτός είναι ο σκοπός που είχε σκεφθεί ο Θεός προ των αιώνων. Αυτή είναι η κορωνίς των θείων χρησμών. Αυτό εδώ είναι το άρρητο και υπεράγνωστο σχέδιο της προανάρχου μερίμνης του Θεού διά τον άνθρωπο. Τούτο είναι η απαρχή της κοινωνίας και συμφυΐας του παγγενέτου Θεού προς το ιδικόν Του πλάσμα. Αυτή είναι η ενυπόστατος εγγύησις της συμφιλιώσεως με τον Θεό. Η Θεοτόκος, το εκλεκτόν κάλλος, ο θεόγλυπτος ανδριάς, η καλοζωγραφισμένη εικών του θεϊκού αρχετύπου, το έρεισμα κάθε θεωρίας και αναβάσεως. Η παναγιωτάτη σκηνή του Παντοκτίστου, ο θεοδόχος κρατήρ της ακένωτου σοφίας, το ασύλητο ταμείο της ζωής, η ανεξάντλητη πηγή των θείων ακτινοβολιών. Η ασάλευτη κυριότης – καθ’ όσον δεν εκυριεύθη από τα πάθη και εξυψώθη κατά την καθαρότητα υπεράνω πάντων. Δι’ αυτής μας εδόθησαν ως εγγύησις τα ενέχυρα της σωτηρίας.
“Και βεβαίως το να φθάση μέχρι τα δικά μας μέτρα η τόσο θαυμασμένη και να αποτίση το κοινόν χρέος, είναι ίδιον της ανθρωπινής φύσεώς της. Αλλά το να διαφέρουν τελείως από εμάς τα ιδιώματα του τρόπου με τον οποίον ζούσε, αυτό είναι γνώρισμα της εγγύτητας της προς το θείον. Πλην όμως η απόδειξις της άκρας απαθείας της είναι προφανής.
“Και ποίο δηλαδή από τα πάρα πολύ μεγάλα κατορθώματα της αρετής δεν εμφανίσθηκε εις αυτήν και με το παραπάνω; Ποίο δε από τα θαύματα προς απόδειξιν τούτων δεν παρουσιάσθηκε παραδόξως; Ούτως ώστε να αποδειχθή αυτή η ιδία ενδιαίτημα όλων των θαυμάτων που, οπωσδήποτε και οποτεδήποτε, αλλά και τώρα ακόμη, εφανερώθησαν ή επιτελούνται. Των όποιων έσχατο μέρος αποτελεί βεβαίως και το τωρινό γεγονός, παρόλο που είχε προκαθορισθή προ παντός χρόνου, τότε που η θεία βουλή διώρισε εξ αρχής κατ’ αυτόν τον τρόπον να λαμβάνη πέρας ο βίος του καθενός από εμάς.
“Ω της προνοίας, εις τα βάθη της οποίας κανείς γεννητός άνθρωπος δεν έφθασε ποτέ, ούτε ίχνος της μπόρεσε να ανακάλυψη· της οποίας έργον αποτελεί και το τώρα επιτελούμενον μυστήριον της Παρθένου. Διότι πραγματικώς μυστήριον είναι, έστω κι αν άφορα ένα τέλος όπως όλων μας· κι αυτή είναι η μερίς που εξ αρχής εκληρονομήθη εις την ανθρωπίνην φύσιν.
“Αλλ’ ω, πώς διεκόπη εκείνος ο φραγμός, ο συνδεδεμένος με την αμαρτία; Πώς διεσπάσθη και ο δεσμός, ο συμπλεγμένος με την παράβαση; Πώς έγινε και κατεφρονήθη ο θάνατος ωσάν όνειρο ημέρας; Απεχώρησε ο φόβος και δεν τρομάζει πια όσους νηπιάζουν κατά Χριστόν. Ή μήπως, αν υποθέσουμε πώς δεν πέθαινε το χωρίον τού Θεού, δεν θα διελύετο η φθορά που εγεννήθη διά της παρακοής; Ναι, διελύθη διά του προηγηθέντος θανάτου του Χριστού.
“Δηλαδή η ιδία η φύσις ανεκάλεσε εαυτήν από την εις φθοράν καταδίκην, αναλαμβάνοντας την δι’ αφθαρσίας κατάστασιν. Ω νεοφανών αμοιβών! Ω θεϊκών ανταλλαγμάτων! Εβλάστησε η φύσις ακανθωτή προαίρεσι.  Αντεβλάστησεν πάλιν η ιδία τον εκπληρωτήν του Πατρικού θελήματος. Απεκύησε η φύσις εκ παρακοής αυτοπροαίρετο θάνατο, ανταπεκύησε και πάλιν η ιδία Αυτόν που διά της υπακοής εθανάτωσε τον θάνατο. Μόνη δηλαδή, ναι μόνη, διαλεγμένη αντιθέτως προς την φύσιν διά την ανακαίνισιν της φύσεως, μόνη υπηρέτησε εις τον Πλαστουργόν ολοκλήρου της φύσεως.
“Επειδή λοιπόν προτίθεται ενώπιον μας τώρα αυτή η θεοχρημάτιστη σορός του θεόληπτου σκήνους, προτρέποντας τους φιλοκάλους ωσάν κάποια άφθονος αγαθοδότις, κανείς ας μην αργοπορήση εις το κάλεσμα. Διότι δεν χρειάζεται κόπο το χάρισμα, πάρα μόνον προαίρεσι. Λοιπόν ας έλθη πρόθυμος όποιος έχει πίστιν αδίστακτον. Ας έλθη εις το ιερόν της Παρθένου και θα γνωρίση εκ πεί­ρας την πραγμάτωσι των βαθύτερων επιθυμιών του. Ενώπιον σας ευρίσκεται κοινόν μέσον συμφιλιώσεως, συνδιαλλαγήτε όλοι με τον Θεό. Ιδού η ακένωτη πηγή της αθανασίας, ελάτε οι νεκρωμένοι, αντλήσατε. Ιδού οι αστείρευτοι ποταμοί της ζωής, ελάτε όλοι να γίνετε αθάνατοι.
“Ω θύγατερ Αδάμ και Μήτερ Θεού! Ω άνανδρε Μήτερ και παιδοτόκε Παρθένε! Ω ποίημα Εκείνου που εποιήθη μέσα σου χρονικώς, χωρίς να μεταβληθή η ιδική Του αιωνιότης. Περί σου προεκελάδησαν όλοι οι προφήται του Πνεύ­ματος. Πρώτος ο Μωυσής σε είδε ως βάτον και προέλεγε: “Ας πλησιάσω να ιδώ το όραμα τούτο το μεγάλο” (Εξοδ. γ’,3). Περί σου ο θεοπάτωρ Δαυίδ ικέτευσε τον Χριστόν λέγοντας: “Ανάστηθι, Κύριε, συ και η κιβωτός του αγιάσματός σου” (Ψαλμ. ρλα’,8). Περί σου ο ίδιος προτυπώνοντας την έξοδόν σου. προϋπέψαλλεν: “Το πρόσωπόν σου λιτανεύσουσιν οι πλούσιοι του λαού” (Ψαλμ. μδ’,13). Διότι “Ιδού” λέγει, “όλη η δόξα της θυγατρός του βασιλέως προέρχεται από το εσωτερικό της· με κροσσωτό χρυσοκέντητο ένδυμα είναι ντυμένη και στολισμένη”. Εσένα υπαινίσσετο μυστικώς η αγιογράφος βίβλος των Ασμάτων, προζωγραφίζοντας τα εξής: “Ποιά είναι αυτή, που ανεβαίνει από την έρημο περιβαλλόμενη με τολύπας καπνού θυμιαμάτων σμύρνας, λιβάνου και όλων των αρωμάτων του μυροποιού” (Άσμα γ’,6). Περί σου πάλι προϋπέγραψε η ιδία βίβλος λέγοντας: “Ιδού το φορείον του Σολομώντος· οι κίονές του είναι αργυροί και το ανάκλιντρόν του χρυσούν·  τα στηρίγματα από πορφύρα, το δάπεδο μέσα ψηφιδωτόν, δώρον της αγάπης των θυγατέρων της Ιερουσαλήμ” (Άσμα γ’,7-10). Και πάλι: “Εξέλθετε θυγατέρες της Σιών και ίδετε τον βασιλέα Σολομώντα με τον στέφανον επί της κεφαλής του, με τον οποίον τον εστεφάνωσε η μητέρα του κατά την ημέρα του γάμου του, την ημέρα ευφροσύνης της καρδίας του” (Άσμα γ’, 1). “Ίδετέ την, θυγατέρες της Σιών, και μακαρίσατε την βασίλισσαι και παλλακαί αινέσατέ την, διότι η ευωδία των φορεμάτων της είναι ανωτέρα από όλα τα αρώματα” (Άσμα δ’, 10 και στ’, 8).
“Εσένα προέβλεπε ο Ησαΐας όταν ενθέως ανέκραξε: “Ιδού η Παρθένος θα συλλάβη εις την κοιλίαν της”. (Ησ. ζ’, 14). Και “θα είναι η ρίζα του Ιεσσαί” (Ησ. ία ‘, 10) και “Μακάρια η ρίζα του Ιεσσαί” και “θα φυτρώση κλωνάρι από την ρίζα του Ιεσσαί και άνθος από την ρίζα αυτήν θα αναβλαστήση” (‘Ησ. ια’, 1). Για χάρι σου προανήγγειλε ο μέγας Ιεζεκιήλ, λέγοντας: “Ιδού η πύλη κατ’ ανατολάς· και θα είναι η πύλη κλεισμένη και κανείς δεν θα περάση διά μέσου αυτής. Και μόνος ο ίδιος ο Κύριος ο Θεός θα εισέλθη δι’ αυτής και θα εξέλθη, και θα μένη και πάλιν κλεισμένη” (Ιεζεκ. μδ’, 2). Εσένα προφήτευε και ο Δα­νιήλ, ο “ανήρ επιθυμιών”, αποκαλώντας σε “όρος” και ομιλώντας περί “λίθου, ο οποίος άνευ χειρός ανδρός από εσέ” (Δαν. β”, 35) ελατομήθη, αλλά δεν απεκόπη, αφηρέθη αλλά δεν διηρέθη, με την πρόσληψι της ιδικής μας ανθρωπίνης φύσεως.
“Εσύ είσαι το μεγαλείον της φρικτής οικονομίας “εις το οποίον επιθυμούν οι άγγελοι να σκύψουν να ιδούν” (Α΄ Πετρ. α’, 12). Εσύ είσαι το περικαλλές κατοικητήριον της θείας συγκαταβάσεως, η όντως επιθυμητή γη. Διότι “επεθύμησε ο βασιλεύς την δόξαν του κάλλους σου, και επόθησε” (Σοφ. Σολ., η’, 2) τον πλούτο της παρθενίας σου, και κατοίκησε μέσα σου και “διέτριψε με­ταξύ μας” (Ιωάν. α’, 14) και διά σου μας συνδιήλλαξε με τον Θεό και Πατέρα. Συ αποτελείς το θησαυροφυλάκιο “του αποκεκρυμμένου μυστηρίου προ των αιώνων” (Εφ. γ’, 9). Συ είσαι αληθώς η ζώσα βίβλος του πνευματικού Λόγου, που αφθέγκτως εγγράφεται μέσα σου με την ζωοποιό κάλαμο του Πνεύματος. Συ και μόνη είσαι αψευδώς ο θεόγραφος τόμος της νέας διαθήκης, την οποία συνέταξε εις το παρελθόν ο Θεός προς τους ανθρώπους. Συ είσαι το “μυριοπλάσιον άρμα του Θεού” (Ψαλμ. ξζ’, 18), που προσήγαγες “χιλιάδες ευτυχισμένων” εις αυτόν όταν εσαρκώθη. Συ είσαι το όρος Σιών “το παχύ όρος, το στερεόν όρος, εις το οποίο ευδόκησε ο Θεός να κατοική” (Ψαλμ. ξζ’, 16-17), και από το οποίο συνέπηξε δι’ Εαυτόν σάρκα ο Υπερούσιος, κα­ταρτίζοντας την ομοίαν με την ιδικήν μας, νοερώς εμψυχωμένην.
“Ω ναέ θεϊκέ και συγχρόνως άνθρωπε χοϊκέ! Ω στήλη νεκρά και συγχρόνως στύλε ζωοποιέ, που δεν φωταγωγείς τον σαρκικόν Ισραήλ καθώς φυ­γαδεύεται, αλλά καταπυρσεύεις ενθέως τον πνευματικόν Ισραήλ καθώς οδηγείται προς το απλανές φως της γνώσεως. Ω νεφέλη ολόφωτε και “όρος κατάσκιον” (Αββ. γ’, 3) που δεν επισκιάζεις τον αγνώμονα λαό των Ιουδαίων, αλλά φωταγωγείς με τας μητρικάς σου δαδουχίας τον εκλεκτό λαό του Θεού, “το έθνος το άγιον” (Α’ Πετρ. β’, 9). Ω, συ που είσαι καθαρωτέρα από κάθε χρυσό και από κάθε αισθητή και άϋλη κτίσι! Ω γη παρθενική, από την οποία προήλθε ο δεύτερος, αλλά και αρχαιότερος του παλαιού, Αδάμ!
“Τί λογής τάφος θα σα καλύψει; Τί λογής γη θα δεχθή εσέ που υπερέβης κατά την αγιότητα τον ουρανό και την φύσι του ουρανού; Ποία τα εντάφιά σου; Ποία τα σπάργανα; Ποίοι οι στολισμοί; Και ποία μύρα θα κατασμυρνίσουν το σώμα σου, το ευώδες, το άχραντον, που είναι γεμάτο από κάθε καλό, που αναβρύει την άφεσι, που πηγάζει την αφθαρσία, από το οποίο προήλθε η θέωσις, εις το οποίον ετελέσθη η τελείωσις, διά του οποίου επετεύχθη η σωτηρία; Διότι συ είσαι η όντως “ωραία και ψεγάδι δεν υπάρχει εις εσέ” (Άσμα δ’, 7). Ας σου ψάλη κάτι λίγο και πάλι ο Σολομών ο θειότατος: “Ωραία ως Ιερουσαλήμ και οσμή ιματίων σου ως οσμή λιβάνου” (Ασμα δ’, 11, στ’, 3).
“Συ είσαι του ακενώτου μύρου η νέα μυροθήκη· συ η αγαλλίασις του ελαίου της χρίσεως. Συ το θυμίαμα των νοητών αρωμάτων. Συ είσαι το άνθος της αφθαρσίας· η αρωματοφόρος γη· η ζωηφόρος θήκη, η φωτοειδής λυχνία, η θεοΰφαντος πορφύρα, το βασιλικό ένδυμα, η θεοποίκιλτος στολή, η χρυσοειδής διπλοΐς· η ακατονόμαστη συρραφή της νοητής αλουργίδος του Λόγου· το πλεγ­μένο από χέρια αρχιερέων διάδημα της βασιλείας· ο “θρόνος ο υψηλός” (Ήσ. στ’, 1), η υψωμένη πύλη του ουρανού των ουρανών, η βασίλισσα ολοκλήρου της ανθρωπίνης φύσεως·  συ που έχεις ανόθευτη την κλήσι, όπως και την πράξι· συ που είσαι ανωτέρα πάντων, εκτός μόνον από τον Θεό.
“Τί λογής χέρια θα σε ενταφιάσουν; Με τί αγκάλες θα βαστάσουμε αυτήν που εβάστασε τον αχώρητον; Τί επιτύμβια προσευχή θα κάνουμε διά εσέ; Με τί άσματα θα σε προπέμψουμε; Με τί χείλη θα εξυμνήσουμε την έξοδό σου; Με πόση φωνή; Με τί λόγους θα καλλολογήσουμε τα δικά σου μεγαλεία; Διά τούτο αντί πάντων σου προσάγουμε αυτούς τους λόγους: “Μακαρία συ εν γυναιξί’ (Λουκ. α’, 42) και μεταξύ γενεών γενεών. Ευλογημένη εις τους ουρανούς και δοξασμένη εις την γην. Πράγματι εσέ ευγνωμόνως κάθε γλώσσα δοξολογεί, ανακηρύττοντας σε Μητέρα της ζωής. Εγέμισε όλη η κτίσις από την δόξα σου· ηγιάσθη το παν με το μύρον της ευωδίας σου. ‘Εξηφανίσθη διά σου η αφορμή της αμαρτίας. Μετεβλήθη εις χαράν η κατάρα της προμήτορος. Οι πάντες ψάλλουν διά σου μαζί με εμάς: “Δόξα εν ουρανώ, ειρήνη επί γης” (Λουκ. β’, 14).
“Τάφος εσένα δεν μπορεί να κρατήσει, διότι τα φθειρόμενα δεν μπορούν να κρατήσουν εις το σκότος ένα δεσποτικόν σώμα. Ο Άδης δεν έχει την δύναμι να κυριαρχήσει πάνω σου, διότι τα ομόδουλα δεν αγγίζουν ψυχή βασιλική.
“Πήγαινε λοιπόν, πήγαινε εν ειρήνη. Μετανάστευσε από τας διαμονάς αυτής της κτίσεως· εξιλέωνε τον Κύριον διά το κοινόν πλάσμα. Διότι όσον καιρό διέτριβες εις τα επίγεια, σε κατείχε μικρό μέρος της γης· αφ’ ότου όμως μετετέθης από την γη, ολόκληρος ο κόσμος σε αγκαλιάζει ως κοινόν ιλαστήριον. Δέξου τώρα δόξαν μεγαλυτέραν του Ενώχ μέσα εις ευφροσύνην, εις χαράν ανεκλάλητον, εις φως αΐδιον εκεί όπου υπάρχει το αληθώς ζην, η ολόφωτος βασιλεία, η ακατάληπτος χορεία των αγγέλων. Και επί πλέον απόλαυσε το κάλλος του Υιού σου. Κατατρύφησε την ακένωτη χαρά και την αγέραστη μακαριότητα· εκεί όπου ρέει ο χείμαρρος της αιωνίου τρυφής, όπου τα λειβάδια της αφθαρσίας, αι πηγαί της αενάου ζωής, τα ρείθρα του θεοβλύστου φωτός, οι ποταμοί της αειζώου φωτοχυσίας. Εκεί ευρίσκεται το πέρας όλων όσα ηλπίσθησαν ποτέ και ελπίζονται τώρα η θησαύρισις πάντων των αγαθών, η φανέρωσις αυτών που μένουν κρυμμένα και τότε μόνον θα ιδωθούν το έσχατον τέλος πέραν του οποίου τίποτε παντελώς δεν υπάρχει. Εκεί ο Πατήρ προσκυνείται και ο Υιός δοξάζεται και το Άγιον Πνεύμα ανυμνείται· η ενιαία φύσις της μιας εν Τριάδι θεότητος.”
Τέτοιους λόγους και ύμνους νομίζω πως έλεγαν τότε οι θεόληπτοι εκείνοι άνδρες, και άλλα υψηλότερα από αυτά. Διότι δεν γνωρίζω τί περισσότερο να είπω, αφού είμαι χώμα και στάκτη και σκέτη σαπίλα, και έρπω με την κοιλιά μου ωσάν τα φίδια. Έχω πάντως αρκούντως αποτίσει κατά δύναμιν το χρέος του λόγου, χωρίς, νομίζω, να έχω παραβλέψει κάτι από τα αφορώντα εις την παρούσαν εορτήν. Και εάν κανείς έχει να πρόσθεση εις αυτά κάτι υψηλότερον, θα συνεισφέρη κάτι το χρήσιμο και διά εμάς και διά την πανήγυριν. Αφού δε είπω ολίγα ακόμη, έδώ κάπου θα καταπαύσω την κωπηλασία του λόγου. Από το κατ’ αξίαν λοιπόν ομοίως όλοι υπολειπόμεθα· διά να επιδείξουμε όμως το κατά δύναμίν μας, είναι ίση η προθυμία του καθενός. Θα δεχθή λοιπόν, το γνωρίζω καλώς, και αυτόν τον βραχύτατο λόγο μας Αυτή που εγέννησε τον Λόγον και θα ανταποδώση, αν όχι ίσως όσα ζητούμε, πάντως όσα είμεθα άξιοι να λάβουμε. Διότι αγαπά η Παναγία, ως πολύδωρος, να ανταποδίδη εις τα ελάχιστα τα με­γαλύτερα.
Ας έχουν λοιπόν έτσι αυτά· Εμείς δε, ω λαμπρά και περιφανεστάτη ομήγυρις (σας προσκαλώ τουτέστιν και πάλι προς το κλείσιμο του λόγου), εμπρός, ας προπορευθούμε εις την ιεράν προπομπήν του παρθενικού σώματος, ψάλλοντας επικηδείους ύμνους, και ας στεφανώσουμε με τας κατά δύναμιν τιμάς την Αρχηγόν της εορτής μας. Διά να γίνη δε τούτο με λαμπρότερο τρόπο, ας παρευρεθή σήμερα κάθε ομήγυρις ουρανίων και επιγείων και ας μου συ­μπληρώση την εξόδιο εξύμνησι, η οποία απαρτίζεται από αυτούς τους λόγους:
“Απήλθε, απήλθε η παρεμβολή του Θεού από τα σκηνώματα Κηδάρ” (Ψαλμ. ριθ’, 5) προς τας αΰλους και ζωογόνους σκηνάς. Η επουράνιος σκηνή, το αρχέτυπον εκείνης της νομικής σκηνής, υπεδέχθη την υπερκόσμιον κιβωτόν, της οποίας τύπος ήτο η νομική κιβωτός (Εβρ. η’, 5). “Εσηκώθη ψηλά ο γείσος των ανω θυρών” (Ης. στ’, 4), διά να δεχθούν εις τους κόλπους των βασιλικώς τα βασίλεια των ουρανίων την υπερουράνιον πύλην του Θεού. Υποδεχθήτε την λευκοφορεμένοι άγγελοι· υμνήσατε ουρανοί· δοξάσατε, κάτοικοι της γης· υψώσατε “την πόλιν του Θεού του βασιλέως του μεγάλου” (Ψαλμ. μζ’, 3). Γη, πανηγύρισε, ανευφήμησε, διηγήσου τα ένδοξα της Παρθένου, του τόκου τα σπάργανα, του τάφου τα θαύματα. Πώς ετάφη, πώς μετετέθη· πώς βλέπει κανείς τον τάφο κενό να προσκυνήται;
“Ιουδαία, συνάθροισε τους υιούς σου· κήρυττε την βασίλισσαν εκ φυλής Ιούδα, έχε θάρρος, μη φοβάσαι. Εόρταζε τας εορτάς σου, Ιερουσαλήμ· αναβόησε, αλάλαξε, πρόπεμψε την μητρόπολι του Θεού, ψάλλε μαζί με τον Δαυίδ, λέγε δυνατά: “Εν εξόδω Ισραήλ εξ Αιγύπτου…”(Ψαλμ. ριγ’, 1). Μήτηρ Σιών, την οποία προετίμησε ο Κύριος, την οποία εδιάλεξε· κάλεσε τας θυγατέρας σου, τας εξ εθνών Εκκλησίας. Ψάλλε κάπως λυπητερά, αλλά όχι τραγικά αλαλάζοντας, όχι γογγύζοντας. Διότι η παρούσα πανήγυρις εύθυμη είναι, όχι πένθιμη.
“Γεθσημανή, υποδέξου την νέα βασίλισσα. Ευτρέπισε τον τάφο· βγάλε τα εντάφια· καταστόλισε με μύρα την σορό. Η λάρνακα ας γίνη διά σε φύλαξ του θησαυρού· ας φρουρηθή με κάθε ασφάλεια το άγιον. Εάν μεν φυλαχθή και μείνη μέσα εις τον τάφον, θα αποτελέση κοινόν απόκτημα δι’ αγγέλους και ανθρώπους, που θα το προσκυνούν. Εάν δε συμβεί τίποτε παράδοξον και μεταστή το άχραντον, μείνε εκεί να κηρύττεις το θαύμα. Να διηγήσαι εις τις με­τέπειτα γενεές την μετάθεσι. Εις μεν τα άνω πνεύματα παραχώρησε το πνεύμα της Θεομήτορος, εις εμάς δε μυροδότησε τον αγιασμό του σώματος, ωσάν από πηγήν αέναον.
“Όλοι μαζί ας προτρέξουμε εις την Θεοτόκον. Χοροί πατέρων και πατριαρχών πνεύματα προφητών και συναθροίσεις ιερέων αποστόλων ομήγυρις· μαρτύρων πλήθη· διδασκάλων συνάξεις· δικαίων ψυχαί οσίων τάξεις·· κάθε αξία και ηλικία· βασιλείς και δυνάσται· άρχοντες και αρχόμενοι “νεανίσκοι και παρ­θένοι πρεσβύτεροι μετά νεωτέρων, αινέσατε” (Ψαλμ. ρμη’, 2), ικετεύσατε, είπατε εις την Μητέρα του Θεού, είπατε: Πόσο μακάριος είναι ο οίκος του Δαυίδ, από την γενεά του οποίου εβλάστησες, Θεομήτορ.
“Μητέρες και παρθένοι, δοξάσατε την μόνην και μητέρα και αειπάρθενον. Και σεις νύμφαι, σπεύσατε πλησίον εις την ανύμφευτον μεταξύ των νεανίδων και άφθορον και την μόνην που χωρίς ωδίνας τοκετού απεκύησε τον Ακατάληπτον. Στείραι και χήραι, χειροκροτήσατε αυτήν που χωρίς να λάβη πείραν ανδρός με­τέβαλε τους κανόνας της απαιδίας. Θυγατέρες, σκιρτήσατε προπέμποντας την παιδοποιό αφθαρσία. Ευλογήσατε λαοί μακαρίσατε γλώσσαι ψάλατε προς την Μητέρα του Θεού πάσαι αι φυλαί της γης, ψάλατε· οδηγήσατε χορούς με ωδάς και κύμβαλα, αλαλάξατε, μεγαλύνατε, άσατε. Πάρε, πάρε, Μαριάμ, το τύμπανο και προχώρα μπροστά από τας παρθένους. Δαυίδ, κτύπα την λύρα σου· σήκωσε την φωνή, ύμνησε την βασίλισσά σου· χόρευσε, ύψωσε τα κτυπήματα της κινύρας· κάλεσε τας παρθένους· σύναξε τους χορούς των ψαλτών. Κανόνισε τας χορείας· ας τρέχουν οπίσω από την κλίνη και μπροστά από την κλίνη, ας οδηγούν τα πλήθη προς την κλίνη, ας συγκροτούν χορούς γύρω από την σορό.
“Διότι ιδού η νέα κιβωτός της δόξης του Θεού, μέσα εις την οποίαν ευρίσκονται “η στάμνος η πάγχρυσος και η ράβδος Ααρών η βλαστήσασα και αι πλάκες της διαθήκης” (Εβρ. δ’, 4). Ιδού το κεφαλαιώδες θέμα, περί του οποίου ανέκραξαν οι χρησμωδοί προφήται (Ησ. ζ’, 8 κ. έ.). Ιδού η κλίμαξ την οποία είδε ο Ιακώβ καθώς εμυείτο τα θεία, γύρω από την οποία έβλεπε τους αγγέλους του Θεού να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν (Γεν. κη’, 12) (ό,τι και να σήμαινε η τέτοια κατάβασις ή άνάβασις). Αυτή είναι ηπύλη των ουρανών, περί της οποίας είπε εκείνος: “Πόσο φοβερός είναι ο τόπος αυτός! Δεν μπορεί να είναι τούτο, παρά οίκος Θεού·  και αυτή είναι η πύλη του ουρανού” {Γεν. κη’, 17). Ιδού το ιλαστήριον που ως Άγιον κατετέθη εις τα Άγια των Αγίων της θεομύστου σκηνής και των αδύτων και άλλοτε μεν κατασκιάζεται από τας πτέ­ρυγας των Χερουβίμ (Β’ Παρ. ε’, 7), άλλοτε δε εξιλεώνει τας αμαρτίας μας διά της μυστικής εποπτείας του Ιησού. Δεν φοριέται πλέον ζυγός νομικής δουλείας επάνω εις τον αληθινό Ισραήλ, καθ’ ότι ο Χριστός μας εχειρογράφησε την ελευθερία διά της εν πνεύματι λατρείας (Ιωάν. δ’, 24) χρησιμοποιώντας αντί χαρτίου το σώμα το ληφθέν εκ της Θεοτόκου. Δεν ενεργείται πλέον ο ετήσιος κύκλος των αρχιερέων εις τα Άγια (Εβρ. ε’, 7). Διότι ο ίδιος ο μέγας Αρχιερεύς, ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος διήλθε τους ουρανούς με την σάρκα που προσέλαβε, η οποία είχε ψυχήν λογικήν και νοεράν, εισερχόμενος διαπαντός χάριν ημών ωσάν εις ναόν μυστικώς εις το παρθενικόν αγίασμα, θυμιάζει και θύει, και προσάγεται αναφερών τας ολοκαρπώσεις, και αγιάζων Εαυτόν υπέρ ημών, αγιάζει αυτούς που Τον αγιάζουν”.
Τέτοια, Θεοτόκε, είναι τα μυστήρια της υπερκοσμίου σου κοιμήσεως. Αυτοί οι επιτάφιοι λόγοι της ιεράς προπομπής του θεοκηδεύτου σου σκήνους·  η εξόδιος ύμνησις· όσα εμνημονεύθησαν προ της ταφής και μετά την ταφήν οι προπεμπτήριοι λόγοι της υπεραγνώστου μεταθέσεως. Αυτές είναι οι δι’ αινιγμάτων απεικονίσεις των σχετικών με σε θείων μυστηρίων και μακαρίων ελλάμψεων. Διότι δεν φθάνει ο δικός μας ο νους να στοχασθή κάτι περισσότερο από όσα ειπώθησαν. Αυτός ο σύντομος λόγος κατεστρώθη με κάθε φροντίδα από εμάς διά σε· ευχαριστήριος ταυτοχρόνως ο ίδιος και ικετήριος. Εάν με έχη κάτι άξιον της μεγαλειότητός σου, εις εσέ το χρεωστούμε, η οποία και έδωσες και εδέχθης ευχαρίστως την προθυμία μας. Εάν δε, πράγμα που είναι απαραιτήτως ανάγκη να το πάθη όποιος επιχειρεί να ειπή κάτι περί σου, αποδειχθή κατώτερος της άξιας, εσύ θα μας συγχωρήσης οπωσδήποτε, εφ’ όσον εκ φύσεως έχεις την συμπάθεια, λόγω της αυτονοήτου οικείας εγγύτητας σου προς τον Υιόν σου και κηδεμόνα σου. Θα τον δεχθής δε τούτον, το ξέρω, ως το πιο όμορφο δώρο, αν και συνετάγη από τους πενιχρούς μου κόπους. Διότι δεν είχα τι περισσότερο να προσφέρω εις του Λόγου την Μητέρα, που από όλους υπερέχει, παρά μόνον λόγον που να αναβρύη από τας αυτορρύτους πηγάς της χάριτος που ενυπάρχει εις εσέ. Αλλά βεβαίως η φρικτή και υπεράγνωστος κατάστασις της θείας διατριβής σου εις την αγέραστο μακαριότητα, καθ’ ότι παντελώς αδιάγνωστος και άρρητος, ας τιμάται διά της σιωπής. Διότι δίκαιον είναι να μην ανήκη εις εμάς το να απλώνουμε το χέρι μας εις όσα είναι ανώτερα των δυνάμεων μας και διά της ακαταληψίας ορθώνονται ως τείχος απαγορεύοντας κάθε έρευνα.
Διά εσέ λοιπόν, ω πανολβία τρισάνασσα Θεογεννήτρια, όσα ωφείλοντο από εμάς, οι οποίοι από σε και διά των ευπαρρησιάστων ικεσιών σου προς το θείον κατηχηθήκαμε τους σχετικούς με σε αποκρύφους λόγους, αυτά τώρα μετρίως και κατά δύναμιν ιχνογραφήσαμε. Εις εμάς δε ποίος θα παράσχη φωνήν σύμμετρον, που να αναλογή με το ύψος και το μέγεθος των υπερενδόξων νοημάτων περί σου, και δύναμιν να ομιλήσουμε;
Αλλ’ ω Δέσποινα πάντων ανθρώπων και χωρητική της αυτοσοφίας και ενυποστάτου Λόγου, του πρώτου και αρχικού και των πάντων αιτίου! Ω ζωής χορηγέ και ζωή των ζώντων και συνεργέ του αιτίου της ζωής! Ω αγία και των αγίων αγιωτέρα και υπεράγιο θησαυροφυλάκιο παντός αγιασμού! Ω μερίς, η οποία ήνωσες το ανθρώπινον γένος με τον Θεόν αλύτως και όχι μεριστώς! Ω βασιλεία των χοϊκών ανθρώπων της γης, η οποία έχει λάβει δύναμιν απροσμάχητον εκ της άνω δόξης! Ω προπύργιον της πίστεως των Χριστιανών και υπέρμαχε όσων αποθέτουν εις σε τας ελπίδας των! Δέξου από εμάς, οι οποίοι διά σου εδέχθημεν το φως της αληθείας, τα εγκώμια σου, τα οποία μυστικώς εννοήσαμε, όσο ήταν εφικτόν από αμυδράς εικόνας.
Εις εμάς δε, που καυχώμεθα διά σε, ανταπόδωσε διά την μικρή ετούτη προσφορά μας αυτή την αμοιβή: να έχουμε, ως απόκτημα πολυτιμώτερον και λαμπρότερον από όλους τους θησαυρούς και κάθε πολυτελή πλούτο, την ιδικήν σου ικετήριον δέησιν προς τον Υιόν σου και Δεσπότη μας και Βασιλέα και Θεόν και Κύριον. Δι’ αυτής της δεήσεώς σου, όταν αμαρτάνουμε, εξιλεώνουμε το θείον και όταν βαδίζουμε καλώς, κερδίζουμε δι’ εμάς το ακόμη καλύτερο. Χάρις εις αυτήν τα όπλα των βαρβάρων τα θεωρούμε βέλη νηπίων και το δόρυ και το κράνος και το ρίξιμο του τόξου ατελέσφορα μένουν και άπρακτα. Και τέλος δι’ αυτής κατορθώνεται κάθε αγαθόν διά τους χριστιανούς, ως και η ομοίωσις προς το θείον.
Έχεις, αγαπητέ, την έκθεσιν των εννοιών του μυστηρίου, αν και υπολείπεται πάρα πολύ της προσδοκίας· ωστόσο δεν ήταν ελλιπεστέρα από όσο μπορούσε η προθυμία μας. Την δε μυσπκωτέραν και υψηλοτέραν μπορείς να την ζήτησης από τον ίδιο τον Λόγο που εκενώθη διά σε και επαχύνθη με σάρκα και σε ήνωσε ολόκληρο με τον Εαυτό του χάριν φιλανθρωπίας. Καλύτερα δε να ειπώ ότι και ενηνθρώπησε, διά να σε θεοποίηση ολόκληρον διά του Πνεύματος και να αναλύση το κατώτερο μέσα εις το ανώτερο και να σε συνανυψώση μαζί με τον Εαυτό του από την γη και να σε βάλη να καθίσης εις τους πατρικούς θρόνους.
Προς Αυτόν λοιπόν να ανέρχεσαι πάντοτε διά βίου και θεωρίας καθαράς, πολιτευόμενος με θείους λόγους και θεία ήθη. Βλέποντας τον Θεό, όσον είναι εφικτόν, και βλεπόμενος από Αυτόν. Να αγωνίζεσαι Αυτός να λάμπη μέσα σου με τας ελλάμψεις της θεωρίας και τας αναβάσεις της αρετής, ούτως ώστε και από τα δύο, δηλαδή και από την πράξι και την θεωρία, να καταστής άρτιος και στερεός, προκύπτοντας εις άνδρα πληρέστατον, “εις μέτρον ηλικίας του Χριστού” (Εφεσ. δ’, 13). Εις Αυτόν ανήκει η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

(Μετάφραση: Ιερομόναχος Ιωάννης Αγιαννανίτης. Από το πρωτότυπο κείμενο, το οποίο ελήφθη από τον κώδικα 283 Ι. Σκ. Αγ. Άννης και των PG97, 1089- 1109)

Η Κοίμηση της Θεοτόκου

+Πρωτοπρεσβυτέρου Αλεξάνδρου Σμέμαν
Η κοίμηση της Θεοτόκου. Ρωσική εικόνα του Θεοφάνη του Έλληνα (14ος αιώνας).

Η κοίμηση της Θεοτόκου. Ρωσική εικόνα του Θεοφάνη του Έλληνα (14ος αιώνας).

Τον Αύγουστο η Εκκλησία τιμά το τέλος της επίγειας ζωής της Παρθένου Μαρίας, τον θάνατο της, την κοίμηση της όπως είναι πια γνωστή και σε αυτή τη λέξη περικλείονται το όνειρο, η ευλογία, η ειρήνη, η ηρεμία και η χαρά.
Δεν γνωρίζουμε λεπτομέρειες για τις συνθήκες της κοίμησης της Παναγίας, της Μητέρας του Κυρίου. Διάφορες ιστορίες και διηγήσεις, γεμάτες αγάπη και τρυφερότητα διασώθηκαν μέχρι τις μέρες μας από την εποχή της πρώτης Εκκλησίας, ακριβώς όμως λόγω της ποικιλότητας τους, δεν είμαστε υποχρεωμένοι να υποστηρίξουμε την «ιστορικότητα» καμιάς από αυτές. Με τη γιορτή της Κοιμήσεως η μνήμη και η αγάπη της Εκκλησίας επικεντρώνονται όχι στην ιστορικότητα και πραγματικότητα του γεγονότος, την ήμερα και τον τόπο όπου αυτή η μοναδική γυναίκα, η Μητέρα όλων των μητέρων συμπλήρωσε την επίγεια ζωή της. Όπου και όποτε και αν συνέβη, η Εκκλησία αντίθετα τονίζει την ουσία και το νόημα του θανάτου της, μνημονεύοντας τον θάνατο αυτής της οποίας ο Υιός, σύμφωνα με την χριστιανική μας πίστη, νίκησε τον θάνατο, αναστήθηκε εκ των νεκρών και υποσχέθηκε σε μας την τελική ανάσταση και τη νίκη της αιώνιας ζωής.
Ο θάνατος της ερμηνεύεται με τον καλύτερο τρόπο μέσα από την εικόνα της Κοιμήσεως που τοποθετείται στα προσκυνητάρια των εκκλησιών μας εκείνη την ημέρα, ως το κέντρο της όλης γιορτής. Η Μητέρα του Θεού έχει πεθάνει και βρίσκεται ξαπλωμένη στο νεκροκρέβατο. Οι απόστολοι του Χριστού είναι συγκεντρωμένοι γύρω της και πάνω ψηλά, στο κέντρο, βρίσκεται ο Χριστός, ο οποίος κρατά στα χέρια του τη Μητέρα του, ζωντανή και αιώνια ενωμένη μαζί του. Εδώ βλέπουμε μαζί τον θάνατο και αυτό που ξεπεράστηκε με τον συγκεκριμένο θάνατο της Θεοτόκου: όχι το διχασμό αλλά την ένωση· όχι τη λύπη αλλά τη χαρά και κυρίως όχι τον θάνατο αλλά τη ζωή. «Εν τη γεννήσει την παρθενίαν εφύλαξας, εν τη κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες Θεοτόκε…»., ψάλλει η Εκκλησία ατενίζοντας αυτή την εικόνα.
Μου έρχονται στο μυαλό τα λόγια του βαθύτερου και πιο ωραίου ύμνου που απευθύνεται στην Θεοτόκο: «Χαίρε, αυγή μυστικής ημέρας!» (Ακάθιστος Ύμνος). Το φως που εκχύνεται από την Κοίμηση προέρχεται ακριβώς από αυτή την ατελεύτητη, μυστική ήμερα. Μελετώντας αυτό τον θάνατο και βλέποντας αυτό το νεκροκρέβατο καταλαβαίνουμε ότι πλέον δεν υπάρχει θάνατος, ότι το γεγονός του θανάτου ενός προσώπου έγινε γεγονός ζωής, είσοδος εκεί όπου βασιλεύει η ζωή. Αυτή που έδωσε τον εαυτό της ολοκληρωτικά στο Χριστό, που τον αγάπησε μέχρι τέλους, συναντιέται μαζί του μπροστά στις λαμπρές πύλες του θανάτου και τότε ο θάνατος μετατρέπεται σε ευφρόσυνο συναπάντημα, η ζωή θριαμβεύει, η χαρά και η αγάπη κυριαρχούν πάνω σε όλα.
Για αιώνες η Εκκλησία ατενίζει και εμπνέεται από το θάνατο εκείνης που στάθηκε η μητέρα του Ιησού, που έδωσε ζωή στο Σωτήρα και Λυτρωτή μας, που έδωσε τον εαυτό της ολοκληρωτικά σ’ εκείνον μέχρι το τέλος, μένοντας μόνη κάτω από το σταυρό. Μελετώντας την Κοίμηση της η Εκκλησία ανακαλύπτει και βιώνει τον θάνατο όχι πλέον ως φόβο και τρόμο και τέλος, αλλά λαμπρή και αυθεντική αναστάσιμη χαρά «Εν τη γεννήσει σου σύλληψις άσπορος, εν τη κοιμήσει σου νέκρωσις άφθορος…». Εδώ, σ’ ένα από τους πρώτους ύμνους του όρθρου της γιορτής, βλέπουμε να εκφράζεται η ουσία αυτής της χαράς: «νέκρωσις άφθορος». Ποιό είναι όμως το νόημα αυτής της αντίθεσης των λέξεων; Κατά την Κοίμηση της Θεοτόκου, αποκαλύπτεται σε μας και γίνεται δική μας χαρά όλο το ευφρόσυνο μυστήριο αυτού του θανάτου, διότι η Παναγία, η Παρθένος Μαρία είναι μια από μας.
Αν θάνατος είναι ο φόβος και η θλίψη του χωρισμού, η κάθοδος στην απαίσια μοναξιά και το σκοτάδι, τότε τίποτα από όλα αυτά δεν τα συναντούμε στο θάνατο της Παναγίας, αφού η Κοίμησή της, όπως και ολόκληρη η ζωή της ήταν συνάντηση, αγάπη, κίνηση προς το αμάραντο και άδυτο φως της αιωνιότητας και είσοδος μέσα σ’ αυτό. Η τελεία αγάπη «έξω βάλλει τον φόβον», γράφει ο Ιωάννης ο Θεολόγος, ο ευαγγελιστής της αγάπης (Α’ Ιωάν. δ’ 18). Συνεπώς δεν υπάρχει φόβος στην άφθορο και αθάνατο κοίμηση της Παρθένου Μαρίας. Εδώ, ο θάνατος κατέρρευσε εκ των ένδον, απαλλάχτηκε από όλα αυτά που τον γεμίζουν με τρόμο και απελπισία. Ο ίδιος ο θάνατος μετατρέπεται σε θρίαμβο ζωής. Ο θάνατος γίνεται «αυγή μυστικής ημέρας». Γι’ αυτό η γιορτή δεν έχει καθόλου πόνο, νεκρώσιμους θρήνους και θλίψη, αλλά μόνο φως και χαρά. Είναι σαν να πλησιάζουμε τις θύρες του δικού μας αναπόφευκτου θανάτου και ξαφνικά τις βρίσκουμε ορθάνοικτες, γεμάτες φως από τη νίκη που πλησιάζει, από την ανατολή της βασιλείας του Θεού που είναι εγγύς.
Στη λάμψη αυτού του ασύγκριτου εόρτιου φωτός, σ’ αυτές τις αυγουστιάτικες μέρες που ο φυσικός κόσμος φτάνει στο αποκορύφωμα της ομορφιάς του και γίνεται ύμνος δοξολογίας και ελπίδας, σημείο του ερχομού ενός άλλου κόσμου, αντηχούν τα λόγια από τους ύμνους της Κοίμησης. «Νενίκηνται της φύσεως οι όροι εν σοι, παρθένε άχραντε· παρθενεύει γαρ τόκος, και ζωήν προμνηστεύεται θάνατος. Η μετά τόκον παρθένος και μετά θάνατον ζώσα, σώζοις αεί, Θεοτόκε, την κληρονομίαν σου» (Ωδή θ’). Ο θάνατος δεν είναι πια θάνατος. Ο θάνατος καταυγάζεται από την αιωνιότητα και την αθανασία. Ο θάνατος δεν είναι πια διχασμός αλλά ένωση, όχι λύπη αλλά χαρά, όχι ήττα αλλά νίκη. Αυτό λοιπόν γιορτάζουμε την ήμερα της Κοίμησης της πανάχραντου Μητέρας, αληθινή προτύπωση και πρόγευση και σκίρτημα χαράς για την ανατολή της μυστικής και ατελεύτητης ημέρας.

Μετάφραση: ΝΙΚΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Θεολόγος, Εκπαιδευτικός

Τρίτη 14 Αυγούστου 2012

Εγκώμιον εις την κοίμησιν της αγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου


TOY EN ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΤΟΥ ΣΤΟΥΔΙΤΟΥ
Φωνή κεράτινης σάλπιγγας, που να αντηχή δυνατώτερα από ανθρώπινη φωνή και να συγκλονίζη τα πέρατα, απαιτεί ένας λόγος προς τιμήν της ιεράς αυτής ημέρας, αγαπητοί μου. γι’ αυτό και κινδυνεύει ν’ αποτύχη τώρα, καθώς ακούγεται προερχόμενος από το ασθενές φωνητικό μου όργανο. Η Κυρία όμως και Βασίλισσα του παντός, έτσι καθώς είναι αφιλόδοξη, θα δεχτή νομίζω κι αυτόν εδώ τον σύντομο και πενιχρό λόγο που της προσφέρουμε οι δούλοι της, όμοια με εκείνους τους διεξοδικούς και αστραφτερούς των σπουδαίων ομιλητών, με το να παρακινείται σε συμπάθεια από τις προσευχές αυτού που με προστάζει να ομιλήσω. επειδή ακριβώς και ένα μόνο πράγμα προσέχει η φιλάγαθη: την πρόθεσι.

Εμπρός λοιπόν, συνάξου ολόκληρη η οικουμένη, ιεράρχες και ιερείς, μοναχοί και κοσμικοί, βασιλείς και άρχοντες, άνδρες και γυναίκες, αγόρια και κορίτσια, φυλές και γλώσσες, με όλο μαζί το έθνος και το πλήθος, και αφού αλλάξης τα φορέματα των αρετών σου, «ντυμένη» κι εσύ «στα κρόσσια τα χρυσά και στολισμένη»1, πρόβαλε με πρόσωπο φαιδρό και όλο χαρά γιόρτασε της Κυριοτόκου Μαρίας την εορτή, την επικήδεια συγχρόνως και διαβατήρια.
διότι φεύγει από εδώ κάτω και πηγαίνει κοντά στα όρη τα αιώνια, το όρος όντως το Σιών, στο οποίο ευδόκησε ο Θεός να κατοική, όπως ψάλλει η λύρα του ψαλμωδού. Σήμερα λοιπόν ο επίγειος ουρανός περιβαλλόμενος την στολή της αφθαρσίας αποκτά νέα διαμονή, την καλύτερη και αιώνια. Σήμερα η νοητή και θεοφώτιστη σελήνη με το να συμβάλλη στον δίσκο του ηλίου της δικαιοσύνης εκλείπει μεν από την πρόσκαιρη τούτη ζωή, συγχρόνως όμως ανατέλλει και λάμπει με την τιμή της αθανασίας. Σήμερα η ολόχρυση και θεοκατασκεύαστη κιβωτός του αγιάσματος αναχωρεί από τα επίγεια σκηνώματα και μετακομίζεται στην άνω Ιερουσαλήμ, για να αναπαυθή αιώνια. Και ο θεοπάτωρ Δαυίδ μας τα τραγουδάει αυτά με την κιθάρα του και αναφωνεί: «Θα προσαχθούν, λέει, παρθένοι», δηλ. ψυχές, «στον βασιλέα, ακολουθώντας πίσω από αυτήν θα προσαχθούν σε Σένα»2.

Τώρα λοιπόν, ενώ έκλεισε τους αισθητούς οφθαλμούς η Θεοτόκος, υψώνει για χάρι μας τους νοητούς, σαν λαμπρούς και μεγάλους φωστήρες που ποτέ ως τώρα δεν βασίλεψαν, για να αγρυπνούν και να εξιλεώνουν τον Θεό υπέρ της σωτηρίας του κόσμου. Τώρα, ενώ στα θεοκίνητα χείλη της εσίγησε ο έναρθρος λόγος, αείλαλο ανοίγει το πρεσβευτικό της στόμα υπέρ όλου του γένους. Τώρα, ενώ συνέστειλε τις σωματικές και θεοφόρες της παλάμες, τις υψώνει άφθαρτες προς τον Δεσπότη υπέρ ολόκληρης της οικουμένης. Τώρα, ενώ μας απέκρυψε τα ηλιοειδή και φυσικά χαρακτηριστικά της, ακτινοβολεί δια μέσου της σκιαγραφίας της εικόνας της και την παρέχει στον λαό προς ασπασμό ευεργετικό και σχετική προσκύνησι, είτε το θέλουν οι αιρετικοί είτε όχι. Ενώ λοιπόν πέταξε επάνω η πάναγνος περιστερά, δεν παύει να φυλάττη τα κάτω. Ενώ εξήλθε του σώματος, με το πνεύμα της είναι μαζί μας. Ενώ οδηγήθηκε στους ουρανούς, εξοστρακίζει από ανάμεσά μας τους δαίμονες μεσιτεύοντας προς τον Κύριο.

Κάποτε, μέσω της προμήτορος Εύας ο θάνατος εισήλθε και κυρίευσε τον κόσμο. τώρα όμως συναντώντας την μακαρία θυγατέρα εκείνης αποκρούστηκε και κατανικήθηκε από το ίδιο εκείνο μέρος απ’ όπου του είχε δοθή η εξουσία. Ας χαρή λοιπόν το γυναικείο φύλο, που αντί ντροπής αποκομίζει δόξα. Ας χαρή και η Εύα, διότι δεν είναι πια κατηραμένη, αλλά έχει να επιδείξη απόγονό της ευλογημένο την Μαρία. Ας σκιρτήση η κτίσις ολόκληρη, καθώς αντλεί μυστικά τα νάματα της αφθαρσίας από την παρθενική πηγή και απαλλάσσεται έτσι από την θανατηφόρα δίψα.
Τέτοια είναι η εορτή που έχουμε σήμερα. Τόσο μεγάλα είναι τα γεγονότα που υμνολογούμε. Αυτά μας χαρίζει η χριστοανθής ρίζα του Ιεσσαί, η ιερόβλαστη ράβδος του Ααρών, ο νοητός παράδεισος του ξύλου της ζωής, ο έμψυχος λειμώνας των παρθενικών αρωμάτων, η ανθισμένη θεογεώργητη άμπελος του ωρίμου και ζωογόνου βότρυος, ο υψηλός και επηρμένος χερουβικός θρόνος του Παμβασιλέως, ο οίκος ο γεμάτος από την δόξα Κυρίου, το άγιο καταπέτασμα του Χριστού, ο φωτεινότατος τόπος της ανατολής, αυτά μας χαρίζει, καθώς κοιμήθηκε σήμερα εν ειρήνη και δικαιοσύνη. Λέω κοιμήθηκε, όχι όμως και πέθανε. Πέρασε από την γη στον ουρανό, όμως δεν εγκατέλειψε την υπεράσπισι του ανθρωπίνου γένους.

Με ποια λόγια λοιπόν να παραστήσουμε το μυστήριό σου; Αδυνατούμε να το σκεφθούμε. είμαστε ασθενείς για να το εκφράσουμε. ιλλιγγιούμε να το περιγράψουμε. Διότι είναι παράξενο και υψηλό και ανώτερο για κάθε διάνοια. Δεν σχετίζεται και δεν ταιριάζει με κάτι άλλο, όπως συμβαίνει με τα υπόλοιπα πράγματα, έτσι ώστε να είμαστε σε θέσι να δώσουμε πρόχειρα τις αποδείξεις από τα γύρω μας πράγματα. Αντίθετα, από τα υπερβατικά και ανώτερά μας κατανοούμε με ευλάβεια όσα αναφέρονται σε σένα, και σε σένα μόνη παραδίδουμε τα υπέρ άνθρωπον. Διότι άλλαξες την φύσι κατά την άρρητη γέννησι. Πού αλλού άκουσε κανείς παρθένο να συλλαμβάνη ασπόρως! Ω θαύμα! Την μητέρα και λεχώνα την βλέπουμε άφθορη παρθένο, επειδή Θεός ήταν αυτό που γέννησε. Το ίδιο λοιπόν και στη ζωηφόρο κοίμησί σου: με το να είσαι διαφορετική από τους υπολοίπους, μόνη εσύ κατέχεις δικαιολογημένα την αφθαρσία και των δύο (ψυχής δηλ. και σώματος).

Ας μας αφηγηθή όμως η Σιών τα παράδοξα εκείνης της ημέρας. Είχε λοιπόν συμπληρωθή το όριο της ζωής. Είχε φθάσει η ώρα του θανάτου. Προγνώρισε σαν μητέρα Θεού η Παναγία τον καιρό της μεταστάσεως. (Και πόσα περισσότερα από τον καθένα που σαν απλός δούλος προφητεύει δεν θα έδινε κανείς, αδελφοί μου φιλόχριστοι, προς την μητέρα του Θεού και ανώτερη από όλους τους προφήτες;)3. Όταν λοιπόν τα αισθάνθηκε αυτά και τα κατάλαβε, τί μας λέει η παράδοσις πως προσευχόταν και παρακαλούσε;

"Έφθασε η ημέρα της εξόδου μου. έφθασε ο χρόνος της ενδημίας μου προς εσένα. Ας παρευρεθούν εδώ αυτοί που θα υπηρετήσουν στον ενταφιασμό μου, Δέσποτα. είθε να σταθούν στο προσκέφαλό μου οι λειτουργοί που θα τελέσουν την κηδεία μου. Και στα μεν χέρια σου να αφήσω το πνεύμα μου, στα δε χέρια των μαθητών σου, για να το ενταφιάσουν, το άψαυστο και θεοδόχο σώμα μου, από όπου ανέτειλες εσύ η αθανασία. Ας παρασταθούν κοντά μου να μου δώσουν χαρά αυτοί που βρίσκονται διεσπαρμένοι στα πέρατα της γης, οι κήρυκες και υπηρέτες του ευαγγελίου σου. Κι αν εσύ ευδόκησες να μετατεθή ζωντανός ακόμη ο δίκαιος Ενώχ στον ουρανό, γιατί έτσι έπρεπε, και ο Θεσβίτης Ηλίας εκ του εμφανούς να ανυψωθή με πύρινο άρμα προς άγνωστες χώρες, για να αναμένουν και οι δύο τον χρόνο της φρικτής και παμφώτεινης δευτέρας παρουσίας σου, και αν πάλι για μια ανάγκη του Δανιήλ εθαυματούργησες, ώστε μέσα σε μια στιγμή ο προφήτης Αββακούμ να μεταφερθή από την Ιερουσαλήμ στην Βαβυλώνα και πάλι να επιστρέψη, τότε τί σου είναι αδύνατο και μόνο αν το θελήσης;"

Αυτά μόλις είπε η πανύμνητος, να που κατέφθασε και η δωδεκάδα των αποστόλων, από διαφορετική κατεύθυνσι ο καθένας, σαν σύννεφα σπρωγμένα από τις πτέρυγες του Πνεύματος, που ήρθαν και στάθηκαν κοντά στη νεφέλη του φωτός. Τί λέγει λοιπόν εκείνη που έχει τα θεϊκά, τα πολλά, τα μεγάλα ονόματα, φέρνοντας, καθώς ήταν ξαπλωμένη, ένα γύρο το βλέμμα της και αντικρύζοντας αυτούς που ζητούσε;

"Ας αγαλλιάση η ψυχή μου για τον Κύριο και αυτό θα γίνη για μένα ευφροσύνη και αίνεσις και μεγαλείο εκ μέρους όλων των εθνών της γης. Διότι μου συγκέντρωσε τα θεμέλια της Εκκλησίας, μου συνάθροισε τους άρχοντες της οικουμένης, τους θαυμαστούς υπηρέτες της κηδείας μου. (Ω μεγαλοφυές θαύμα! Ω έργο μητρικής αφοσιώσεως προς τον υιό! Ω δώρο υιικής σχέσεως προς την μητέρα!). Σαν άλλος ουρανός μου φάνηκε το δωμάτιο, με το να περικλείη μέσα του τους φωστήρες του κόσμου. Ναός Κυρίου φάνηκε η οροφή, που έφερε κοντά μου τους θείους μύστες και ιερουργούς. Δεν θα μελετήση πια η συμμορία των Ιουδαίων να πραγματοποιήση τον εναντίον μου παραλογισμό. Δεν θα οπλίση πια εναντίον μου το θρασύ του χέρι, για να με φονεύση, το συνέδριο των ιερέων. (Διότι κάποτε το είχαν σχεδιάσει και, μαζί με τον Υιό, θα φόνευαν οι αιμοχαρείς και την Μητέρα, αλλά απέτυχαν στον σκοπό τους, γιατί τους εμπόδισε άνωθεν η θεία πρόνοια). Μεταβιβάζομαι σε τόπους κατοικίας απαραβίαστους, όπου δεν μπορεί ο εχθρός να εισαγάγη τις παγίδες της κακίας. όπου θα μπορώ να αντικρύσω την τερπνότητα του Κυρίου και να επισκεφθώ τον Ναόν, εγώ ο παμφώτεινος ναός Του".

Και τί είπαν τότε προς αυτήν οι μακάριοι απόστολοι με λόγια είτε δικά τους είτε διαλεγμένα από τα στόματα των προφητών;

"Χαίρε κλίμαξ που στηρίζεσαι στη γη και φθάνεις στον ουρανό, μέσω της οποίας έγινε η κάθοδος προς ημάς και η άνοδος προς τους ουρανούς του Κυρίου, κατά τον μεγάλο πατριάρχη Ιακώβ4.

Χαίρε βάτε με την τόσο παράδοξη μορφή, από την οποία εμφανίστηκε άγγελος Κυρίου σε μορφή πύρινης φλόγας και την οποία ενώ η φωτιά έκαιγε, δεν την κατέκαιε, κατά τον μεγάλο θεόπτη Μωυσή5.

Χαίρε ο θεοδέγμων πόκος, από τον οποίο στράγγισε η ουράνια δρόσος, μία γεμάτη λεκάνη νερό, κατά τον θαυμασιώτατο Γεδεών6.

Χαίρε πόλις του βασιλέως του μεγάλου7, την οποία θαυμάζουν και μεγαλύνουν οι βασιλείς8 μαζί με τον ασματογράφο Δαυίδ.

Χαίρε η νοητή Βηθλεέμ, ο οίκος του Εφραθά, απ’ όπου εξήλθε ο βασιλεύς της δόξης, για να καταστή άρχοντας στον λαό του Ισραήλ, του οποίου «αι έξοδοι απ’ αρχής εξ ημερών αιώνος»9, όπως λέγει ο Μιχαίας ο θειότατος.

Χαίρε το κατάσκιο παρθενικό όρος, από το οποίο εμφανίστηκε ο άγιος του Ισραήλ, κατά τον θεόφωνο Αββακούμ10.
Χαίρε λυχνία ολόχρυση και φωτοφόρε, από την οποία έλαμψε στους «εν σκότει και σκιά θανάτου καθημένους»11 το απρόσιτο φως της Θεότητος, κατά την ρήσι του θεσπέσιου Ζαχαρία12.

Χαίρε το παγκόσμιο ιλαστήριο των ανθρώπων, διά του οποίου σε ανατολή και δύσι δοξάζεται στα έθνη το όνομα του Κυρίου και παντού προσφέρεται θυμίαμα στο όνομά Του, κατά τον αγιώτατο Μαλαχία13.

Χαίρε νεφέλη ανάλαφρη, πάνω στην οποία κάθησε ο Κύριος, κατά τον ιεροφωνότατο Ησαΐα14.

Χαίρε η ιερά βίβλος των προσταγμάτων του Κυρίου και ο νεοχάρακτος νόμος της Χάριτος, χάριν της οποίας μας έγιναν γνωστά όσα αρέσουν στον Θεό, κατά τον πολυθρήνητο Ιερεμία15.

Χαίρε η κλεισμένη πύλη, διά της οποίας ο Κύριος και Θεός του Ισραήλ εισήλθε και εξήλθε κατά τον μεγάλο θεόπτη Ιεζεκιήλ16.

Χαίρε το αλατόμητο από χέρι ανθρώπου και υψηλότατο όρος, από το οποίο απεκόπη ο ακρογωνιαίος λίθος, κατά τον θεολογικώτατο Δανιήλ17".

Και ποιος νους να χωρέση ή ποιος λόγος να αφηγηθή όσα εκεί έψαλλαν, όσα είπαν, όσα εμακάρισαν οι θεολόγοι; Όταν λοιπόν ιερούργησαν ιερώς όσα ταίριαζε και επετέλεσαν τα άγια αγίως, να που έφθασε και ο Κύριος με την δόξα της δυνάμεώς του και όλη την στρατιά του ουρανού. Και αοράτως μεν λειτουργούσαν οι ασώματοι, σωματικώς δε γίνονταν υμνωδοί της θείας μεγαλειότητος οι απόστολοι. Σύμμεικτη ήταν, αδελφοί μου, η πανήγυρις και ο χορός ουράνιος μαζί και επίγειος — κι ας μη ξενίση ο λόγος μου καθώς σκιαγραφεί τα θεοπρεπή γεγονότα — αποτελούμενος από Αγγέλους, Αρχαγγέλους, Κυριότητες, Θρόνους, Αρχές, Εξουσίες, Δυνάμεις, τις Χερουβικές και Σεραφικές, αποστόλους, μάρτυρες, δικαίους, άλλους να προτρέχουν, άλλους να προϋπαντούν, άλλους να ηγούνται, άλλους να προηγούνται, άλλους να ακολουθούν και άλλους να παρακολουθούν, και όλους να φωνάζουν χαρμόσυνα με ένα στόμα: «Άσατε τω Κυρίω»18. «αινέσατε τον Κύριον»19. «ευλογημένος Κύριος επί δίκαιον όρος το άγιον αυτού»20. και «ανυψωθήτω ο ουρανός εις το μετέωρον»21. Ποιος λοιπόν άκουσε ποτέ εις τον αιώνα τέτοιο εξόδιο, φιλόχριστοι αδελφοί; Ποιος γνώρισε την προπομπή μιας τέτοιας κηδείας; Ποιος κατάλαβε ποτέ μέχρι τώρα τέτοια μετάβασι, σαν κι αυτή που αξιώθηκε η Μητέρα του Κυρίου μου; Και δεν είναι παράξενο. Γιατί ακριβώς και κανένας δεν φάνηκε ποτέ υπέρτερος από αυτήν, που είναι μεγαλύτερη από όλους τους ανθρώπους.

Φρίττει το πνεύμα μου, ω Παρθένε, καθώς βάζω στο μυαλό μου το μεγαλείο της μεταστάσεώς σου. Μένει έκπληκτος ο νους μου, καθώς αναλογίζομαι το θαύμα της κοιμήσεώς σου. Δένεται η γλώσσα μου, καθώς πάει να διηγηθή το μυστήριο της παλινζωΐας σου. Διότι ποιος είναι εκείνος που θα μπορούσε επάξια «να κάνη γνωστούς όλους τους ύμνους σου»22 ή «να εξιστορήση όλα τα θαυμάσιά σου23»; Ποιος νους υψηγόρος θα ρητορεύση, ποια γλώσσα μεγαλόστομη θα ομιλήση, θα εξαγγείλη και θα παραστήση τα κατά σε, θα αποδώση τα λόγια σου ή θα σταθή αντάξια των δικών σου θαυμασίων, τελετών, πανηγύρεων, εορτών, διηγήσεων, εγκωμίων; Γι’ αυτό και επί του παρόντος μυστηρίου η γλώσσα μας αποδεικνύεται αδύνατη, άτονη, αποτυχημένη, αποδοκιμασμένη. Διότι πράγματι υπερέχεις, υπερβάλλεις, υπερτερείς ασυγκρίτως, σε ύψος και μέγεθος από τον ανώτατο ουρανό. σε λαμπρότητα αγνείας, από το ηλιακό φως. σε απόκτησι παρρησίας, από το αγγελικό αξίωμα κάθε άυλης και λογικής υπάρξεως των νοητών και νοερών δυνάμεων.

Αλλά τί επίσημη και λαμπρή — με αγαλλίασι το λέω — η πανήγυρίς σου! Πόσο σημειοφόρος και θαυματουργική η μετάστασίς σου! Πόσο ζωοπάροχος και αφθαρτοδώρητος ο ενταφιασμός σου, μητέρα του φωτός! Τώρα όμως που πέρασες τα σύννεφα και ανέβηκες στον ουρανό και μπήκες στα άγια των αγίων «εν φωνή αγαλλιάσεως και εξομολογήσεως»24, αξίωσε, Θεοτόκε, να ευλογήσης πλούσια τα πέρατα της οικουμένης. Με τις πρεσβείες σου κάνε εύκρατους τους καιρούς. χάριζε την βροχή στην ώρα της. κατεύθυνε σωστά τους ανέμους. κάνε την γη να καρποφορή. δώρισε την ειρήνη στην Εκκλησία. κράτυνε την Ορθοδοξία. φύλαγε την βασιλεία. απόκρουε τις επιθέσεις των βαρβάρων. σκέπαζε ολόκληρο το γένος των Χριστιανών. τέλος δε συγχώρησε και την δική μου τόλμη. Διότι δικός σου είναι αυτός ο λόγος, Μητέρα του Θεού, και συ προφήτευσες μελωδικά εκείνο που θα γινόταν: «Διότι να που από τώρα, είπες, θα με μακαρίζουν όλες οι γενεές»25. Επειδή λοιπόν δεν είναι δυνατόν να αποδειχθή ψευδής ο θείος σου λόγος, δέξου κι από μένα τον ανάξιο δούλο σου, αυτή την κατά δύναμιν προσφώνησι και «δος μου πάλι την αγαλλίασι που μου χαρίζει η σωστική σου βοήθεια»26. Με την δύναμι των πρεσβειών σου στήριξέ με μαζί με τον συγγενή μου και πνευματικό πατέρα μου27 και με το ποίμνιο που μου έχουν εμπιστευθή. εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, εις τον οποίον ανήκει η δόξα και η τιμή και το κράτος μαζί με τον παντοκράτορα Πατέρα και το ζωοποιό Πνεύμα, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.


1. Ψαλμ. μδ’ 14
2. πρβλ. Ψαλμ. μδ’ 15
3.     Σ.Μ. Πώς δεν θα της δινόταν δηλ. από τον Θεό το χάρισμα να προΐδη την μετάστασί της;
4. βλ. Γεν. κη
5. βλ. Έξ. γ’ 2-3
6. βλ. Κριταί ς' 38
7. βλ. Ψαλμ. μζ' 3
8. βλ. Ψαλμ. μζ' 5-6
9. Μιχ. ε' 1
10. βλ. Αββακ. γ' 3
11. Ψαλμ. ρς' 10
12. βλ. Ζαχ. δ' 2
13. βλ. Μαλαχ. α’ 11
14. βλ. Ησ. ιθ' 1
15. πρβλ. Ιερ. κε' 13
16. βλ. Ιεζ. μδ' 2 κ.εξ.
17. βλ. Δαν. β' 34, 45
18. Ιερ. κ' 13
19. ένθ’ ανωτ
20. Ιερ. λη' 23
21. πρβλ. Ιερ. λη' 35
22. Ψαλμ. ρε' 2
23. Ψαλμ. οδ' 1
24. Ψαλμ. μα’ 5
25. Λουκ. α’ 48
26. Ψαλμ. ν’ 14
27.    Σ.Μ. Εννοεί τον κατά σάρκα θείο του και πνευματικό πατέρα του Πλάτωνα, του οποίου τις ευχές επικαλείται και στο προοίμιο του λόγου.


ΠΗΓΗ:  “ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ”
    1989

Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος στήν Ἐκκλησία (Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς)



Καθηγητοὺ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Βελιγραδίου. (1894-1979)
Μὲ τὴν ἁμαρτία τὸ θάνατο καὶ τὸ διάβολο οἱ ἄνθρωποι ξέπεσαν ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἀπομακρύνθηκαν. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς καὶ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἀπὸ ἀμέτρητη φιλανθρωπία ἔγινε ἄνθρωπος καὶ γιὰ πάντα παραμένει ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους ὡς Θεάνθρωπος ὡς Ἐκκλησία. Ἡ δὲ Ἐκκλησία μὲ τὴν δική του θεανθρώπινη οἰκονομία σώζει τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, τὸν θάνατο καὶ τὸν διάβολο. Εἶναι Καινο- Διαθηκικὴ Πανευλογία. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ.
Ἔτσι ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος ποὺ ἐγέννησε γιὰ ἐμᾶς τὸν Θεάνθρωπο Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ στὴν πραγματικότητα γέννησε τὴν Ἐκκλησία διότι ἔδωσε τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι λοιπὸν ἡ Θεοτόκος ταυτοχρόνως καὶ Ἐκκλησιογεννήτρια· ἡ Θεομήτωρ εἶναι ταυτόχρονα καὶ Ἐκκλησιομήτωρ.
Γι’ αὐτὸ ἡ ἁγία προσευχόμενη σκέψη τῆς Ἐκκλησίας ὁμολογεῖ καὶ διδάσκει αὐτὴ τὴν Παν-ἀλήθεια ὅτι δηλαδὴ ἡ Θεοτόκος εἶναι τὸ Παν-φῶς τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ. Ὁλόκληρη ἡ Θεανθρώπινη οἰκονομία τῆς σωτηρίας γίνεται δι’ Αὐτῆς καὶ διὰ τοῦ δικοῦ Της Θεϊκοῦ Υἱοῦ.
Οἱ Θεοφόροι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας κηρύττουν γιὰ Αὐτήν. Ὅθεν δικαίως καὶ ἀληθῶς Θεοτόκον τὴν Ἁγίαν Μαρίαν ὀνομάζομεν. Τοῦτο γὰρ τὸ ὄνομα ἅπαν τὸ μυστήριο τῆς οἰκονομίας συνίστησι.
Γιὰ τὴν προσευχόμενη καὶ παν-ἀληθή αἴσθηση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ ἡ δική του θαυμαστὴ Θεομήτωρ εἶναι δύο ἀχώριστες ὑπάρξεις. Στὴν ὀρθόδοξη ἐπίγνωση τῆς ΚαινοΔιαθηκικῆς πίστης τὸ σωτηριῶδες καὶ ἀπολυτρωτικὸ ἔργο τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀχώριστο ἀπὸ τό τῆς Παναγίας Ἀχράντου Ὑπερευλογημένης, ἐνδόξου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας.
Ἐὰν ὑπάρχει κάποιος στὸ ἀνθρώπινο γένος μετὰ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ τότε Αὐτὴ εἶναι ἡ Θεοτόκος ἡ Παντελεία, Θεανθρώπινη Παν-ἀρετή. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Αὐτὴ εἶναι ἡ τελειοτάτη μορφὴ κάθε ἀπείρου καλοῦ. Διότι ὅταν δί’ Αὐτῆς ὁ Θεὸς εἰσῆλθε στὸν κόσμο ὡς ἄνθρωπος πῶς νὰ μὴν προέλθει ἐξ Αὐτῆς γιὰ τὸν ἄνθρωπο κάθε τι τὸ θεϊκό, κάθε τι τὸ ἐπουράνιο, κάθε τι τὸ εὐαγγελικό, κάθε τι τὸ εὐλογημένο, κάθε τι τὸ παραδεισένιο;
Γι’ αὐτὸ εἶναι ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος τιμιωτέρα τῶν Χερουβεὶμ καὶ ἐνδοξοτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ. Γι’ αὐτὸ εἶναι ἡ βασίλισσα τῶν Ἀγγέλων.
Ἀναμφίβολα ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος εἶναι ἡ μεγάλη καὶ πλουσιωτάτη Δωρο -δωρήτρια στὸ Ἀνθρώπινο γένος. Χάρισε σὲ ἐμᾶς, ἐγέννησε γιὰ ἐμᾶς τὸν Θεὸν ὡς ἄνθρωπο, ὡς Θεάνθρωπο· καὶ μὲ Αὐτὸν τὴν Αἰώνια Ἀλήθεια, τὴν Αἰώνια Δικαιοσύνη, τὴν Αἰώνια Ἀγάπη, τὴν Αἰώνια Ἀγαθότητα, τὴν Αἰώνια Ζωή.
Ἀσφαλῶς μὲ αὐτὰ ἔδωσε σὲ ἐμᾶς ὅ,τι αἰωνίως χρειαζόταν ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη σὲ ὅλους τους κόσμους: τὴν σωτηρία, τὴν ἐνχρίστωση, τὴν Θεανθρωποποίηση, τὴν Θέωση, τὴ ἐντριαδοποίηση, δηλαδὴ ὅλα τὰ θεία μυστήρια καὶ ὅλες τὶς θεϊκὲς ἀρετές. Ἀλλὰ μαζί μέ ὅλα αὐτά  (μᾶς ἔδωσε) τὸ πολὺ ἀγαπητὸ θαῦμα ὅλων τῶν θεϊκῶν κόσμων, τὸν θαυμαστὸ καὶ παν- θαύμαστο Θεὸ καὶ Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ, τὸν Θεάνθρωπο.
Ἐξαιτίας ὅλων αὐτῶν εἶναι παναληθὴς καὶ θεόπνευστη ἡ ὁμολογία τοῦ ὁσίου καί θεοφόρου Πατρὸς ἡμῶν Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ: «οὐδεὶς ἂν ἔλθοι πρὸς Θεὸν εἰ μὴ δι’ Αὐτῆς (τῆς Θεοτόκου)…Δι’ Αὐτῆς μεθέξουσι ὅσοι δὴ μεθέξουσι Θεοῦ. Αὕτη καὶ τῶν πρὸ Αὐτῆς αἰτία καὶ τῶν μέτ’ Αὐτὴν προστάτις καὶ τῶν αἰωνίων πρόξενος. Αὕτη τῶν προφητῶν ὑπόθεσις, τῶν Ἀποστόλων ἀρχή, τῶν μαρτύρων ἑδραίωμα,  τῶν διδασκάλων κρηπίς… Αὕτη παντὸς ἁγίου κορυφὴ καὶ τελείωσις». [Δηλαδή: «Κανείς δέν μπορεῖ νά ἔλθει στόν Θεό παρά μόνο διά μέσου Αὐτῆς (τῆς Θεοτόκου)…Διά μέσου Αὐτῆς θά ἑνωθοῦν ὅσοι θά ἑνωθοῦν μέ τόν Θεό. Αὐτή εἶναι αἰτία, καί τῶν πρίν ἀπό Αὐτήν, καί προστάτις τῶν μετά ἀπό Αὐτήν καί αἰτία (πρόξενος) τῶν αἰωνίων (ἀγαθῶν). Αὐτή εἶναι ἡ ὑπόθεση (μέ αὐτήν ἀσχολοῦνται καί γι’ αὐτήν ὁμιλοῦν) τῶν Προφητῶν, ἡ ἀρχή τῶν Ἀποστόλων, τό στήριγμα τῶν μαρτύρων, ἡ κρηπίδα (βάση) τῶν διδασκάλων…Αὐτή εἶναι ἡ κορυφή καί ἡ τελείωση τοῦ κάθε Ἁγίου»)
 Ἡ θεοδηγούμενη σκέψη τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου μεγαλύνοντας τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο ὁμολογεῖ: «Ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους δὲν μπορεῖ νὰ βρεθεῖ κανεὶς ὅπως ἡ Θεοτόκος Μαρία. Αὐτή εἶναι ἡ Μητέρα τῆς Σωτηρίας γιατί ἐγέννησε τὸν Σωτήρα».
Ὁ Θεόσοφος ὁμολογητὴς τῆς θεανθρώπινης ἀλήθειας γιὰ τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας ἑνώνει τὴν προσωπικότητα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου μὲ τὴν ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ οὔτε νὰ ἐννοηθεῖ, οὔτε νὰ ὑπάρξει χωρὶς τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος εἶναι ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος. Μὲ τὴν ἐπονομασία δὲ «Θεοτόκος», στὸ πρόσωπο τῆς Ἀειπαρθένου Μαρίας ἐκφράζεται ὅλο τὸ θεϊκὸ μυστήριο τῆς προσωπικότητας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ναί, χωρὶς τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο δὲν ὑπάρχει ὁ Θεάνθρωπος, δὲν ὑπάρχει ἡ Ἐκκλησία, δὲν ὑπάρχει ἡ σωτηρία καὶ ὅλος ὁ κόσμος μετατρέπεται σὲ μία πολὺ ἀσυλλόγιστη φρίκη καὶ ὁ ἄνθρωπος σὲ μία φοβεροτάτη κόλαση.
-Γιὰ ποιὸ λόγο ἐδημιούργησε ὁ Θεὸς αὐτὸν τὸν κόσμο;
-Γιὰ νὰ γίνει ναὸς τοῦ Θεοῦ.
-Καὶ τὴν ζωὴν σὲ αὐτόν;
-Γιὰ νὰ γίνει Θεο-λειτουργικὴ.
-Καὶ τοὺς ἀνθρώπους σὲ αὐτὴν;
-Γιὰ νὰ γίνουν Θεολειτουργοί.
Ἀλλὰ οἱ ἄνθρωποι μετάλλαξαν αὐτὸ τὸν κόσμο σὲ εἰδωλεῖο καὶ κολαστήριο.
- Μὲ τί;
-Μὲ τὴν Ἁμαρτία. Διότι ἡ ἁμαρτία ὑπακούει στὸν διάβολο καὶ ὄχι στὸν Θεό. Ἔτσι καὶ ἡ ἀνθρώπινη ζωὴ ἀπὸ Θεὸ-λειτουργικὴ ἔγινε διαβολοειδὴς καὶ οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ λειτουργοί τοῦ Θεοῦ μετασχηματίστηκαν σὲ ὑπηκόους τοῦ διαβόλου.

Ὁ Κύριος ὅμως Ἰησοῦς Χριστὸς ἦλθε στὸν κόσμο γιὰ νὰ τὸν ἁγιάση καὶ νὰ τὸν μεταμορφώση ἀπὸ κόλαση σὲ Θεο-λειτουργία καὶ αὐτὸ ὁ φιλάνθρωπος Χριστὸς τὸ πραγματοποίησε μὲ τὴν Ἐκκλησία. Διότι μὲ Αὐτὴν ὅλος ὁ Κόσμος ἔγινε ναὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ζωὴ σύμφωνα μὲ τὸ θεῖο εὐαγγέλιο ὅλη Θεολειτουργική. Τὸ δὲ τέλειο παράδειγμα αὐτοῦ τοῦ γεγονότος εἶναι ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, ἡ Ὁποία ἔζησε καὶ ἀσκήθηκε στὸ ναὸ, στὴν Ἐκκλησία. Ὅλη Της ἡ ζωή ἦταν μία ἀδιάκοπη Θεολειτουργία μὲ συνεχή ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Στὴν Ἱερὰ Παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας ὁ θάνατος τῆς Θεομήτορος ὀνομάζεται κοίμησις ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸ ρῆμα «κοιμάω-ῶ». Δηλ. ὁ θάνατος τοῦ σώματος ὡς ὕπνωσις τοῦ σώματος, ὡς ὄνειρο τοῦ σώματος, αὐτὸ εἶναι εὐλογία καὶ πραγματικότητα τὴν ὁποία μόνο ὁ Θεάνθρωπος Χριστὸς ἔφερε στὸν κόσμο.
Ἡ κοίμησις τῆς Θεοτόκου ὀνομάζεται καὶ θεία μετάστασις, ζωοποιὸς θάνατος. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Δαμασκηνὸς λέγει σχετικὰ ὅτι τὸ πανάγιο σῶμα τῆς Θεομήτορος κατατίθεται σὲ ἄδοξο τάφο καὶ ἀπὸ αὐτὸ μετὰ τρεῖς ἡμέρες ἀνασταίνεται καὶ μετατίθεται στοὺς οὐρανοὺς πρὸς τὸν Μονογενῆ καὶ ἀγαπητὸ Υἱό Της καὶ Θεό. Ὁ Κύριος μὲ τὴν Θεοτόκο πραγματοποίησε τὴν θεανθρώπινη οἰκονομία τῆς σωτηρίας Γι’ αὐτὸ ἡ Παναγία εἶναι τὸ τῆς σωτηρίας ἐργαστήριο καὶ τὸ πρῶτο ἐνσαρκωμένο εὐαγγέλιο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στὸ γήινο κόσμο μας. Γί’ αὐτὸ τίποτα δὲν εἶναι πιὸ ἀγαπητὸ ἀπὸ τὴν μητέρα τοῦ Θεοῦ.
(Μετάφραση: Γεώργιος Ἀβραμόπουλος Θεολόγος).
Διορθώσεις καί μεταφορά στό πολυτονικό: Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης
http://Hristospanagia3.blogspot.com

Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός: Εγκώμιο Α΄ στην πάνσεπτη Κοίμηση της Μητέρας του Θεού


1. «Μ' εγκώμια μνημονεύουμε τους δίκαιους», λέγει ο σοφώτατος Σολομώντας. «Ο θάνατος των αγίων Του είναι αξετίμητος για το Θεό», προείπε ο θεοπάτορας Δαβίδ. Αν λοιπόν όλους τους δίκαιους τους μνημονεύουμε εγκωμιαστικά, ποιος δε θα προσφέρη τον έπαινό του στη βρυσομάννα της δικαιοσύνης και της οσιότητας το θησαυρό, όχι για να δοξάση, μα για να δοξαστή ο ίδιος με δόξα αιώνια; Δεν έχει ανάγκη από τη δική μας δόξα η σκηνή της δόξας του Θεού, ή πόλη του Θεού, μια και γι' Αυτήν ειπώθηκαν λόγια δοξασμένα, καθώς της λέγει ο εξαίσιος Δαβίδ: «Δεδοξασμένα ελαλήθη περί σου, η πόλις του Θεού».


Αλήθεια, ποια τάχα μπορούμε να νομίσουμε για πόλη του αόρατου και άπειρου Θεού, που όλα τα χωράει στην παλάμη Του, παρά μόνο Εκείνη, που με αληθινά υπερφυσικό και υπερούσιο τρόπο εχώρεσε απερίγραπτα τον υπερούσιο Λόγο του Θεού και Θεό; Γι' Αυτήν ο ίδιος ο Κύριος με τα χείλη του προφήτη έχει λαλήσει λόγια όλο δόξα, γιατί τί ενδοξότερο υπάρχει από την αποδοχή της αρχαίας αληθινής Θεϊκής Βουλής ;

2. Αληθινά, δεν υπάρχει γλώσσα άνθρωπου, μήτε υπερκόσμιος αγγελικός νους, που να μπορή επάξια να υμνήση Εκείνη, με την οποία μας δόθηκε η δυνατότητα να θεωρούμε καθαρά «τη δόξα του Κυρίου». Τι θα κάνουμε λοιπόν; Θα βουβαθούμε τάχα, αφού δε μπορούμε επάξια να την υμνήσουμε, ζαρώνοντας από φόβο; Καθόλου. Να περάση πάλι το πόδι μας το κατώφλι, που λένε, ν' αγνοήσουμε τ' ανθρώπινά μας όρια και ν' αγγίξουμε τραχιά τ' αννέγγιχτα, λυμένοι από το χαλινάρι του φόβου; Ποτέ. Ενώνοντας όμως τον πόθο με το φόβο και πλέκοντας κι από τα δυό ένα διπλό στεφάνι με ιερή ευλάβεια, τρεμάμενο χέρι και ψυχή όλο πόθο, ας προσφέρουμε μ' ευγνωμοσύνη στη Μητέρα του Βασιλιά, Αυτήν που ευεργέτησε όλη την πλάση, το φτωχικό μα πρώτο απ' όλα δώρο του νου μας - της το χρωστάμε. Ιστοράνε δά πως κάποιοι ξωμάχοι, καθώς οργώνανε με τα καματερά τους, είδανε να διαβαίνη ένας βασιλιάς, λαμπρός μέσα στη βασιλική του πορφύρα, στραφτοκοπώντας από τη φεγγοβολή του διαδήματος και μ' αμέτρητους σωματοφύλακες γύρω του. Επειδή τίποτε δεν είχανε να προσφέρουν στο βασιλιά, ένας γρήγορα έπιασε με τις χούφτες του νερό - έτρεχε πλάι άφθονο - και του το πήγε δώρο. O βασιλιάς του είπε: «Τι είναι τούτο, παιδί μου;». Θαρραλέα αποκρίθηκε: «Ό,τι είχα, αυτό έφερα, γιατί η κρίση μου έλεγε πως το καλύτερο ήταν να μη σκεπάση την προθυμία μου η φτώχεια, μια κι εσύ δεν έχεις ανάγκη τα δώρα μας ούτε θέλεις τίποτε δικό μας έξω από την αγάπη μας. Τούτο που κάνω είναι χρέος μα κι έπαινος για μας, αφού όσοι δείχνουν ευγνωμοσύνη συνήθως δοξάζονται».Ο βασιλιάς θαύμασε και παίνεψε τη σοφία του, δέχτηκε καλοδιάθετα την πρόθυμη προσφορά του και τον αντάμειψε βασιλικά με πάμπολλα δώρα. Αν λοιπόν ο αλαζονικός εκείνος τύραννος προτίμησε τα φιλικά αισθήματα κι όχι τα πλούσια δώρα, Αυτή, η αληθινά αγαθή Δέσποινά μας, η Μητέρα του Θεού, του μόνου αγαθού, που η συγκατάβασή Του είναι άπειρη και προτίμησε το δίλεπτο παρά τις πλούσιες προσφορές καρπών, δε θα δεχτή την πρόθεσή μας παραβλέποντας την αδυναμία μας; Μα ναι, θα δεχτεί το χρέος μας και θα μας αμείψει μ' ασύγκριτα δώρα. Αφού λοιπόν είναι ανάγκη να μιλήσουμε οπωσδήποτε για να ξεπληρώσουμε το χρέος, ας γυρίσουμε το λόγο μας γρήγορα σ' Αυτήν λέγοντας:

3. Πώς να σε ονομάσουμε, Κυρά μας; Με τι λόγια να σου μιλήσουμε; Με ποια εγκώμια να στεφανώσουμε το ιερό και δοξασμένο σου κεφάλι, Εσένα που δίνεις τ' αγαθά, την πλουτοδότρα, το στολίδι του γένους των ανθρώπων, το καμάρι της κτίσης, που χάρη σε Σένα έγινε αληθινά μακάρια; Και τούτο, γιατί Εκείνον, που πρώτα δεν χωρούσε, τον εχώρεσε στο δικό σου σώμα. Εκείνον, που δε δυνόταν να δει, τον βλέπει «εν κατόπτρω» χάρη σε Σένα, «με ξέσκεπη όψη».

Άνοιξέ μας, Λόγε του Θεού, το βραδύγλωσσο στόμα. Δώσε μας, καθώς ανοίγουν τα χείλη, λόγια γεμάτα χάρη. Φύσηξε μέσα μας τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, που κάνει ρήτορες τους ψαράδες και δίνει στους αγράμματους τη δύναμη να κηρύχνουν τη σοφία που ξεπερνάει τον ανθρώπινο νου, για να μπορέσουμε κι εμείς με τη λειψή φωνή, αμυδρά καν να μιλήσουμε για τα μεγαλεία της πολυαγαπημένης σου Μητέρας. Αυτή, αλήθεια, διαλεγμένη ανάμεσ' από αρχαίες γενιές από την προαιώνια βουλή και ευδοκία του Θεού και Πατέρα, που σε γέννησε έξω από το χρόνο, υπερφυσικά και δίχως ν' αλλοιωθεί, σε κυοφόρησε «στα στερνά τα χρόνια» δίνοντάς Σου σάρκα από τη σάρκα της, φανέρωση του ελέους του Θεού και σωτηρία, δικαιοσύνη και απολύτρωση, Εσένα, ζωή από τη ζωή, φως από το φως, αληθινό Θεό από αληθινό Θεό. Η γέννησή της στάθηκε παράδοξη, ο τρόπος που γέννησε υπερφυσικός, υπέρλογος και σωστικός για τον κόσμο, η κοίμησή της ένδοξη κι αληθινά ιερή και πανεύφημη.


4. Την προώρισε ο Πατέρας, οι προφήτες φωτισμένοι από το Πνεύμα την προανάγγειλαν, η αγιαστική δύναμη του Αγίου Πνεύματος κατέβηκε πάνω της, την καθάρισε και την άγιασε, και, ας το πούμε έτσι, την πότισε από πριν. Και τότε Συ, «η απεικόνιση και έκφραση του Πατέρα», κατοίκησες εντός της απερίγραπτα, τραβώντας ξανά την καταποντισμένη μας φύση στο άπειρο ύψος τής ακατάληπτής Σου Θεότητας. Αυτή την ανθρώπινη φύση την προσέλαβες στην πιο έξοχη μορφή της από τα πάναγνα, αμόλυντα και πανάμωμα αίματα της αγίας Παρθένας, φόρεσες σάρκα έμψυχη που είχε λόγο και νου (νοερή και λογική), της έδωσες την υπόστασή Σου κι έγινες τέλειος άνθρωπος, δίχως να πάψης νά 'σαι τέλειος Θεός ομοούσιος με τον Πατέρα, και ντύθηκες από άφατη ευσπλαχνία τη δική μας αδυναμία. Και γεννήθηκες απ' Αυτήν ένας Χριστός, ένας Γιος, Θεός και άνθρωπος ο ίδιος, τέλειος Θεός και συνάμα τέλειος άνθρωπος, ολόκληρος Θεός και ολόκληρος άνθρωπος, μια σύνθετη υπόσταση από δυο φύσεις τέλειες, τη θεϊκή και την ανθρώπινη, και μέσα σε δυο τέλειες φύσεις, τη θεϊκή και την ανθρώπινη.

Όχι άσαρκος Θεός ούτε απλά άνθρωπος, μα ένας και μοναδικός Γιος του Θεού και Θεός με σάρκα, ο ίδιος Θεός και μαζί άνθρωπος, έξω από κάθε σύγχυση και διαίρεση, έχοντας τις φυσικές ιδιότητες των δυό ανόμοιων σε ουσία φύσεων που είναι ενωμένες υποστατικά, ασύγχυτα και αδιαίρετα, δηλαδή το χτιστό και το άχτιστο, το θνητό και το αθάνατο, το ορατό και το αόρατο, το κλεισμένο σε σύνορα και το άπειρο, θεϊκό και ανθρώπινο θέλημα, θεϊκή ενέργεια μα και ανθρώπινη, δυό αυτεξούσιες φύσεις, τη θεϊκή και την ανθρώπινη, τα θεϊκά θαύματα και τ' ανθρώπινα πάθη, αυτά δηλαδή που έχουν σχέση με τη φυσική μας αδυναμία και είναι έξω από την αμαρτία.

Κι' αυτά γιατί τον Αδάμ, όπως ήταν πριν από την πτώση, ελεύθερος από αμαρτία, τον έκανες, Κύριε, με την άμετρη ευσπλαχνία σου σάρκα Σου — το σώμα, την ψυχή, το νου και τις φυσικές τους ιδιότητες—, για να χαρίσεις σ' όλη μου την ύπαρξη τη σωτηρία, αφού, αλήθεια, «ό,τι δεν έχει προσληφθεί δε θεραπεύεται». Και έτσι έγινες «μεσίτης ανάμεσα στο Θεό και τους ανθρώπους», έλυσες την έχθρα και οδήγησες τους αποστάτες στον Πατέρα σου κοντά, ξανάφερες πίσω το πλανεμένο πλάσμα. Ήταν σκοτεινό και το φώτισες, έκανες πάλι καινούργιο το συντρίμμι, άλλαξες σε άφθαρτο το φθαρτό. Λευτέρωσες την κτίση από το ψέμα των πολλών Θεών, έκανες «τέκνα του Θεού» τους ανθρώπους, ανάδειξες μέτοχους της θεϊκής Σου δόξας τους ατιμασμένους. "Υψωσες «πάνω από κάθε Αρχή και Εξουσία» τον καταδικασμένο στης γης τα τάρταρα, πήρες μέσα σου και κάθισες μαζί σου στο βασιλικό θρόνο τον τιμωρημένο να ξαναγίνη χώμα και να κατοικεί στον Άδη. Ποιος λοιπόν ήταν το εργαστήρι για τ' αναρίθμητα τούτα αγαθά, που ξεπερνάνε το νου και τη δύναμή του; Δεν είναι η αειπάρθενη Μητέρα Σου;

5. Βλέπετε, πατέρες και αδελφοί αγαπημένοι του Θεού, της σημερινής μέρας τη χάρη; Θωρείτε το ύψος και τη μεγαλοσύνη Αυτής που εξυμνούμε; Τα μυστήριά Της τούτα δεν είναι φοβερά; Γεμάτα θαύμα δεν είναι; Μακάριοι όσοι βλέπουν με τον μοναδικά δυνατό και σωστό τρόπο. Μακάριοι όσοι έχουν πνευματικά αισθητήρια. Τι αστραπές φωτός καταυγάζουν την αποψινή νύχτα, ποιες αγγελικές φρουρές κάνουν ολόφωτη την Κοίμηση της Μητέρας, που στάθηκε η αρχή της ζωής! Ποιοί Απόστολοι με χείλη θεόπνευστα μακαρίζουν το ξόδι του σώματος που δέχτηκε το Θεό! Πώς ο Λόγος του Θεού, που δέχτηκε από άφατη ευσπλαχνία να γίνει γιος της, υπηρετεί με τις δεσποτικές Του παλάμες την πανάγια και θεϊκότατη μητέρα και υποδέχεται την ιερή της ψυχή! Πόσο έξοχος νομοθέτης! Δεν βρίσκεται κάτω από τη δύναμη του νόμου, κρατάει όμως το νόμο που θέσπισε ο ίδιος. Αυτός πρόσταξε ν' αποδίνουν τα παιδιά το χρέος στους γονιούς και είπε: «Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου». Είναι αληθινό και αναμφίβολο βέβαια τούτο για καθένα που, καν λίγο, έχει κατηχηθεί στους λόγους της Γραφής. Γιατί αν, όπως λέει η Γραφή του Θεού, «οι ψυχές των δικαίων είναι στα χέρια του Θεού», Αυτή, περισσότερο απ' όλους, δεν αποθέτει την ψυχή της στα χέρια του Γιου και Θεού της; Ο λόγος είναι αληθινός και πέρα από κάθε αντίλογο.

Αλλ' εμπρός, ας εξετάσουμε όσο φτάνει η δύναμή μας, ποια είναι αυτή και από ποιά γενιά κρατάει και πώς χαρίστηκε στον κόσμο τούτο και του δόθηκε ωσάν το πιο εξαίσιο και ακριβό δώρο του Θεού, πώς έζησε πάνω στη γη και για ποια μυστήρια την έκρινε ο Θεός άξια. Οι Έλληνες, όταν εγκωμιάζανε με λόγους επιτάφιους τους νεκρούς, συνάζανε με περισσή φροντίδα ό,τι θαρρούσαν ταιριαστό, για νά 'ναι τέλειο το εγκώμιο του νεκρού που παίνευαν και να ξυπνάνε στις καρδιές των ζωντανών πόθο ευγενικό και ορμή για την αρετή. Υφαίνανε στο λόγο τους τις πιο πολλές φορές μύθους κι αμέτρητα φανταστικά γεγονότα, μια κι εκείνοι που δέχονταν τον έπαινο δεν είχαν από μοναχοί τους έργα άξια γι' αυτόν. Πώς λοιπόν εμείς καταποντίζοντας, καταπώς λένε, στους βυθούς της σιωπής τα αληθινότατα και σεβαστά, που αληθινά φέρανε σ' όλους την ευλογία και τη σωτηρία, θα γλυτώσουμε το περιγέλιο και δε θα τιμωρηθούμε όμοια μ' εκείνον, που παράχωσε το τάλαντο; Αρχίζω λοιπόν το λόγο φροντίζοντας να είναι σύντομος, για να μη κουράσω τ' αυτιά, καθώς η υπερβολική τροφή τα σώματα.


6. Γεννήθηκε από τον Ιωακείμ και την Άννα. Ο Ιωακείμ ωσάν προβατοβοσκός έβοσκε και οδηγούσε τους λογισμούς του όπου ήθελε και τους εξουσίαζε πιο πολύ, παρ' όσο ο τσοπάνος το κοπάδι, γιατί τον ποίμαινε ο Θεός σάν αρνί και δεν τού 'λειπε κανένα αγαθό. Κι όταν λέω αγαθό, να μη νομίσει κανένας πως εννοώ των πολλών τις επιθυμίες, που κάνουν να λιμάζει πάντα ο νους των αχόρταγων, αυτά, που από φυσικού τους είναι πρόσκαιρα και δε μπορούν να καλυτερέψουν τον άνθρωπο που τα 'χει, τα θέλγητρα τούτης της ζωής με την αβέβαια δύναμη, που απο μοναχά τους φυλλορροούν και μονοσπγμής λειώνουν, ακόμα κι άφθονα σαν τα 'χεις. Μακριά τέτοια σκέψη! Δε θαυμάζω τέτοια πράγματα και δεν είναι της μερίδας αυτής οι θεοφοβούμενοι. Εννοώ τ' αγαθά, οπού οι αληθινά γνωστικοί ποθούν και λαχταράνε, τα ακατάλυτα για πάντα, όσα ευφραίνουν το Θεό και δίνουν ώριμο καρπό σ' εκείνους που τα έχουν, τις αρετές δηλαδή, που τον καρπό τους—την αιώνια ζωή—, θα τον δώσουν στην ώρα τους — στο μέλλοντα αιώνα — σ' αυτούς που κόπιασαν φιλότιμα και μόχθησαν όσο δύνονταν. Ο μόχθος βέβαια πάει μπροστά από τις αρετές, ακολουθάει όμως η ατέλειωτη μακαριότητα. Ο Ιωακείμ σ' αυτές συνήθιζε να βόσκει τους λογισμούς του, στο μέσα «χλοερό λιβάδι», ζώντας στη θεωρία του λόγου του Θεού, κι ευφραινόταν «με το νερό της ανάπαυσης» που είναι η θεία Χάρη, αποτραβώντας τη σκέψη του από τα μάταια και περπατώντας την «σε δρόμους δικαιοσύνης».

Η Άννα πάλι που τ' όνομα της σημαίνει «χάρη», ήταν παρόμοια με τον άντρα της στο χαρακτήρα κι όχι απλά γυναίκα του. Πλούσια προικισμένη με αρετές, μα για κάποιο άγνωστο λόγο έχοντας την αρρώστια της στειρότητας. Αληθινά, ήταν στείρα η Χάρη, δίχως τη δύναμη να καρποφορεί στις ψυχές των ανθρώπων, αφού «όλοι πήρανε στραβό δρόμο, όλοι εξαχρειώθηκαν», δε βρισκόταν άνθρωπος «γνωστικός», άνθρωπος «να ζητάει το Θεό». Ύστερα ο αγαθός Θεός βλέποντας με συμπόνια άμετρη των χεριών Του το πλάσμα και θέλοντας να το σώσει, λύνει την ακαρπία της Χάρης, δηλαδή της Άννας, που 'χε δοσμένη τη σκέψη σ' Αυτόν. Γέννησε έτσι μια τέτοια κόρη, που όμοιά της ποτέ δεν είχε γεννηθεί μήτε θα ξαναγεννηθεί. Το λευτέρωμα από την ακαρπία φανέρωνε ολοκάθαρα πως η στειρότητα του κόσμου σε αγαθά θα λυθεί και θα γεννηθεί ο κορμός της άφραστης μακαριότητας.


7. Για τούτο η Θεοτόκος γεννιέται από υπόσχεση: Άγγελος δίνει το μήνυμα για τη σύλληψη Αυτής που θα γεννηθεί, αφού έπρεπε Εκείνη, που θα γινόταν μητέρα κατά σάρκα του μοναδικού και αληθινά τέλειου Θεού, να μη φανεί από κανένα κατώτερη ή δεύτερη και σε τούτο. Ύστερα την αφιερώνουν στον ιερό ναό του Θεού, όπου ζει δείχνοντας φλογερή αφοσίωση και διαγωγή καλύτερη και πιο καθαρή από τους άλλους, μακριά από κάθε σχέση με άντρες και γυναίκες δίχως αρετή. Καθώς όμως έφτανε στο άνθισμα της ηλικίας της και απαγόρευε ο νόμος να μένει μέσα στο ναό, οι ιερείς την παραδίνουν στο μνηστήρα, σα να λέμε το φύλακα της παρθενίας, τον Ιωσήφ, που ως τα γερατειά του κρατούσε παρ' άλλος ανόθευτο το νόμο. Κοντά του ζούσε η νεαρή και πανάμωμη κόρη, δοσμένη στη λάτρα του σπιτιού, μη ξέροντας τι γίνεται στο κατώφλι του.


8. «Όταν όμως έφτασε το πλήρωμα του χρόνου», όπως λέει ο θεϊκός Απόστολος, ο Θεός έστειλε σ' αυτήν, την αληθινή του κόρη, τον άγγελο Γαβριήλ που της είπε: «Χαίρε, Χαριτωμένη, ο Κύριος είναι μαζί σου». Όμορφη η προσφώνηση του αγγέλου στην κόρη που είναι πάνω από τους αγγέλους, γιατί φέρνει χαρά παγκόσμια. «Εκείνη όμως ταράχτηκε με το λόγο τούτο», ασυνήθιστη να μιλάει με άντρες, αφού είχε οριστικά αποφασίσει να φυλάει την παρθενία της. «Αναλογιζόταν τι λογής να 'ναι αυτός ο χαιρετισμός». Κι ο Αρχάγγελος της είπε: «Μη φοβάσαι, Μαρία, γιατί βρήκες χάρη» η άξια της χάρης. Βρήκες χάρη εσύ, που μόχθησες γεωργώντας το χωράφι της χάρης και θέρισες μεστωμένο στάχυ. Βρήκες άβυσσο χάρης εσύ, που κράτησες γερό το καράβι της διπλής παρθενίας: κράτησες παρθένα την ψυχή όσο και το σώμα, για τούτο κρατήθηκε κι αυτουνού η παρθενία.

«Και θα γεννήσεις», λέει, «γιο και θα τον ονομάσεις Ιησού». Ιησούς σημαίνει Σωτήρας. «Αυτός θα σώσει το λαό Του από τις ανομίες του». Τι αποκρίνεται σε τούτα ο αληθινός θησαυρός της σοφίας; Δεν ακολουθάει τυφλά το παράδειγμα της πρώτης μας μητέρας, της Εύας, αλλ' αντίθετα διορθώνει την αστοχιά εκείνης και προβάλλοντας για άμυνα τη φύση απαντάει σχεδόν έτσι στον αγγελικό λόγο: «Πώς θα γίνει τούτο, αφού άντρα δε γνωρίζω;» Αδύνατα πράγματα λες, του λέει, γιατί ο λόγος σου καταργεί τους απαράβατους φυσικούς νόμους που όρισε ο Πλάστης. Δε μ' αρέσει να γίνω μια δεύτερη Εύα και να πατήσω του Θεού το θέλημα. Κι αν όσα λες δεν είναι ενάντια στη βούλησή Του, λύσε μου την απορία εξηγώντας πώς θα συλλάβω. Ο μαντατοφόρος της αλήθειας της απάντησε: «Πνεύμα άγιο θα κατεβεί πάνω σου και θα βρεθείς μέσα στη σκιά της δύναμης του Υψίστου, για τούτο και η άγια ύπαρξη που θα γεννηθεί θα ονομαστεί Γιός του Θεού». Αυτό που τώρα γίνεται δεν υποτάσσεται στους φυσικούς νόμους, γιατί ο δημιουργός και κυρίαρχος της φύσης έχει τη δύναμη να τους αλλάζει. Εκείνη, ακούγοντας με ιερή ευλάβεια το Όνομα που πάντα ποθούσε και τιμούσε, και σκιαγμένη μη φανεί ανυπάκουη, μίλησε με λόγια υποταγής γεμάτα φόβο και χαρά: «Λοιπόν να, υποτάσσομαι στον Κύριο, εγώ η δούλη Του. Ας γίνη με μένα καθώς λες».


9. «Ω απύθμενος πλούτος και σοφία και γνώση του Θεού», για να μιλήσω κι εγώ με το λόγο του Αποστόλου στην καίρια τούτη στιγμή. «Πόσο ανεξερεύνητες είναι οι βουλές Του κι ανεξιχνίαστοι οι δρόμοι Του». Ω αγαθότητα του Θεού αστόμωτη, ω αβυθομέτρητη αγάπη! Εκείνος που καλεί «το ανύπαρχτο να γίνη υπαρχτό», που «γεμίζει τον ουρανό και τη γη», που 'χει τον ουρανό θρόνο και «τη γη υποπόδιο», κάνει πλατύ κατάλυμα την κοιλιά της δούλης Του κι Εκεί ολοκληρώνει το πιο πρωτόφαντο απ' όλα τα πρωτόφαντα μυστήρια: ενώ είναι Θεός, γίνεται άνθρωπος, γεννιέται υπερφυσικά όταν συμπληρώνεται ο χρόνος της κύησης, ανοίγει τη μήτρα δίχως να χαλάσει της παρθενίας την κλειδαριά και βαστιέται από αγκαλιά γήινη, Αυτός, «το απαύγασμα της δόξας, ο τύπος της υπόστασης του Πατέρα, που ο λόγος Του έχει τη δύναμη να κρατάει τα σύμπαντα».

Ω! θεϊκά, αλήθεια, θαύματα, μυστήρια που ξεπερνάνε τη φύση και το λογικό! Ω παρθενικό καύχημα, που είσαι πάνω από τ' ανθρώπινα! Ποιο είναι, ιερή Μητέρα και Παρθένα, αυτό το μέγα μυστήριο που σε τυλίγει; «Ευλογημένη εσύ ανάμεσα στις γυναίκες κι ευλογημένος ο καρπός της κοιλιάς σου». Είσαι ευτυχισμένη ανάμεσα στις γενιές των ανθρώπων, η μόνη αξιομακάριστη. Να που σε μακαρίζουν όλες οι γενιές, καθώς είπες. Εσένα είδαν οι κόρες της Ιερουσαλήμ, της Εκκλησίας δηλαδή, και σένα καλοτυχίσανε οι βασίλισσες, μ' άλλα λόγια οι ψυχές των δίκαιων, και θα σε υμνούνε στους αιώνες.

Γιατί εσύ είσαι ο βασιλικός θρόνος που κυκλώνουν οι θρόνοι, δηλαδή οι άγγελοι, βλέποντας να κάθεται Εκεί ο Κύριος και Δημιουργός τους. Συ στάθηκες νοητή Εδέμ. Ιερώτερη και θεϊκότερη από την παλιά — σε κείνη κατοικούσε Αδάμ «χωματένιος», σε σένα Κύριος «από τον ουρανό».
Η κιβωτός, κρατώντας το σπόρο για ένα δεύτερο κόσμο, εσένα προεικόνισε, γιατί συ γέννησες το Χριστό, τη σωτηρία του κόσμου, που καταπόντισε την αμαρτία και κοίμισε τα κύματά της.
Εσένα προεικόνισε η βάτος, οι θεόγραφτες πλάκες δική σου προχάραξη ήταν, η κιβωτός του νόμου εσένα προμηνούσε, το χρυσό σταμνί και το λυχνάρι και το τραπέζι και το «ραβδί του Ααρών που βλάστησε» ολοφάνερα ήταν δική σου προτύπωση. Από σένα, αλήθεια, η φωτιά της θεότητας, «η απεικόνιση και έκφραση του Πατέρα», τ' ολόγλυκο κι ουρανόσταλτο μάννα, το ανώνυμο όνομα «που είναι πάνω απ' όλα τα ονόματα», το ανέσπερο και απρόσιτο φως, «της ζωής το ψωμί» το ουράνιο, ο αγεώργητος καρπός, από σένα σωματικά αναβλάστησε.

Προμήνυμα δικό σου δεν ήταν το καμίνι με τη δροσερή και συνάμα φλογερή φωτιά, εικόνα της θεϊκής φωτιάς που σε κατοίκησε;

Και η σκηνή του Αβραάμ καταφάνερα εσένα προτυπώνει: στο Λόγο του Θεού που κατασκήνωσε στην κοιλιά σου η ανθρώπινη φύση πρόσφερε το ψωμί το ψημένο στη στάχτη, δηλαδή τον πρώτο και καλύτερο καρπό της, βγαλμένο από τα δικά σου αγνά αίματα, που, ας το πούμε έτσι, ψηνόταν από τη θεϊκή φλόγα κι έπαιρνε τη μορφή σωστού ψωμιού, βρίσκοντας την υπόστασή της στο θεϊκό πρόσωπο του Λόγου και γινόταν έτσι αληθινό σώμα ζωντανεμένο από ψυχή λογική και νοερή.

Λίγο και θα ξεχνούσα την κλίμακα του Ιακώβ. Τι τάχα; Δεν είναι για όλους φανερό πως στάθηκε δική σου προεικόνιση και τύπος; Όπως ο Ιακώβ είδε τις άκρες της σκάλας να ενώνουν τον ουρανό με τη γη, αγγέλους να την ανεβοκατεβαίνουν και τον αληθινά Δυνατό κι Ανίκητο να παλεύει συμβολικά μαζί του, έτσι κι εσύ μεσίτεψες κι έγινες σκάλα για να κατεβή σ' εμάς ο Θεός, που πήρε πάνω Του την ασθενική μας φύση, τη σύμπλεξε και την ένωσε με τη δική Του κι έκανε τον άνθρωπο νου ικανό να θεωρεί το Θεό. Εσύ συμπλησίασες τα χωρισμένα. Για τούτο κατεβαίνανε άγγελοι να τον υπηρετήσουν ως Θεό και Κύριο και άνθρωποι, που ζήσανε αγγελικά, αρπάζονται στον ουρανό.

Και τι να πω για τα κηρύγματα των προφητών; Δεν πρέπει να τ' αποδώσουμε στο πρόσωπό σου, αν θέλουμε να δείξουμε το αληθινό τους νόημα; Γιατί ποιο είναι το ποκάρι του Δαβίδ, όπου του Θεού, που βασιλεύει πάνω σ' όλα, ο Γιος, δίχως αρχή και βασιλιάς ο ίδιος μαζί με τον Πατέρα Του, κατέβηκε σα δροσιά; Δεν είσαι ολοφάνερα εσύ ;

Και ποιά είναι η παρθένα, που ο Ησαΐας προείδε και προφήτεψε πως «θα συλλάβει» και θα γεννήσει γιο, που θα είναι «ο Θεός μαζί μας», δηλαδή θα μένει και Θεός μετά την ενανθρώπησή Του;

Ποιό ακόμη είναι το βουνό του Δανιήλ, απ' όπου κόπηκε το αγκωνάρι, ο Χριστός, δίχως ανθρώπινη αξίνα;
Δεν είσαι συ που παρθενικά κυοφόρησες και πάλι έμεινες παρθένα;
Ας έλθει ο γεμάτος πνεύμα Θεού Ιεζεκιήλ, για να μας δείξει την κλειστή πύλη που διάβηκε ο Κύριος, δίχως αυτή ν' ανοίξει, όπως προφητικά προείπε. Ας μας δείξει την εκπλήρωση των λόγων του. Σίγουρα θα δείξει εσένα, απ' όπου πέρασε ο Θεός όλης της κτίσης και πήρε σάρκα, χωρίς ν' ανοίξει της παρθενίας την πύλη—η σφραγίδα της αληθινά μένει αιώνια.

Εσένα λοιπόν κηρύχνουν οι προφήτες. Εσένα διακονούν οι άγγελοι, υπηρετούν οι απόστολοι, ο απόστολος που έμεινε παρθένος, ο θεολόγος, εσένα την αειπάρθενη και Θεοτόκο υπηρετεί. Σήμερα, καθώς αποδημούσες για το Γιο σου, σε τιμούσαν οι άγγελοι, οι ψυχές των δίκαιων, των πατριαρχών και των προφητών. Τιμητική φρουρά οι απόστολοι και οι αμέτρητοι θεοφόροι πατέρες: μαζεύονταν με το θεϊκό πρόσταγμα από τα πέρατα της γης, ωσάν μέσα σε νεφέλη, στη θεϊκή και ιερή Ιερουσαλήμ, ψέλνοντας γεμάτοι από το Άγιο Πνεύμα ύμνους ιερούς σε σένα, την πηγή του σώματος του Κυρίου, που είναι η αρχή της ζωής.


10. Ω, πώς η πηγή της ζωής πηγαίνει στη ζωή περνώντας από το θάνατο! Ω, πώς αυτή, που όταν γέννησε στάθηκε πάνω από τους φυσικούς νόμους, υπακούει τώρα στη φυσική τάξη και το αμόλυντο σώμα υποτάσσεται στο θάνατο, γιατί πρέπει ν' αφήσει ό,τι είναι θνητό και να ντυθεί την αφθαρσία, αφού και ο Κύριός της δεν αρνήθηκε τη γεύση του θανάτου! Πέθανε σωματικά και με το θάνατό Του καταργεί το θάνατο, στη φθορά χαρίζει την αφθαρσία και κάνει τη νέκρωση πηγή της ανάστασης. Ω, πώς την άγια ψυχή, καθώς εγκαταλείπει το κορμί που δέχτηκε το Θεό, την υποδέχεται με τα ίδια Του τα χέρια ο Δημιουργός του κόσμου τιμώντας νόμιμα εκείνη που, αν και κατά τη φύση ήταν δούλη, την έκανε μητέρα Του, σύμφωνα με το σχέδιο της σωτηρίας μας, μέσα στ' ανεξιχνίαστα πέλαγα της φιλανθρωπίας Του, ο αληθινά σαρκωμένος, Αυτός που δεν ψευτοενανθρώπησε! Γιατί έβλεπαν, κατά την παράδοση, τ' αγγελικά τάγματα και περιμένανε τον αποχωρισμό σου από τους ανθρώπους.

Πόσο όμορφη αποδημία, αφού χαρίζει τη συνάντηση με το Θεό! Γιατί, αν και ο Θεός έχει χαρίσει σ' όλους τους υπάκουους υπηρέτες Του και τους θεοφόρους ανθρώπους το δώρο τούτο — αληθινά το 'χει χαρίσει, το πιστεύουμε—, η διαφορά όμως ανάμεσα στους δούλους του Θεού και τη Μητέρα Του είναι άπειρη. Τι όνομα λοιπόν να δώσουμε σε τούτο το μυστήριο που σε κυκλώνει: θάνατο; Όμως, αν και χωρίζεται σύμφωνα με τη φυσική τάξη η πανίερη και μακάρια ψυχή σου από το τρισευτυχισμένο και άσπιλο σώμα σου, μ' όλο που το σώμα παραδίνεται στον τάφο, δε μένει στο χώρο του θανάτου ούτε το αφανίζει η φθορά. Όταν γεννούσε, η παρθενία της έμεινε απείραχτη, και τώρα, στην ώρα της μετάστασης, το σώμα της έχει φυλαχτεί άφθαρτο και ανεβαίνει σε ομορφότερη και θεϊκότερη ζωή, που δεν την κόβει ο θάνατος, αλλά κρατάει στους ατελεύτητους αιώνες των αιώνων.

Έτσι κι ο ολόλαμπρος και πολύφωτος ήλιος, όταν για λίγο τον κρύβει ο όγκος της σελήνης, φαίνεται κάπως σα να χάνεται, σα να τον σκεπάζει σκοτεινιά και τη θέση της λάμψης να την παίρνη το σκοτάδι. Κι όμως δε χάνει το φως του, γιατί έχει δική του αστέρευτη πηγή λάμψης ή, σωστότερα, ο ίδιος είναι άσβηστη πηγή φωτός, όπως όρισε ο Θεός που τον έκανε. Όμοια και συ, η ασταμάτητη πηγή του αληθινού φωτός, ο ανεξάντλητος θησαυρός Εκείνου, που είναι η ίδια η ζωή, το πλούσιο ανάβρυσμα της ευλογίας, εσύ, που στάθηκες η αιτία και μας δόθηκαν όλα τ' αγαθά, κι αν ακόμη σε σκεπάζει σωματικά ο θάνατος, όμως αφειδώλευτα κάνεις να ποταμίσουνε για μας ασταμάτητα και καθαρά νερά απέραντου φωτός, αθάνατης ζωής και αληθινής μακαριότητας ατέλειωτα και διάφανα και ανεξάντλητα ποτάμια, πλημμύρα χάρης, νάματα γιατρειάς, αδιάκοπη ευλογία. Γιατί εσύ άνθισες «ωσάν μηλιά στα δέντρα του δρυμού» και ο καρπός σου «γλύκα στο λαρύγγι» των πιστών. Για τούτο δε θα ονοματίσω θάνατο την ιερή σου κοίμηση, αλλά πιο ταιριαστό είναι μετάσταση ή αποδημία ή ενδημία στους κόλπους του Θεού να την πω. Αποδημώντας από το σώμα πας στη χώρα του Κυρίου.


11. Από τη γη σε πέρασαν στον ουρανό Άγγελοι κι Αρχάγγελοι. Με τ' ανέβασμά σου φρίξανε τ' ακάθαρτα αερικά. Καθώς διαβαίνεις κάνεις ευλογημένο τον αέρα, ο αιθέρας ψηλά αγιάζεται. Χαρούμενος ο ουρανός υποδέχεται την ψυχή σου. Σε προϋπαντούνε με ύμνους ιερούς και ολόφωτες λαμπάδες ολόχαρης γιορτής οι αγγελικές δυνάμεις που σχεδόν λένε: «Ποιά είναι τούτη που ανεβαίνει λευκανθι-σμένη», «που προβαίνει σαν αυγή, ωραία ωσάν φεγγάρι, λαμπερή ωσάν ήλιος;». Πόσο ομόρφηνες και γλύκανες! Εσύ «ωσάν άνθος του αγρού», «ωσάν το κρίνο ανάμεσα στ' αγκάθια»· «γι' αυτό σ' αγαπούν οι κοπέλες»· «τρέχουμε πίσω απ' τ' άρωμά σου», «ο βασιλιάς σ' έφερε στο θάλαμό Του». Εκεί έχεις φρουρά τις Εξουσίες, σ' εγκωμιάζουν οι Αρχές, οι Θρόνοι σ' ανυμνούνε, τα Χερουβίμ είναι γεμάτα έκπληχτη χαρά, τα Σεραφίμ δοξάζουν εκείνη που στάθηκε φυσική μητέρα του Κυρίου τους χάρη στο αληθινό έλεος του Θεού για μας. Δεν ήλθες μονάχα, καθώς ο Ηλίας, «ως τον ουρανό», ούτε σ' ανέβασαν, ωσάν τον Απόστολο Παύλο «ως τον τρίτο ουρανό», παρά έφτασες ίσαμε τον ίδιο το βασιλικό θρόνο του Υιού σου, τον βλέπεις με τα μάτια σου, χαίρεσαι και στέκεις δίπλα Του με πολλή κι ανείπωτη σιγουριά. Άφατο σκίρτημα χαράς για τους Αγγέλους και όλες τις υπερκόσμιες δυνάμεις, δίχως τέλος ευφροσύνη για τους Πατριάρχες, ανεκλάλητη χαρά για τους Δίκαιους, αγαλλίαση ατέλειωτη για τους Προφήτες! Ευλογείς τον κόσμο, αγιάζεις την πλάση όλη! Ανάσα για τους καταπονεμένους, για αυτούς που πενθούνε, παρηγοριά, γιατρειά των αρρώστων, λιμάνι στους θαλασσοδαρμένους, συγχώρεση για τους αμαρτωλούς, των λυπημένων καλοσυνάτη παρηγορήτρα, για όλους τους ικέτες σου, πρόθυμη βοήθεια.


12. Τι θαύμα αληθινά υπερφυσικό! Τι πράγματα γεμάτα θάμπος! Εγκωμιάζουμε και καλοτυχίζουμε το βδελυρό και από παλιά μισημένο θάνατο! Αυτός, που πρώτα μας έφερνε το πένθος και το συννεφιασμένο βλέμμα, τα δάκρυα και τη σκυθρωπή όψη, να που μας δίνει τώρα τη χαρά, διώχνει τα σύννεφα της θλίψης και είναι ολάκερος ένα πανηγύρι.

Για όλους του Θεού τους δούλους, που μακαρίζουμε το θάνατό τους, το τέλος της ζωής δίνει τη βεβαιότητα πως είναι καλόδεχτοι από το Θεό και τούτο κάνει μακαριστή τη θανή τους: τους ολοκληρώνει και τους δείχνει ευτυχισμένους, χαρίζοντάς τους την αναλλοίωτη αρετή, όπως βεβαιώνει ο λόγος: «Μη καλοτυχίζεις άνθρωπο πριν πεθάνει». Όμως για σένα δεν μπορούμε να πούμε τέτοιο λόγο: δεν είναι μακαρισμός ο θάνατος για σένα ούτε η μετάσταση ολοκλήρωση ούτε η αποδημία σου χαρίζει τη σιγουριά της σωτηρίας.

Για όλα σου τ' αγαθά που ξεπερνάνε τον ανθρώπινο νου, αρχή, μέση και τέλος, ασφάλεια και αληθινή βεβαίωση στάθηκε η άσπορη σύλληψη, η ενοίκηση του Θεού, η δίχως φθορά γέννησή Του. Για τούτο σωστά είπες πως όχι από την ώρα του θανάτου, αλλ' από τη στιγμή της σύλληψης θα σε μακαρίζουν όλες οι γενιές. Έτσι δε σ' έκανε μακάρια ο θάνατος, παρά εσύ, σκορπώντας τη μαυρίλα του και αλλάζοντάς τον σε χαρά, τον έκανες να λάμψει ολάκερος.

Παράδινες λοιπόν το ιερό και αμόλυντο σώμα στον άγιό σου τάφο και οι άγγελοι τρέχανε μπροστά, σε κυκλώνανε, σ' ακολουθούσαν. Ήταν τίποτε που να μην έκαναν για να υπηρετήσουν τη Μητέρα του Κυρίου τους; Οι Απόστολοι και όλο το πλήρωμα της Εκκλησίας μεγαλόφωνα ψέλνανε θείους ύμνους και σκιρτούσανε χορευτικά, καθώς τους κάτεχε το Άγιο Πνεύμα. «Θα χορτάσουμε με τ' αγαθά του σπιτιού Σου, άγιος ο ναός Σου, θαυμαστή η δικαιοσύνη Του». Κι άλλον: «Άγιασε ο Ύψιστος το κατάλυμά Του», «βουνό του Θεού, πλούσιο βουνό, βουνό όπου ευδόκησε να κατοικήσει ο Θεός». Εσένα, την αληθινή κιβωτό του Κυρίου και Θεού, σήκωσε στους ώμους η σύναξη των Αποστόλων, καθώς κάποτε οι ιερείς την κιβωτό, που ήταν η προτύπωσή σου, σ' ακούμπησε στον τάφο και σ' έστελνε μ' αυτόν, σα να 'ταν κάποιος Ιορδάνης, στην αληθινή γη της επαγγελίας, ναι, την «πάνω Ιερουσαλήμ», τη μητέρα όλων των πιστών, αυτή «που τεχνούργησε και έπλασε ο Θεός». Δεν κατέβηκε η ψυχή σου στον Άδη ούτε «η σάρκα σου αντίκρυσε τη φθορά». Δεν απόμεινε η ψυχή σου ούτε τ' ανέγγιχτο κι ολότελα απείραχτο σώμα σου στη γη, μα με τη μετάστασή σου κατοικείς τα ουράνια, βασιλικά δώματα, βασίλισσα, Κυρά μας και δέσποινα, Μητέρα του Θεού, αληθινή Θεοτόκε.


13. Ω, πώς υποδέχτηκε ο ουρανός αυτήν, που στάθηκε πλατύτερη από τους ουρανούς! Πώς δέχτηκε ο τάφος αυτήν, που δέχτηκε το Θεό! Ναι, τη δέχτηκε, ναι, τη χώρεσε, γιατί δεν έγινε πλατύτερη από τον ουρανό με τον σωματικό της όγκο. Γιατί πώς ένα σώμα τρεις πήχες, που όλο και φυραίνει, θα παράβγαινε με τα πλάτια και τα μάκρη τ' ουρανού; Με τη χάρη όμως ξεπέρασε κάθε ύψος και πλάτος, γιατί το θεϊκό είναι πέρα από κάθε σύγκριση. Ω, τι ιερό και θαυμαστό και σεβάσμιο και αξιοπροσκύνητο μνήμα! Και τώρα το φυλάνε οι Άγγελοι στέκοντας γύρω γεμάτοι σεβασμό και φόβο. Τρέμουνε τα δαιμόνια, με πίστη προστρέχουν εκεί οι άνθρωποι, το τιμούν, το προσκυνούν, το ασπάζονται με τα μάτια, τα χείλια, την όλο πόθο ψυχή τους κι αντλούνε άφθονα αγαθά.

Καθώς, όταν αποθέσει κανένας ακριβό μύρο σ' ένα ρούχο ή κάποιο μέρος και μετά το πάρει, απομένει κάποια ευωδιά κι όταν εκείνο λείψει, έτσι και τώρα το άγιο σώμα, το ιερό, το πεντακάθαρο, που ευωδιάζει θεϊκά ολόκληρο, το πλούσιο κεφαλάρι της Χάρης, αφού κατέβηκε στον τάφο κι αρπάχτηκε κατόπι σε μέρη πιο όμορφα και ψηλά, δεν εγκατάλειψε τον τάφο δίχως δώρο, μα του άφησε κάτι από την άγιά του μοσκοβολιά και χάρη κι έκανε το μνήμα βρύση γιατρειάς και κάθε αγαθού για εκείνους, που το πλησιάζουνε με πίστη.


14. Από σένα και μεις σήμερα κρατιόμαστε, ω Κυρά, Κυρά, Κυρά μας, Θεοτόκε ανύμφευτη, μ' αγκιστρωμένες τις ψυχές στην ελπίδα που εσύ μας δίνεις, ωσάν στην πιο γερή και αρράγιστη άγκυρα, παραδίνοντας σε σένα το νου, την ψυχή, το σώμα, όλο μας τον εαυτό, δοξολογώντας σε «με ψαλμούς και ύμνους και ωδές πνευματικές» όσο δυνόμαστε, αφού, όσο αξίζεις είμαστε ανήμποροι. Γιατί αν, όπως μας δίδαξε ο λόγος ο ιερός, η τιμή στους σύνδουλούς μας φανερώνει την αγάπη στον Κύριο όλων μας, πώς να παραλείψουμε να τιμήσουμε σένα, που γέννησες τον Κύριο; Και πώς να μη ποθεί ολόκληρη η καρδιά μας την τιμή τούτη ; Πώς να μη την προτιμούμε κι απ' αυτή ακόμη, την απαραίτητη ανάσα, αφού μας δίνει την ζωή; Έτσι θα δείξουμε καλύτερα την αγάπη μας στον Κύριό μας. Γιατί όμως μιλώ για τον Κύριο; Σ' εκείνους, που ευλαβικά σε τιμούνε, φτάνει, αλήθεια, το ακριβότατο δώρο της μνήμης σου, γιατί φέρνει χαρά αναφαίρετη και βαθύτατη. Από ποιά αγαλλίαση τάχα, από ποιά αγαθά, δεν πλημμυράει όποιος το νου του κάνει μυστικό θάλαμο της πανάγιας μνήμης σου;

Αυτή είναι η ευχαριστήρια προσφορά μας, ο πιο διαλεχτός μας λόγος, ό,τι καλύτερο μπορεί να προσφέρει το φτωχό μας μυαλό, που κινήθηκε λησμονώντας την ανημπόρια του από τον πόθο για σένα. Δέξου όμως με καλοσύνη τον πόθο, αφού ξέρεις πως ξεπερνάει τη μπόρεσή μας. Και συ, Κυρά γεμάτη αγαθότητα, που γέννησες τον αγαθό μας Κύριο, μακάρι να 'χεις πάνω μας τα μάτια σου, να μας πηγαίνεις όπου θες, να κόψεις την ορμή των ντροπιασμένων μας παθών οδηγώντας μας στο ατρικύμιστο λιμάνι, που 'ναι του Θεού το θέλημα, να μας αξιώσεις ν' αντικρύσουμε τη μελλοντική μακαριότητα, τη γλυκεία λάμψη από το πρόσωπο του ίδιου του Θεού Λόγου, που σαρκώθηκε από σένα. Μαζί μ' Αυτόν δόξα, τιμή και μεγαλοπρέπεια στον Πατέρα και το Πανάγιο και ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και παντοτινά και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

http://paterikakeimena.blogspot.com/2011/08/blog-post_3318.html
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...