Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διδαχές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διδαχές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 27 Μαΐου 2013

H αγράμματη γιαγιά που έφθασε στη θέωση!


"Στο μεταξύ, το 1963, λίγο μετά την αναχώρηση τού πατέρα για το Όρος ανήμερα Μεγάλη Παρασκευή» είχε κοιμηθεί και ή μητέρα τού Γέροντα [ Εφραίμ του Κατουνακιώτη ] Αυτή ή υπέροχη γυναίκα αφενός αξιώθηκε δύο μέρες προ τού θανάτου της να γίνει μεγαλόσχημη μοναχή με το όνομα Μαρία -παρακαλούσε την Παναγία μια ζωή γι' αυτό- αφετέρου είχε έναν χαριτωμένο, οσιακό όντως θάνατο.

Γλυκιά και παρήγορη στους γύρω της ψυχή, όταν για λόγους καρδιακής πάθησης μπήκε στο Νοσοκομείο του Στρατού, εξέπληξε τους πάντες με την ευγενική της γλώσσα. Πήγαινε ό γιατρός να την επισκεφθεί: «Καλώς τον χρυσό μου τον γιατρό. Τι κάνετε; Πώς είσθε; 'Η κυρία σας, τα παιδάκια σας Είναι καλά;» προλάβαινε και ρωτούσε με χάρη. «Μα, αυτή ή γιαγιά», έλεγαν θαυμάζοντας οι γιατροί «αντί να της δώσου­με θάρρος εμείς, αυτή εμψυχώνει και παρηγορεί εμάς». Τον γιο της τον μικρό» τον αξιωματικό, τον αγαπούσε πολύ. Όταν πήγαινε να την επισκεφθεί. το διαισθανόταν και έλεγε τάχα εμπιστευτικά στην τότε αρραβωνιαστικιά και μετά σύζυγο του: «Έρχεται ο δικός σου». Και να σε λίγο ό αξιωματικός. Απορούσε ή κοπέλα, αν μία πεθερά μπορεί να λέει «ο δικός σου». Κι όμως μπορούσε.

Ό Γέροντας, Όταν έμαθε ότι μπήκε στο Νοσοκομείο, έστειλε ένα σχήμα και ένα πολυσταύρι στον αδελφό του και του έγραψε να την κάνουν μοναχή, «διότι δεν θα βγει από το Νοσοκομείο ζωντανή», βεβαίωνε.

Διηγείται ή κόρη της: «Όταν ή μητέρα μας έγινε μεγαλό­σχημη στο Νοσοκομείο (σε όλη την ζωή της είχε την επιθυμία να γίνει μοναχή), ενώ τις άλλες ήμερες ήταν σιωπηλή (καθώς έλεγαν οι νοσοκόμες), την ήμερα και το βράδυ εκείνο συνεχώς μιλούσε! Εγώ κάθισα κοντά της όλη εκείνη τη νύχτα. Το πρόσωπο της έλαμπε, είχε γίνει φωτεινό μετά την κουρά της! Μιλούσε και κοίταζε προς τον ουρανό! "Τι λέγεις, μητέρα;" τη ρωτούσα, "τι βλέπεις;" "Τι να σου πω, παιδί μου, τι Όμορφα! Τι έβλεπα! Άλλα που βρίσκομαι;" Τότε συνερχόταν, και καταλάβαινε ότι ήταν στο Νοσοκομείο.

-Μετά μία εβδομάδα πού ήταν στο Νοσοκομείο, και ενώ ήταν καλά και θα έβγαινε, παρουσίασε έναν πυρετό υψηλό, ανεξήγητο. Ξημερώματα Μεγάλης Παρασκευής κοιμήθηκε. Ό θάνατος της ήταν ήσυχος, ειρηνικός. Ήρθε ή μοναχή πού την είχε αναλάβει κατά την κουρά και την έντυνε, δηλαδή την ετοί­μαζε. Αμέσως αισθάνομαι έντονη ευωδία, άρρητη ευωδιά! Λέω τότε στη μοναχή: "Καλά, κι εσείς οι μοναχές βάζετε αρώμα­τα;" "Όχι, κυρία Ελένη", άπαντα, "δεν βάζουμε αρώματα. Αυτό πού ευωδιάζει, εγώ το αισθάνθηκα αμέσως, την ώρα πού την άλλαζα. Βγαίνει από το σώμα της μητέρας σας. Περίμενα να το αισθανθείτε κι εσείς, γι' αυτό δεν έλεγα τίποτε. Αυτό είναι σημάδι αγιότητας. Είναι σημάδι ότι σώθηκε ή μητέρα σας". Μείναμε κατάπληκτοι!

-Ο ιερέας κατά την κηδεία θαύμαζε και έλεγε ότι πρόκει­ται περί άγιας ψυχής! Σαν ίδρωτας έβγαινε από το σώμα της μητέρας μύρο! Τα ρούχα μας, πού ήρθαν σε επαφή με το σώμα της μητέρας μας (την αγκαλιάζαμε και την φιλούσαμε), επί μιαν εβδομάδα ευωδίαζαν! Κατά την κηδεία περισσότερο ευωδίαζε ή μητέρα μας παρά ό επιτάφιος».

Και ό ίδιος ό Γέροντας ομολογούσε: «Ναι, έτσι έγινε, αφού έπεσα, τρόπον τινά, σε μνησικακία. Να, το εξομολογούμαι. Μία γυναίκα, λέω, χωριάτισσα, αγράμματη, που έφθασε! Όταν προσευχόμουν γι' αυτήν, έπαιρνα* δεν έδινα! Πλημμύριζα από χάρη.

-Είδα σαν μια θεωρία, να πούμε. Πήγαινε ή μητέρα μου στον Χριστό: "Καλώς τη Μαρία, καλώς τη Μαρία". Χρόνια έχουμε εμείς εδώ, για να αποκτήσουμε αυτήν την κατάσταση.

-Πολλές φορές έβλεπα Ότι ή μητέρα μου είναι ό γέρο-Ιωσήφ, και ο γερο-Ιωσήφ μητέρα μου. Ένα πράγμα και οι δύο...

-Είδα ότι είχαν με τον γερο-Ιωσήφ την ίδια πνευματική κατάσταση. Και πριν πεθάνει, και μετά τον θάνατο της, είχα πληροφορία, την ίδια πληροφορία: ή μητέρα μας έφθασε σε υψηλά πνευματικά μέτρα. Πώς να το πεις τώρα. Νερώνεις το κρασί με το νερό ή το νερό με το κρασί, ένα θα γίνει. Έτσι κάπως. Ό γέρο-Ιωσήφ μητέρα μου, και ή μητέρα μου γέρο-Ιωσήφ ήτανε.

-Ή μητέρα μου δεν είχε παράδειγμα, μονάχη της έκανε υπομονή στις θλίψεις. Και στο βιβλίο του γέρο-Ιωσήφ βλέπει κανείς την πολλή υπομονή πού έκανε στις θλίψεις. Για τον Ιώβ γράφει ο άγιος Χρυσόστομος ότι είχε και άλλες αρετές, άλλα για τη μεγάλη του υπομονή, το να μη γογγύζει, επαινέθηκε από τον Θεό»."



από το βιβλίο: «Γεροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης»,

Εκδ . Ι . Ησυχαστηρίου «Αγιος Εφραίμ», Κατουνάκια Αγίου Ορος.

ΓΕΡΩΝ ΘΑΔΔΑΙΟΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ.



Έχει τεράστια σημασία να υπάρχει κάποιος που να προσεύχεται πραγματικά μέσα στην οικογένεια. Η προσευχή προσελκύει τη Χάρη του Θεού καιτην αισθάνονται όλα τα μέλη της οικογένειας, ακόμα κι εκείνοι των οποίων η καρδιά έχει παγώσει. Πάντα να προσεύχεστε.



Μπορείτε να δείτε και μόνοι σας πώς μπορεί κανείς να δημιουργήσει αρμονία ή δυσαρμονία μέσα σε μια οικογένεια, ανάλογα με το είδος των λογισμών και των ευχών που κάνει. Αν η κεφαλή της οικογένειας είναι φορτωμένη με σκοτούρες και λογισμούς σχετικούς με κάποια δυσκολία, τότε η ειρήνη σε κείνη την οικογένεια διαταράσσεται. Όλα τα μέλη της οικογένειας καταθλίβονται — δεν έχουν ειρήνη και παραμυθία. Η κεφαλή της οικογένειας πρέπει να ακτινοβολεί αγαθότητα προς όλα τα μέλη της οικογένειας του.
Έτσι λειτουργεί η «μηχανή των λογισμών» μας.


Όταν ήμουν νέος δεν ήξερα ότι δεν πρέπει ποτέ να κάνουμε αρνητικούς λογισμούς για τους βιολογικούς ή πνευματικούς μας γονείς. Δεν πρέπει ποτέ να τους πληγώνουμε, ούτε καν στους λογισμούς μας. Εκείνο τον καιρό, δεν ήξερα ότι η προσβολή προς τον άλλο έχει τέτοιες αρνητικές συνέπειες προς όλους μας. Υπέφερα πολύ με το να πληγώνω τον πατέρα μου στους λογισμούς μου, και δεν μπορώ να μετανοήσω επαρκώς γι' αυτό. 0 πατέρας μου ήταν ένας ήσυχος και πράος άνθρωπος, απίστευτα αγαθός προς τον καθένα. Ουδέποτε στη ζωή του αρρώστησε, διότι είχε πάντοτε ειρήνη και τα εσώτερα όργανα του σώματος του λειτουργούσαν χωρίς άγχος. Στοχαζόταν τη ζωή του σαν να ήταν ένα φιλμ. Όταν τον προσέβαλε ενίοτε κάποιος, εκείνος δεν το έπαιρνε, κατάκαρδα — ήταν ήσυχος και πράος άνθρωπος. Θα ήμουν ευτυχής αν είχα κληρονομήσει τον χαρακτήρα του.

Ήρθε κάποτε να με δει ένα κορίτσι. Οι γονείς του ήταν κι οι δύο γιατροί. Ήρθε στη Βιτόβνιτσα και με ρώταγε διάφορα πράγματα. Αγαπούσε πάρα πολύ την οικογένεια της αλλά όχι τη μητέρα της. Όταν τη ρώτησα γιατί, μου απάντησε ότι η μητέρα της πάντοτε ήθελε γιο... Την ικέτεψα να μην κάνει πόλεμο στη μητέρα της, η οποία την εξέθρεψε στη μήτρα της, τη γέννησε και τη μεγάλωσε... Τώρα εκείνο το κορίτσι είναι η μόνη παρηγοριά της μητέρας της στη ζωή. Δύο φορές έφυγε για το μοναστήρι, αλλά ο πατέρας της την έφερε και πάλι πίσω στο σπίτι. Της είπα να μη στενοχωρεί τους γονείς της και να έχει υπομονή, διότι μπορεί κανείς να είναι μοναχός ακόμα και χωρίς ράσα. 0 Κύριος δεν απαιτεί από μας να φοράμε ράσα, απαιτεί να είμαστε αγαθοί και καλοί.

Τιμωρούμε τα παιδιά μας, αλλά στην πραγματικότητα δεν έχουμε το δικαίωμα να το κάνουμε αυτό.
διότι αποτύχαμε να τους διδάξουμε τον σωστό τρόπο. Μια γυναίκα γιατρός μου έλεγε παλιότερα σε ένα γράμμα της, «Με τον άντρα μου, που είναι επίσης γιατρός, έχουμε ένα γιο. 0 γιος μας έχει ήδη διαλύσει ολοσχερώς τρία αυτοκίνητα — δόξα τω Θεώ παραμένει ζωντανός. Τώρα θέλει να του αγοράσουμε κι άλλο αυτοκίνητο, αλλά δεν έχουμε πλέον τα μέσα. Όταν γυρίζουμε σπίτι από τη δουλειά, προσπαθεί να μας αποσπάσει χρήματα με τη βία. Τι να κάνω για να λύσω αυτό το πρόβλημα;». Της είπα ότι δεν φταίει άλλος κανείς πέρα από τους ίδιους. Είχαν ένα γιο και του έκαναν όλα τα καπρίτσια από την πρώτη του παιδική ηλικία. Όταν ήταν νεότερος, οι απαιτήσεις του ήταν μικρές, αλλά τώρα που μεγάλωσε, το ίδιο έκαναν κι εκείνες. Το μόνο πράγμα που μπορούν τώρα να κάνουν είναι να αφιερώσουν πολλή αγάπη και πολλή φροντίδα στον γιο τους, ώστε να συνέλθει ίσως και να καταλάβει ότι οι γονείς του το μόνο που έχουν στον νου τους είναι το δικό του συμφέρον. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος πέρα από τον τρόπο της αγάπης. Βλέπετε από αυτό το παράδειγμα πόσο μπορούμε να βελτιώσουμε τη ζωή μας και τις ζωές των πλησίον μας με τους λογισμούς μας. Εύχομαι να έχετε επιτυχίες προς αυτή την κατεύθυνση.

Βλέπετε πόσο μεγάλη είναι η δύναμη των βιολογικών αλλά και των πνευματικών γονέων; Πολλές φορές έχω δει να επαληθεύονται οι προβλέψεις των βιολογικών και των πνευματικών γονέων στις ζωές των παιδιών τους.
Κάποτε με άφησε άναυδο το πώς δύο συγκεκριμένοι ευσεβείς γονείς σκότωσαν το παιδί τους με τους λογισμούς τους. 0 μοναχογιός τους ήταν ένα ευσεβές παιδί, που γαλουχήθηκε στην πίστη από μικρό. Ήταν σαν άγγελος και είχε μια απίστευτη καλοσύνη. Κάποτε ήρθε μια κοπέλα από την πόλη του και του ζήτησε τη βοήθεια του. Το ζήτημα είχε ως εξής: εκείνη είχε μείνει έγκυος από κάποιον και ήθελε από τον ευσεβή εκείνο νέο να την παντρευτεί, διότι οι γονείς και τα αδέρφια της ήταν πολύ αυστηροί. Αν άρχιζε να φαίνεται η εγκυμοσύνη της, η μοναδική της λύση θα ήταν να αυτοκτονήσει. Ο νεαρός άνδρας συγκατατέθηκε να προχωρήσουν σ' αυτό τον λευκό γάμο. Συμφώνησαν πως όταν το παιδί θα γεννηθεί και θα μάθει να περπατάει, θα πάρει ο καθένας τον ξεχωριστό του δρόμο. Καθώς όμως η πόλη τους ήταν πολύ μικρή, το όλο ζήτημα έγινε γρήγορα γνωστό, και η μητέρα του νεαρού άνδρα δεν μπορούσε να αντέξει τη ντροπή. 0 πατέρας, από την άλλη πλευρά, είπε ότι δική του ήταν η ζωή (του γιου τους) κι όχι της μητέρας του. Όμως εκείνη δεν άκουγε τίποτα. «Δεν θέλω να τον ξαναδώ στα μάτια μου ζωντανό!», είπε. Κι αυτό ακριβώς συνέβη. Δεν πέρασε πολύς καιρός και ο γιος σκοτώθηκε σε δυστύχημα με τη μοτοσυκλέτα. Αλλόφρων η μητέρα ήρθε σε μένα. «Εσύ η ίδια σκότωσες το γιο σου», της είπα. «Οι λογισμοί ενός ανθρώπου είναι πολύ ισχυροί. Είπες ότι εύχεσαι να μην τον ξαναδείς ζωντανό και αυτό ακριβώς είναι που συνέβη». Κάποιες φορές οι γονείς μας κάνουν λάθος, αλλά για μας τα παιδιά τους, έχουν δίκιο, και πρέπει να τους υπακούσουμε. Τότε θα έχουμε την ευλογία τους.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΓΕΡΩΝ ΘΑΔΔΑΙΟΣ. ΟΙ ΛΟΓΙΣΜΟΙ ΚΑΘΟΡΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΖΩΗ ΜΑΣ.

Δευτέρα 8 Απριλίου 2013

Είναι απαραίτητο να νηστεύουμε…;


Πρώτα θα κάνω λόγο για την εγκράτεια στα φαγητά, η οποία είναι αντίθετη της γαστριμαργίας, και για τον τρόπο των νηστειών και την ποσότητα των φαγητών. Και αυτά, όχι από τον εαυτό μου, αλλά καθώς παραλάβαμε από τους αγίους Πατέρες. Εκείνοι λοιπόν, δεν έχουν παραδώσει έναν κανόνα νηστείας, ούτε έναν τρόπο της διατροφής, ούτε το ίδιο μέτρο, γιατί δεν έχουν όλοι την ίδια δύναμη, είτε λόγω ηλικίας, είτε ασθενείας, είτε καλύτερης συνήθειας του σώματος…

Έχουν όμως παραδώσει σε όλους έναν σκοπό, να αποφεύγουμε την αφθονία και να αποστρεφόμαστε το χορτασμό της κοιλιάς. Έχουν δει στην πράξη ότι είναι ωφελιμότερο και βοηθά στην καθαρότητα το να τρώει κανείς μια φορά την ημέρα από το να τρώει κάθε τρείς ή τέσσερις ή εφτά ώρες. Γιατί λένε, εκείνος που επεκτείνεται υπέρμετρα στην νηστεία, υπέρμετρα κατόπιν τρώει. Και από αυτό, άλλοτε εξαιτίας της υπερβολής της αποχής από την τροφή ατονεί το σώμα και γίνεται πιο απρόθυμο για τις πνευματικές εργασίες, και άλλοτε όταν γεμίσει από το βάρος των τροφών προκαλεί αμέλεια και εξασθένηση της ψυχής.

Και πάλι οι άγιοι Πατέρες δοκίμασαν και είδαν ότι δεν είναι για όλους κατάλληλη η διατροφή με χόρτα, ούτε με όσπρια, ούτε όλοι μπορούν να τρέφονται μόνο με ξερό ψωμί. Και άλλος, καθώς είπαν, ενώ τρώει δύο λίτρες ψωμί, πεινά ακόμη, ενώ άλλος τρώει μία λίτρα ή έξ ουγγιές και χορταίνει. Σε όλους λοιπόν, όπως είπα, ένα κανόνα εγκράτειας έχουν παραδώσει, το να μην ξεγελιούνται με το χορτασμό της κοιλίας, ούτε να παρασύρονται από την ηδονή του λάρυγγα. Γιατί δεν είναι μόνο η διαφορά της ποιότητας των τροφών, αλλά και η ποσότητα που ανάβει τα πυρωμένα βέλη της πορνείας. Γιατί με οποιαδήποτε τροφή όταν γεμίσει η κοιλιά, γεννά το σπόρο της διαφθοράς. Και πάλι δεν είναι μόνο η κραιπάλη του κρασιού που φέρνει μέθη στη διάνοια, αλλά και η αφθονία του νερού και κάθε τροφής η υπερβολική χρήση, τη ζαλίζει και φέρνει νύστα σ’ αυτήν. Αιτία της καταστροφής των Σοδομιτών δεν ήταν η κραιπάλη του κρασιού και των διαφόρων φαγητών, αλλά η αφθονία του άρτου, κατά τον προφήτη.

Τις τροφές τις χρησιμοποιούμε τόσο ώστε να ζήσουμε, όχι για να σκλαβωθούμε στις ορμές της επιθυμίας. Η μετρημένη και μέσα σε λογικά όρια τροφή βοηθά στην υγεία του σώματος, δεν αφαιρεί την αγιότητα. Ακριβής κανόνας εγκράτειας όπως παρέδωσαν οι Πατέρες είναι να σταματούμε να τρώμε πρίν χορτάσουμε. Και ο Απόστολος που είπε: «Μη φροντίζετε για τη σάρκα, πώς να ικανοποιήσετε τις επιθυμίες της», δεν εμπόδισε την αναγκαία κυβέρνηση της ζωής, αλλά απαγόρευσε την φιλήδονη φροντίδα.

Άλλωστε, για την τέλεια καθαρότητα της ψυχής, δεν αρκεί μόνη η εγκράτεια στα φαγητά αν δεν συντρέχουν και οι υπόλοιπες αρετές. Τη μερική καθαρότητα της ψυχής, μέσω της σωφροσύνης, ιδιαίτερα κατορθώνουν η νηστεία και η εγκράτεια. Γιατί είναι αδύνατον εκείνος που έχει γεμάτη την κοιλιά του, να κάνει νοερό πόλεμο εναντίον του πνεύματος της πορνείας.

Αγίου Κασσιανού του Ρωμαίου
Απόσπασμα από τη «Φιλοκαλία»
xfd.gr

Τετάρτη 3 Απριλίου 2013

"Η χήρα μάνα και το καλάθι"


 

(του μακαριστού Οικονόμου π. Ευέλθωντος Χαραλάμπους)

Ζούσε κάποτε, σ’ ένα χωριό μία χήρα πολύ φτωχιά με το μοναχογιό της. Για να μεγαλώσει το παιδί της ξενοδούλευε κι επειδή έβαλε σ’ αυτό όλο το μεράκι της,άπ’ τον καημό της αποφάσισε να το σπουδάσει. Πήγε λοιπόν κι έπεσε στα γόνατα μπροστά στην Παναγία κι έλεγε: «Παναγία μου αξίωσέ με εμένα την αμαρτωλή να σπουδάσω το μοναχογιό μου». Έτσι με χίλιες στερήσεις και προσευχές κατάφερε η φτωχή χήρα να σπουδάσει το γιό της γιατρό.

Κάποια μέρα, με το δίπλωμα στην τσάντα ξεκίνησε ο γιατρός να επισκεφτεί τη μάνα του,που είχε πιά γεράσει, για να την ευχαριστήσει. Η μάνα τον υποδέχτηκε με πολλή χαρά και με βαθιά ευγνωμοσύνη στην Παναγία, που την αξίωσε να πραγματοποιήσει το όνειρο της ζωής της.

Την άλλη μέρα, Κυριακή, πηγαίνει και ξυπνάει το γιό της και του λέει: «Σήκω, γιέ μου, να πάμε να ευχαριστήσουμε την Παναγία για την προκοπή σου. Ο γιατρός όμως της αρνήθηκε να πάει στην εκκλησία, γιατί δεν πίστευε, όπως είπε, στα λόγια της και τα θεωρεί ξεπερασμένα.

Η μάνα φαρμακώθηκε, δεν είπε τίποτε, μόνο πήγε μονάχη της κι έκλαψε μπροστά στην εικόνα της Μεγαλόχαρης με ευχαριστία αλλά και πόνο. Όταν γύρισε στο σπίτι, ο γιός της, ο γιατρός, τη ρώτησε: «Ε μάνα, τι κατάλαβες απ’ τα λόγια της εκκλησίας, εσύ, αγράμματη γυναίκα;» Η χήρα δεν απάντησε, μόνο έπιασε ένα καλάθι από την αποθήκη και του λέει: «Γιε μου, το πρωί δεν με άκουσες να ‘ρθείς μαζί μου στην εκκλησία. Συγχωρεμένος να είσαι. Τώρα όμως θέλω να μου κάνεις μία άλλη χάρη και μη μου την αρνηθείς. Θέλω να πάρεις το καλάθι και να πας στο ποτάμι να μου φέρεις νερό. «Μα με το καλάθι να σου φέρω νερό, μάνα; Τόσο τα χεις χαμένα»;Λέει εκείνος. «Πήγαινε εσύ για το χατίρι μου, του απαντάει εκείνη, κι ο,τι θέλει ας γίνει».

Παραξενεμένος ο γιατρός, πηγαίνει στο ποτάμι, βουτάει μέσα το καλάθι, το βγάζει και γυρίζει στο σπίτι με το καλάθι άδειο. «Να, μάνα το καλάθι σου, όπως μου το ‘δωσες. Σου την έκανα την χάρη. Βλέπεις εσύ να έχει νερό μέσα;», λέει ο γιατρός.«Ευχαριστώ, γιέ μου, που μ’ άκουσες. Βλέπεις όμως εσύ το καλάθι όπως σου το’δωσα»; Απαντάει η μάνα. «Έ ναί, μόνο που είναι βρεγμένο». «Βλέπεις λοιπόν, γιέ μου, ότι δεν είναι το ίδιο, όπως σου το ‘δωσα; Το πήρες στεγνό, κατάξερο και μου το ‘φερες μουσκεμένο. Έτσι κι εγώ πηγαίνω αγράμματη στην εκκλησία, δεν φέρνω τη σοφία της, αλλά είμαι δροσισμένη άπ’ τη χάρη της και αυτό με συντηρεί τόσα χρόνια και κατάφερα με τη χάρη Της να σε σπουδάσω.

Τότε κατάλαβε ο γιατρός, ότι ο Θεός «εμώρανε την σοφία του κόσμου τούτου… και τα μωρά του κόσμου εξελέξατο…» κι έβαλε μετάνοια στη μάνα του και πήγαν ύστερα μαζί στην εκκλησία κι ευχαρίστησαν την Παναγία.

----------------------------------------------
Πηγή: Περιοδικό «Παρά την Λίμνην», Μηνιαία έκδοση Εκκλησίας Αγίου Δημητρίου Παραλιμνίου, περίοδος γ΄, έτος κα΄, αρ. 10, Παραλίμνι – Κύπρος, Οκτώβριος 2011.

Τρίτη 19 Μαρτίου 2013

Τί είναι το Τριώδιο και σε τί χρησιμεύει;


triodio

Όταν κάποιος ξεκινάει ένα ταξίδι θα πρέπει να ξέρει που πηγαίνει. Αυτό συμβαίνει και με τη Μεγάλη Σαρακοστή.
Πάνω απ΄ όλα η Μ. Σαρακοστή, είναι ένα πνευματικό ταξίδι που προορισμός του είναι το Πάσχα, “η Εορτή των Εορτών”. Η νέα ζωή η οποία πρίν δύο χιλιάδες περίπου χρόνια “ανέτειλε εκ του τάφου”, προσφέρθηκε σε μας, σε όλους εκείνους που πιστεύουν στο Χριστό. Μας δόθηκε τη μέρα που βαφτιστήκαμε.
Έτσι το Πάσχα πανηγυρίζουμε την Ανάσταση του Χριστού σαν γεγονός που έγινε και ακόμη γίνεται σε μας. Γιατί ο καθένας μας έλαβε το δώρο αυτής της νέας ζωής.
Είναι ένα δώρο που ριζικά αλλάζει τη διάθεσή μας απέναντι σε κάθε κατάσταση αυτού του κόσμου, ακόμη και απέναντι στο θάνατο. Επιβεβαιώνουμε θριαμβευτικά το: “νικήθηκε ο θάνατος”. Φυσικά υπάρχει ακόμα ο θάνατος, είναι σίγουρος, τον αντιμετωπίζουμε, και κάποια μέρα θα έρθει και για μας. Αλλά όλη η πίστη μας είναι ότι με το δικό Του θάνατο ο Χριστός άλλαξε τη φύση ακριβώς του θανάτου.
Τόν έκανε πέρασμα – “διάβαση”, “Πάσχα” – στη βασιλεία του Θεού μεταμορφώνοντας τη δραματικότερη τραγωδία σε αιώνιο θρίαμβο, σε νίκη. Με το “Θανάτω θάνατον πατήσας”, μας έκανε μετόχους της Ανάστασής Του.
Τέτοια είναι η πίστη της Εκκλησίας μας. Εμείς ξεχνάμε όλα αυτά γιατί είμαστε απασχολημένοι, τόσο βυθισμένοι στις καθημερινές έγνοιες μας, που ξεχνάμε ακόμα και το θάνατο και τελικά, εντελώς αιφνιδιαστικά, μέσα στις “απολαύσεις της ζωής μας” μας έρχεται τρομακτικός, αναπόφευκτος, παράλογος.
Πραγματικά ζούμε σαν να μην ήρθε ποτέ Εκείνος. Αυτή είναι η μόνη πραγματική αμαρτία, όλων των κατ’ όνομα χριστιανών. Αν το αναγνωρίσουμε αυτό, τότε μπορούμε να καταλάβουμε τι είναι το Πάσχα και γατί χρειάζεται και προϋποθέτει τη Μεγάλη Σαρακοστή.
Ολόκληρη η λατρεία της Εκκλησίας μας είναι οργανωμένη γύρω από το Πάσχα, που είναι το Τέλος και που ταυτόχρονα είναι και η Αρχή.
Για πολλούς από τους χριστιανούς, η Μεγάλη Σαρακοστή αποτελείται από τυπικούς κανόνες που επικρατεί το αρνητικό στοιχείο, όπως η αποχή απο ορισμένα φαγητά. Όμως σκοπός της είναι να “μαλακώσει” τη καρδιά μας τόσο, ώστε να μπορεί να αποκτήσει την εμπειρία της κρυμμένης “δίψας και πείνας” για επικοινωνία με το Θεό. Αυτή η “ατμόσφαιρα” της Μ. Σαρακοστής δημιουργείται βασικά με τη λατρεία, με τους ύμνους του Τριωδίου που οι ιεροί υμνογράφοι, συνέθεσαν και οργάνωσαν όλες τις ακολουθίες, με θαυμαστή κατανόηση της ανθρώπινης ψυχής.
Το ΤΡΙΩΔΙΟ είναι ένα λειτουργικό βιβλίο που περιλαμβάνει ύμνους και βιβλικά αναγνώσματα γιά την κάθε μέρα της περιόδου της Μ. Σαρακοστής, η οποία αρχίζει με την Κυριακή του Τελώνη και του Φαρισαίου και τελειώνει με τον Εσπερινό του Αγίου και Μεγάλου Σαββάτου.
Η άγνοια των ύμνων του Τριωδίου είναι η βασική αιτία που μας κάνει σιγά σιγά να παραμορφώνουμε τη κατανόηση, το σκοπό και το νόημα της Μεγάλης Σαρακοστής.
Πολύ πριν αρχίσει η Μ. Σαρακοστή, η Εκκλησία μας αναγγέλλει ότι πλησιάζει και μας καλεί να μπούμε στην περίοδο της προετοιμασίας γι΄αυτήν. Γιατί; Γιατί η Εκκλησία έχει μια βαθειά ψυχολογική γνώση της ανθρώπινης φύσης. Ξέροντας την έλλειψη αυτοσυγκέντρωσης και την τρομακτική “κοσμικότητα” της ζωής μας, αναγνωρίζει την αδυναμία μας να αλλάξουμε αυτόματα, να πάμε ξαφνικά από μια πνευματική ή διανοητική κατάσταση σε μια άλλη. Έτσι, αρκετά πριν αρχίσει η ουσιαστική προσπάθεια, η Εκκλησία προκαλεί τη προσοχή μας στη σοβαρότητα της Μ. Σαρακοστής και μας καλεί να σκεφθούμε τη σημασία της.
Αυτή η προπαρασκευαστική περίοδος περιλαμβάνει τις Κυριακές: α) Του Τελώνη και του Φαρισαίου, που αναφέρεται στην Ταπείνωση. β) Του Ασώτου, που αναφέρεται στην μετάνοια. γ) Της Απόκρεω, που αναφέρεται στην Τελευταία Κρίση και στη χριστιανική αγάπη και δ) Της Τυροφάγου, ή της Συγγνώμης που θυμόμαστε της εξορία από τον Παράδεισο των Πρωτοπλάστων.
ALEXANDER SCHMEMANN
ΜΕΓΑΛΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ-ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΑΣΧΑ

Παρασκευή 8 Μαρτίου 2013

Το θέλημα του Θεού - Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτικής κ. Νικολάου

Το θέλημα του Θεού αποτελεί έκφραση της αγίας βουλήσεώς Του. Ο Θεός «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν». Θέλημά Του είναι η σωτηρία μας και η επίγνωση της αλήθειας Του. Οι εντολές και η τήρησή τους, (ή τουλάχιστον η επιθυμία μας να ζήσουμε το πνεύμα των εντολών Του Θεού) προσδιορίζουν το άγιο θέλημά Του και χαρίζουν τον απαραίτητο για την επίγνωση της αληθείας Του φωτισμό.

Είναι βέβαια αλήθεια ότι η ζωή μας ξεδιπλώνεται μέσα από διλήμματα, ευκαιρίες και δυνατότητες, οι οποίες προκαλούν ιδιαίτερα την ελευθερία μας, κι ακόμα μέσα από επιλογές που συχνά μας υποχρεώνουν να παλινδρομούμε μεταξύ της έκφρασης του δικού μας θελήματος και της αναγνώρισης του δικού Του. Ο Θεός όμως, δεν λειτουργεί σαν γραμμική εξίσωση με μία λύση, διότι τότε θα έφτιαχνε ανθρώπους χωρίς ελευθερία. Ο Θεός για κάθε άνθρωπο, για κάθε περίσταση, για κάθε στιγμή προσφέρει ως θέλημά Του άπειρες δυνατότητες, που όλες όμως εκφράζουν την βούλησή Του. Γι' αυτό και το θέλημα του Θεού δεν μοιάζει με το εγωιστικό δικό μας.

Δεν υπάρχει για να δεσμεύει την ελευθερία μας, αλλά για να την ενεργοποιεί και να την ζωντανεύει.

Το ένα θέλημά μας καταργεί την ελευθερία μας και την υποδουλώνει στον εγωισμό μας. Τα άπειρα θελήματα του Θεού μας βοηθούν να ανακαλύψουμε την ελευθερία ως ύψιστο δώρο.

Η υποταγή και η ταύτιση της βούλησής μας στη βούληση του Θεού, φωτίζει το νου, γεννά την απόφαση και αναδεικνύει το πρόσωπο. Υπάρχει μία θαυμάσια μονολόγιστη προσευχή που εκφράζει αυτό το φρόνημα: «Κύριε, ποίησόν με οἷον θέλεις, ὡς θέλεις, κἄν θέλω, κἄν μή θέλω». Aν η καρδιά ενός ανθρώπου μπορεί να προσεύχεται με αυτόν τον τρόπο, είναι δυνατόν να διερωτάται ποιο είναι το θέλημα του Θεού; Ο Θεός έχει άπειρα θελήματα που τα προσφέρει στον καθένα μας ως ευκαιρίες και δυνατότητες. Όταν εμείς ταυτιστούμε με την βούλησή Του, τότε διακρίνουμε το ένα που μπορούμε να επιλέξουμε και ξεκάθαρα να αποφασίσουμε.

Η κοσμική ηθική, η ηθική των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων, στηριζόταν στην υποταγή της φύσεως στην βούληση του ανθρώπου. Αντίθετα, η πνευματική ηθική βασίζεται, στην υποταγή της ανθρώπινης βούλησης στην βούληση του Θεού. Το πρώτο γεννά εγωισμό ενώ το δεύτερο ταπείνωση που προσελκύει τη χάρι του Θεού. Έτσι, υποτάσσεται όλος ο άνθρωπος -ψυχή και σώμα, φύση και πνεύμα- στη χάρι Του. Έτσι γίνεται «θείας κοινωνός φύσεως» και «γνωσθείς υπό Θεού».

Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτικής κ. Νικολάου

"Γιατί σε μένα Θεέ μου;

"Γιατί σε μένα Θεέ μου;
Τί κακό έκανα; Που να ψάξω να βρω μέσα μου την άγνωστη σε μένα αιτία;
Και αν φταίω εγώ, δεν μπορώ κάτι να κάνω για να αναστρέψω τα πράγματα;
Κινδυνεύω να χάσω τη λίγη και ασθενική πίστη μου. Τελικά, ποιό το όφελος αυτής της ιστορίας;
Γιατί σε μένα, Θεέ μου; Δεν είμαι παιδί σου; δεν είσαι Θεός αγάπης;
Τί σχέση μπορεί να έχει η αγάπη Σου με το μαρτύριό μου; Πώς να με προσελκύσουν τα μαστιγώματά Σου;
Πώς συνδυάζεται η καλοσύνη Σου με την ανερμήνευτη λογική του πόνου, με τη θλίψη, με το ενδεχόμενο του σκανδαλισμού";


"Ευλογημένο ή καταραμένο το γιατί", Μητροπολίτου Μεσογαίας Νικολάου Ευλογημένα «γιατί»!



Ερώτημα τόσο συχνό, τόσο βαθύ, τόσο δυνατό στην εκφορά του, τόσο δύσκολο στην απάντηση του. Ερώτημα τόσο αληθινό, τόσο ανθρώπινο, τόσο απαιτητικό, πού όμως από τη φύση του δεν αντέχει στον λόγο, δεν εκφράζεται με το στόμα, δεν μπαίνει σε λέξεις, δεν δημοσιοποιείται σε ακροατήριο, πολύ δε περισσότερο, δεν επιδέχεται μονοσήμαντες απαντήσεις από κάποιους πού δήθεν γνωρίζουν προς κάποιους άλλους που σίγουρα πονούν.

Ίσως είναι το κατ' εξοχήν θέμα για το όποιο δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνονται ομιλίες. Είναι πολύ βαθύ για να έλθει στην επιφάνεια τής συνειδητοποίησης. Είναι πολύ επώδυνο για να χωρέσει στον ορίζοντα των αντοχών μας. Είναι πολύ προσωπικό για να εντοπισθεί στο στερέωμα του δημόσιου λόγου. Ίσως αυτό το ερώτημα να πονάει πιο πολύ και από την αιτία που το δημιουργεί. Γιατί όλοι ξέρουμε πώς δεν έχει εύκολη απάντηση. Και όμως είναι τόσο επίμονο και αληθινό.

Γιατί σε μένα, Θεέ μου; Ηχεί στα αυτιά μου αυτό το ερώτημα και αντηχεί βαθιά στην καρδιά μου. Είναι το ερώτημα κάθε γονιού πού το παιδί του πάσχει ή κάθε άνθρωπου πού έχει χτυπηθεί από ανίατη ασθένεια. Πώς είναι δυνατόν αυτό το ερώτημα να μεταμορφωθεί σε ομιλία, συμβουλή, γνώμη ή απάντηση;

Το ερώτημα αυτό συνεχώς διατυπώνεται και απαντάται:
μόνο με δάκρυα, όχι με λέξεις,
με αισθήματα, όχι με σκέψεις,
με σιωπή, όχι με απόψεις,
με συμπόνια, όχι με απαντήσεις.

Πώς να το κάνουμε; Συχνά τα μάτια μιλούν πιο εύγλωττα από το στόμα, ο αναστεναγμός πιο δυνατά από τη σκέψη και η πονεμένη απορία εκφράζει περισσότερο την αλήθεια από την όποια απάντηση. Γιατί; Γιατί ό πόνος; γιατί ή αδικία; γιατί τα παιδάκια; γιατί τόσο πρόωρα; γιατί με αυτόν τον τρόπο; γιατί την απερίγραπτη χαρά της αθώας παρουσίας τους να τη διαδέχεται ό αβάσταχτος πόνος; Γιατί; Και αν είναι για το άγνωστο καλό μας, γιατί αυτό το καλό μας να είναι τόσο πικρό; Γιατί σε μένα; Τί κακό έκανα; Που να ψάξω να βρω μέσα μου την άγνωστη σε μένα αιτία; Και αν φταίω εγώ, δεν μπορώ κάτι να κάνω για να αναστρέψω τα πράγματα; Και ποιός ο λόγος εξ αιτίας μου να υποφέρει αυτό το αθώο πλασματάκι; Αυτό μου φαίνεται πιο αδύνατο να το αντέξω. Κινδυνεύω να χάσω και τη λίγη και ασθενική πίστη μου. Τελικά, ποιό το όφελος αυτής της ιστορίας; Γιατί σε μένα, Θεέ μου; Δεν είμαι παιδί σου; δεν είσαι Θεός αγάπης; τί σχέση μπορεί να έχει η αγάπη Σου με το μαρτύριό μου; Πώς να με προσελκύσουν τα μαστιγώματά Σου; Πώς συνδυάζεται η καλοσύνη Σου με την ανερμήνευτη λογική του πόνου, με τη θλίψη, με το ενδεχόμενο του σκανδαλισμού;

Η «ευλογία» του πόνου. Ευλογημένα «γιατί»! Τα καθαγίασε ο ίδιος ό Χριστός στον σταυρό «Θεέ μου, Θεέ μου, Ίνα τί με εγκατέλιπες;» Θεέ μου, γιατί μου το 'κανες αυτό; Τί σου έκανα; Δεν είμαι ο Υιός σου; Το ίδιο ακριβώς ερώτημα με το δικό μου το όποιο έμεινε και αυτό αναπάντητο.

Έμεινε αναπάντητο στα φαινόμενα. Τα γεγονότα όμως φανέρωσαν την απάντηση. Τέτοια πολλά «γιατί» βγήκαν και από το στόμα του πολυάθλου Ιώβ ή τη γραφίδα του τραυματισμένου Δαυίδ, δύο ανθρώπων πού οι τραγικοί θάνατοι των παιδιών τους σφράγισαν το πέρασμά τους από την ιστορία και πού μας παρουσιάζονται συχνά ως μοναδικά πρότυπα πίστης, εγκαρτέρησης και υπομονής.

Το ερώτημα αυτό το απευθύνουμε στον Θεό, το λέμε στον εαυτό μας, το επαναλαμβάνουμε στους ανθρώπους πού νοιώθουμε ότι ιδιαίτερα μας αγαπούν. Το λέμε κυρίως για να εκφράσουμε το μέσα μας, το λέμε όμως και προσδοκώντας το χάδι μιας απάντησης. Ποιός όμως μπορεί να δώσει μία απάντηση; Ακόμη κι αν την ξέρει, ποιός μπορεί να μας την πει;

Λέγει ο Μέγας Βασίλειος προς πενθούντα πατέρα ότι ο πόνος κάνει τον άνθρωπο τόσο ευαίσθητο, ώστε μοιάζει με το μάτι πού δεν ανέχεται ούτε το πούπουλο. Και ή πιο τρυφερή κίνηση αυξάνει τον πόνο του πονεμένου. Και η πιο διακριτική αναλογία δεν αντέχεται. Ο λόγος πού εκφέρεται ως λογικό επιχείρημα ενοχλεί αβάσταχτα. Μόνο το δάκρυ, η κοινωνία τής απορίας, η σιωπή, η εσωτερική προσευχή θα μπορούσαν να ανακουφίσουν τον πόνο, να φωτίσουν το σκοτάδι ή να γεννήσουν μία μικρή ελπίδα. Ο πόνος γεννά αλήθεια, συμπόνια, κοινωνία. Ο πόνος δεν ξυπνάει μόνον εμάς, άλλα γεννάει και την αγάπη στους γύρω μας. Προσπαθούν να μπουν στη θέση μας. Αγωνίζονται στον καιρό της ασφάλειας τους να μοιραστούν τα πιο ανεπιθύμητα γι' αυτούς δικά μας αισθήματα. Και το κάνουν. Ο πόνος γεννά την υπομονή μας, ταυτόχρονα όμως γεννά και τον εξ αγάπης σύνδεσμο με τούς αδελφούς μας. Ο πόνος γεννά την αλήθεια. Ή συμπόνια των άλλων τη φυτεύει στη δική μας καρδιά.

Εκεί διακριτικά κρύβεται και ή απάντηση. Έτσι γεννιέται στην καρδιά η παρηγοριά, η γλύκα και η ανακούφιση της οποίας είναι πολύ εντονότερες ως εμπειρίες από το βάρος του πόνου. Ο πόνος μας βγάζει από τα ανθρώπινα μέτρα.

Τελικά αυτά τα «γιατί» δεν έχουν τις απαντήσεις που η φτώχια και η αδυναμία μας περιμένει. Στη λογική αυτή συνήθως παραμένουν αναπάντητα. Γι' αυτό και ο Χριστός για τον θάνατο δεν είπε παρά ελάχιστα. Απλά, ο Ίδιος τον επέλεξε και πόνεσε όσο κανένας άλλος. Και όταν αναστήθηκε, το στόμα Του έβγαλε περισσότερη πνοή και λιγότερα λόγια. Δεν είπε τίποτε για ζωή και θάνατο -μόνο προφήτευσε το μαρτύριο του Πέτρου.

Ο πόνος δεν απαντιέται με επιχειρήματα. Ούτε η αδικία και ο θάνατος αντιμετωπίζονται με τη λογική.
Τα προβλήματα αυτά λύνονται με το εμφύσημα και την πνοή που μόνον ο Θεός δίνει. Λύνονται με το Άγιο Πνεύμα. Ξεπερνιούνται με την ταπεινή αποδοχή του θελήματος του Θεού που είναι τόσο αληθινό άλλα συνήθως και τόσο ακατανόητο. Στο διάβα της η δοκιμασία συνοδεύεται από το σφυροκόπημα των αναπάντητων ερωτημάτων. Κι εμείς, γαντζωμένοι στα «μήπως», στα «γιατί», στα «αν» συντηρούμε τις ελπίδες και αντέχουμε την επιβίωση σε αυτόν τον κόσμο, προσδοκώντας κάτι σίγουρο ή κάτι σταθερό. Αυτό όμως συνήθως δεν εντοπίζεται στην προτεινόμενη από μας λύση, άλλα επικεντρώνεται στην απροσδόκητη υπέρλογη θεϊκή παρηγοριά. Κάθε προσπάθεια αντικατάστασης της με ανθρώπινα υποκατάστατα αδικεί εμάς τούς ίδιους. Κάθε περιορισμός στην ασφυκτική θηλιά των ορθολογιστικών απαντήσεων μας παγιδεύει βαθύτερα στο δράμα μας.

Στον διάλογο με τον πόνο, την αδικία και τον θάνατο είμαστε υποχρεωμένοι να βγούμε από τα ανθρώπινα μέτρα.
Αυτή είναι όχι μόνον η έξοδος από τη δοκιμασία άλλα και η ευεργεσία της. Η μοναδική ευκαιρία.
Τελικά, το μεν ερώτημα μπορούμε να το υποβάλλουμε, την δε απάντηση πρέπει να την περιμένουμε.
Ή ο Θεός δεν υπάρχει ή παραχωρεί μια δοκιμασία για να μας δώσει μια μοναδική ευκαιρία.
Αν δεν γινόταν ή Σταύρωση, δεν θα υπήρχε ή Ανάσταση. Ο Χριστός θα ήταν ένας καλός δάσκαλος· όχι ο Θεός. Ο Θεός δίνει την ευκαιρία. Σε μας μένει να τη δούμε και να την αξιοποιήσουμε. Η δε χαρά και το περιεχόμενο αυτής της ευκαιρίας είναι πολύ μεγαλύτερα από την ένταση και τον πόνο της δοκιμασίας.

Ο θάνατος, ο πόνος, η αδικία αποτελούν μυστήριο που η όποια απάντηση το διασαλεύει. Στις περιπτώσεις αυτές, η αλήθεια δεν εκφράζεται ως άποψη ή επιχείρημα, αλλά προσφέρεται ως ταπείνωση και κοινός πόνος. Η πορεία στο μεθόριο τής ζωής και του θανάτου, του σκανδαλισμού και της δοξολογίας, του θαύματος και της αδικίας παρουσιάζει στροφές και κρυμμένες γωνιές, όπου διασφαλίζεται η αλήθεια της ζωής.

Αν ξεφύγει κανείς τον πειρασμό να λυγίσει, τότε αντικρίζει την αλήθεια με τέτοια όψη, πού ποτέ του δεν είχε καν φαντασθεί. Ό πόνος, αν κάποιος καταφέρει να τον αγκαλιάσει, γεννά πρωτόγνωρες ευαισθησίες και ξεδιπλώνει πραγματικότητες πού κανείς αλλιώς δεν βλέπει. Ή πρόκληση δεν είναι να συμβούν γεγονότα και αποκαλύψεις· αυτά υπάρχουν. Ή πρόκληση είναι να ανοίξει κανείς τα μάτια του για να μπορεί να τα αντικρύσει.

Είναι αναντίλεκτη αλήθεια δυστυχώς, συνήθως μόνο χάνοντας τα πολύ επιθυμητά, γνωρίζουμε και κερδίζουμε τα πολύ μεγάλα.

Σίγουρα ό πόνος και ή αδικία δεν μπορούν να καταργήσουν την αγάπη του Θεού. Ό Θεός υπάρχει. Και είναι αγάπη και ζωή. Ή τέλεια αγάπη και το πλήρωμα της ζωής. Και το μεγαλύτερο θαύμα της ύπαρξης Του είναι ή συνύπαρξή Του με τον πόνο, την αδικία και τον θάνατο. Ίσως και ή μεγαλύτερη πρόκληση για τον καθένα μας να είναι ή συνύπαρξη με τον δικό του προσωπικό πόνο, το ελπιδοφόρο σφιχταγκάλιασμα με τα βαθύτερα αυτά «γιατί», ή ταπεινή εσωτερική περιχώρηση στην προσδοκία του Θεού μέσα από τις «αδικίες» πού νομίζουμε πώς Αυτός μας κάνει.

Προ καιρού, με πλησίασε κάποια νεαρή κοπέλα πού το καντηλάκι της ζωής της φαίνεται να τρεμοσβήνει. Μέσα στον αβάσταχτο πόνο της διέκρινα την ελπίδα. Μέσα από τα δακρυσμένα μάτια της αντίκρισα τη χαρά, τη δύναμη και τη σοφία. -Θέλω να ζήσω, μου είπε. Αλλά δεν ήλθα για να μου το επιβεβαιώσετε. Ήλθα για να με βοηθήσετε να φύγω έτοιμη από αυτόν τον κόσμο. - Εγώ είμαι παπάς της ζωής και όχι του θανάτου, της απαντώ. Γι' αυτό και θέλω να ζήσεις. Επίτρεψε μου, όμως, να σε ρωτήσω κάτι· μέσα στη δοκιμασία σου, ρωτάς ποτέ «γιατί σε μένα, Θεέ μου;» -Δεν σας καταλαβαίνω, πάτερ, μου λέει. Εγώ ρωτώ «γιατί όχι σε μένα, Θεέ μου; Και περιμένω όχι τον θάνατό μου· προσδοκώ τον φωτισμό μου»!

1. Νικόλαος Χατζηνικολάου (Μητροπολίτης Μεσόγαιας καί Λαυρεωτικής), «Εκεί που δεν φαίνεται ο Θεός», Εκδ. Σταμούλης, 2009

Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2013

“Δεν έχω εμπιστοσύνη στον ιερέα…”*



Ιερεας_2
Σεβ. Μητροπολίτου πρ. Πειραιώς κ. Καλλινίκου
«’Εν όλη ψυχή σου ευλαβού τον Κύριον και τους ιερείς αυτού θαύμαζε». (Σοφ. Σειρ. 7, 29) Εντάξει!
Το ξέρω και το δέχομαι ότι πρέπει να εξομολογηθώ στον ῾Ιερέα. ’Αλλά σε ποιόν ῾Ιερέα;
’Εγώ δεν έχω εμπιστοσύνη σε κανέναν. Γνωρίζω τον τάδε ῾Ιερέα, που δεν τον θεωρώ άξιο να του πώ τα μυστικά της καρδιάς μου. ῎Αν τα φανερώσει, τι γίνομαι τότε εγώ;…
Συνηθισμένη και αληθοφανής και η αντίρρηση αυτή. Βγαίνει από πολλά στόματα και μάλιστα πρόχειρα και αβασάνιστα.
Στην πρώτη παρότρυνση κάποιου ευσεβούς για την ανάγκη της ’Εξομολογήσεως, αμέσως προβάλλεται η δικαιολογία αυτή, που αφήνει κατ’ αρχήν να φανεί η διάθεση που δήθεν έχουμε για ’Εξομολόγηση, αλλά που δεν μας το επιτρέπει τάχα η ασυνειδησία κι η αναξιότητα των ῾Ιερέων.
Δεν αρνούμαι ότι υπάρχουν και ῾Ιερείς όχι άξιοι εμπιστοσύνης.
Είναι εκείνοι που, με ελαφρά καρδία, χωρίς σοβαρή σκέψη, χωρίς θεϊκό ζήλο, περιβλήθηκαν το τιμημένο ράσο. Και «ηγούμενοι εμπορίαν την ευσέβειαν», βλάπτουν με την ελαφρότητα και απερισκεψία τους και την ’Εκκλησία και τα Μυστήριά της. ’Αλλά, αγαπητέ αναγνώστη, γιατί τους προσέχεις και τους προβάλλεις; Αυτοί αποτελούν μία θλιβερή εξαίρεση. Αυτό που συμβαίνει σε κάθε κλάδο, σε κάθε τομέα ζωής, συμβαίνει δυστυχώς και στην ’Εκκλησία. Παντού δεν υπάρχουν οι ανάξιοι; Πόσοι γιατροί δεν είναι αποτυχημένοι, δίπλα όμως σε τόσους επιτυχημένους συναδέλφους τους; Πόσοι δικηγόροι είναι ακατάρτιστοι στη δουλειά τους, κοντά σε τόσους διαπρεπείς νομομαθείς; Πόσοι δάσκαλοι είναι ανίκανοι, πλάι σε τόσους και τόσους ικανούς εκπαιδευτικούς; Ποιός όμως απορρίπτει και καταδικάζει όλους τους γιατρούς, όλους τους δικηγόρους, όλους τους δασκάλους, τους μηχανικούς, τους τεχνίτες…, επειδή μερικοί απ’ αυτούς δεν εκπροσωπούν επάξια το επάγγελμά τους;
Μακάρι, βέβαια, να μή υπήρχαν και ανάξιοι ῾Ιερείς. ’Αλλά, χωρίς να θέλω να δικαιολογήσω την κατάσταση, αυτό μόνο σημειώνω• Κι αν υπάρχουν ανάξιοι, γνώριζε ότι αυτοί είναι ελάχιστοι. Οι άλλοι, οι περισσότεροι, που αποτελούν την πλειονότητα, έχουν συναίσθηση της αποστολής τους και εκτελούν πιστά και τίμια τα καθήκοντά τους. Συνήθως προσέχουμε πιο πολύ τους ανάξιους. Το κακό γίνεται ευκολότερα αντιληπτό. ’Ενώ τους καλούς συχνά τους αγνοούμε, διότι η αρετή και η αγιότητα δεν αυτοδιαφημίζεται και δεν διαλαλείται.
Τί κάνεις, λοιπόν, όταν αρρωστήσεις; Φωνάζεις η πηγαίνεις στον τυχόντα γιατρό; ’Ασφαλώς όχι. Προσπαθείς να μάθεις ποιός είναι ο καλύτερος, ποιός έχει φήμη, ποιός έχει ειδικότητα για την πάθησή σου. Κι αν η αρρώστια σου είναι σοβαρή, δεν διστάζεις να υποβληθείς και στον κόπο μακρινού, κοπιαστικού και πολυδάπανου ταξιδιού, για να μεταβείς και στο εξωτερικό, ώστε να συναντήσεις τον καλύτερο γιατρό. Γιατί όλα αυτά; Διότι βιάζεσαι οπωσδήποτε να ξαναβρείς τη χαμένη υγεία σου.
Τί κάνεις όταν έχεις μια νομική υπόθεση να επιλύσεις; Δεν καταφεύγεις στον πλέον διαπρεπή δικηγόρο; Δεν αφήνεις κατά μέρος τόσους άλλους μικρότερης φήμης; Κι όταν θέλεις να μάθεις στα παιδιά σου γράμματα, το ίδιο δεν κάνεις; Τα στέλνεις, αν τα οικονομικά στο επιτρέπουν, στο πρώτο τυχαίο σχολείο; ῎Οχι. Ζητάς και πληροφορείσαι ποιό σχολείο είναι το καλύτερο κι εκεί τα στέλνεις, έστω κι αν χρειαστεί να υποβληθείς σε θυσίες.
’Αλλά για την υγεία της ψυχής σου δεν αξίζει λίγος κόπος; Για την κατά Θεόν μόρφωση της καρδιάς σου δεν αξίζει λίγη έρευνα; ῎Αν ενδιαφερθείς σοβαρά, θα βρείς τον άξιο και της απολύτου εμπιστοσύνης σου Πνευματικό και σε κείνον θα επιδείξεις τις πληγές και τα τραύματα της ψυχής σου. Για την υγεία του σώματός σου και κόπο και θυσίες και χρήματα δίνεις. Για την ψυχική σου υγεία ούτε ψίχουλα; ’Εξαλλου γι’ αυτό δεν θα χρειαστούν χρήματα ούτε μεγάλες θυσίες. Μόνο σκέψη και λίγη αναζήτηση. Μα και κάποιο ταξίδι αν χρειασθεί να κάνεις, για να βρείς τον έμπειρο και ψυχολόγο Πνευματικό, είναι πολύ, μπροστά στη σωτηρία της αθάνατης ψυχής σου;
῾Ο μεγάλος ’Ωριγένης μας προτρέπει να προσέχουμε στην εκλογή του κατάλληλου ῾Ιερέα, στον οποίο θα εμπιστευθούμε την ψυχή μας. Να είσαι, λέει, προσεκτικός στην επιλογή εκείνου, στον οποίο πρέπει να εξομολογηθείς το αμάρτημά σου. Δοκίμασε πρώτα το γιατρό, στον οποίο θα φανερώσεις την αιτία της στενοχώριας σου. Φρόντισε να είναι τέτοιος, ώστε να γνωρίζει να ασθενεί με τους ασθενείς, να κλαίει με τους κλαίοντες και να έχει πείρα στο να συμπάσχει και να συμπονεί.
Δεν είναι, λοιπόν, πολύ να ψάξεις και να βρείς τον Πνευματικό που θα σε επαναπαύσει. ῎Αν δεν υποβληθείς στο μικρό αυτό κόπο, τότε αποδεικνύεις ότι λίγο σε απασχολεί η σωτηρία σου, η ότι πηγαίνεις στην ’Εξομολόγηση από απλή ευσεβή συνήθεια κι όχι από καθήκον και πόθο ιερό να λάβεις άφεση και καθοδήγηση. Διότι κι αυτό οφείλεις να μάθεις• ῞Οτι, δηλαδή, η καθοδήγηση σου είναι απαραίτητη για να σταθεροποιηθείς στο δρόμο τον χριστιανικό και να δημιουργήσεις βιώματα ευγενικά, άγια κι ανώτερα μέσα σου.
Κι ο Μέγας Βασίλειος προτρέπει να αναζητήσουμε και να βρούμε τον κατάλληλο εξομολόγο• ῞Οπως, γράφει, τα πάθη του σώματος δεν τα φανερώνουν σε όλους οι άνθρωποι, αλλά στους έμπειρους και ειδικούς για τη θεραπεία τους, κατά παρόμοιο τρόπο και η εξαγόρευση των αμαρτημάτων πρέπει να γίνεται σ’ εκείνους που μπορούν να τα θεραπεύσουν.
Και είναι μεγάλη επιστήμη να είναι κανείς άψογος και καλός πνευματικός πατέρας. Και γνώσεις χρειάζονται και ψυχολογική διεισδυτικότητα και διάκριση και πείρα και αγάπη πολλή και αγιότητα βίου. ῎Αν ο Πνευματικός δεν εργάζεται πάνω στον εαυτό του, αν δεν μελετά την ῾Αγία Γραφή, αν δεν ζεί μέσα στην ατμόσφαιρα της προσευχής και επικοινωνίας με τον Θεό, αν δεν είναι ο ίδιος προσεκτικός με τις κινήσεις της καρδιάς του, πώς θα είναι σε θέση να καθοδηγεί τους άλλους; ῎Αν δεν είναι ο ίδιος αγωνιστής, πώς θα διευθύνει τον πνευματικό αγώνα του εξομολογουμένου; ῎Αν δεν έχει πείρα της πνευματικής ζωής από προσωπική βίωση της αρετής, πώς θα υποδείξει το δρόμο της;
Στην ῾Ιστορία του Σωζομενού διαβάζουμε• «πρεσβύτερον… των άριστα πολιτευομένων, εχέμυθόν τε και έμφρονα επί τούτω τετάξασιν (έταξαν), ω προσιόντες (εις τον οποίον προσερχόμενοι) οι ημαρτηκότες, τα βεβαιωμένα ωμολόγουν» (Μαώοό Ρ.υ. 67, 1460). Βλέπεις, από την αρχαία εκείνη εποχή λαμβανόταν ιδιαίτερη πρόνοια, ώστε οι πλέον συνετοί και φρόνιμοι να γίνονται Πνευματικοί. Και ο Πέτρος Χαρτοφύλαξ παρατηρεί• «Καλόν μέν και πάνυ ωφέλιμον το εξομολογείσθαι… αλλά μή τοίς απείροις και ιδιωτικοίς περί τα τοιαύτα διακειμένοις• ίνα μή διά της ακαίρου και ανεπιστήμονος παρατάξεως των επιτιμίων, καταφρονητήν η ράθυμον η παρειμένον σε απεργάσωνται». Καλό, λέει, είναι να εξομολογείται κανείς, αλλά όχι στους Πνευματικούς χωρίς πείρα, που ασχολούνται με την ’Εξομολόγηση χωρίς σύνεση και φρόνηση. Διότι, αν πάει κανείς σε ένα τέτοιο Πνευματικό, πιθανό να ζημιωθεί εξαιτίας είτε της υπερβολικής επιείκειάς του, είτε της υπέρμετρης αυστηρότητάς του. Γι’ αυτό και στη συνέχεια συμβουλεύει• «’Εάν ούν εύρης άνδρα πνευματικόν και έμπειρον, δυνάμενόν σε ιατρεύσαι, ανεπαισχύντως και μετά πίστεως εξομολόγησον αυτώ ως τώ Κυρίω και ουκ ανθρώπω» (Ράλλη – Ποτλή, Σύνταγμα θείων και ιερών Κανόνων, σ. 372).
Και είναι πολύ σωστή η παρατήρηση αυτή. Διότι ο Πνευματικός θα πρέπει να είναι σε θέση να διακρίνει πότε χρειάζεται αυστηρότητα και πότε επιείκεια, διαφορετικά θα βλάψει αντί να ωφελήσει. ῞Ολοι οι άνθρωποι δεν είναι επιδεκτικοί της ίδιας μεταχειρίσεως. ’Εκείνον που ενδεχομένως ωφελεί η αυστηρότητα, δεν τον ωφελεί η επιείκεια. Κι ενώ ο ένας χρειάζεται χαλινάρι, ο άλλος έχει ανάγκη από ώθηση. ’Εκείνο που τον έναν τον βλάπτει, τον άλλον τον ωφελεί. «Τους μέν έπαινος ώνησε (= ωφέλησε), τους δε ψόγος (= επίπληξη)…, τους μέν παράκλησις (παρηγοριά) κατορθοί, τους δε επιτίμησις», όπως γράφει Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός (Μαώοό Ρ.υ. 35, 493). ’Αλλοίμονο μάλιστα στον Πνευματικό που συνιστά τα ίδια φάρμακα και συμπεριφέρεται με τον ίδιο βαθμό αυστηρότητας και επιείκειας σε όλους τους εξομολογουμένους. Θα αποτύχει στο έργο του και θα βλάψει και τις ψυχές.
’Επιβάλλεται, λοιπόν, να βρείς διακριτικό και έμπειρο Πνευματικό. Αυτός θα σου εμπνεύσει αμέσως εμπιστοσύνη. Σ’ αυτόν αποκάλυψε τα μύχια της καρδιάς σου και μην ανησυχείς. ῾Η ψυχή σου θα οδηγηθεί στην οδό της σωτηρίας. ῞Ενα σημείο λεπτό τονίζει σχετικά και ο αββάς Μωυσής. Δεν είναι, λέει, πάντοτε η μεγάλη ηλικία που απαραίτητα αποδεικνύει σοφία και διάκριση. Πολλοί Πνευματικοί μεγάλης ηλικίας λένε αψυχολόγητα και ανεφάρμοστα πράγματα, τα οποία βλάπτουν αντί να ωφελούν• «Ου τοίς τυχούσι δεί καταπιστεύειν τα της καρδίας απόκρυφα, αλλά…διακριτικοίς, και παρά πολλών μεμαρτυρημένοις, ουχί τοίς διά χρόνον μόνον πεπολιωμένοις• πολλοί γάρ προς μόνην την ηλικίαν και το έξωθεν σχήμα αποδίδοντες και τους εαυτών λογισμούς αναθεμένοι, αντί θεραπείας, εις απόγνωσιν διά της απειρίας των ακουόντων ενέπεσον» (Ευεργετινός, τ. Α´, σ. 67).
Μην δικαιολογείσαι, λοιπόν, χριστιανέ μου, ότι δήθεν δεν έχεις εμπιστοσύνη. ῎Αν ενδιαφέρεσαι ειλικρινά για την κάθαρση της καρδιάς σου, θα βρείς τον άξιο της απόλυτης εμπιστοσύνης Πνευματικό ιατρό. Και υπάρχουν, δόξα τώ Θεώ, πάρα πολλοί. ’Αρκεί να ψάξεις. Θα το κάνεις;
* Από το βιβλίο «ΜΕΤΑΝΟΙ ΚΑΙ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ
του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου πρ. Πειραιώς κ. Καλλινίκου
που κυκλοφορείται από τις εκδόσεις «ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ».

Για τις προγαμιαίες σχέσεις και τη δύναμη του Μυστηρίου του Γάμου



στέφανα

Τι λέγει ο π. Επιφάνειος Θεοδωρόπουλος

Πολλοί είναι οι ευλαβείς χριστιανοί που θέτους το ερώτημα: Αν κάνουμε έρωτα 5 λεπτά πριν το γάμο είναι αμαρτία, ενώ αν κάνουμε έρωτα 5 λεπτά αργότερα είμαστε εντάξει;
Ακριβώς αυτή είνε η φύσις και η δύναμις και η αξία των Μυστηρίων. Να μεταβάλλουν πράγματα, να αλλοιώνουν καταστάσεις, να μεταμορφώνουν γεγονότα, να καθιστούν το αμαρτωλόν άγιον, το απηγορευμένον ευλογημένον, να υψώνουν το γεώδες εις τον ουρανόν. Ναι, «πέντε λεπτά» προ του γάμου είνε αμαρτία η σαρκική συνάφεια του ζεύγους· «πέντε λεπτά αργότερα» δεν είνε αμαρτία.
«Πέντε λεπτά» προ της ευλογίας του Ιερέως έχομεν επί της αγίας Τραπέζης «ψωμάκι» και «κρασάκι» «πέντε λεπτά (γράφε, εν δευτερόλεπτον,) αργότερα» έχομεν αυτό τούτο το τεθεωμένον Σώμα και Αίμα του Κυρίου μας!
«Πέντε λεπτά» προ της βαπτίσεως του κατηχουμένου είνε βαρύτατη αμαρτία ή μετάδοσις εις αυτόν της θείας Ευχαριστίας· «πέντε λεπτά αργότερα» η μετάδοσις είνε πράξις επιβεβλημένη και αγία.
«Πέντε λεπτά» προ της χειροτονίας του εις Επίσκοπον ο «εψηφισμένος» είνε Πρεσβύτερος και δεν δύναται να τελέση χειροτονίαν Κληρικού· «πέντε λεπτά αργότερα», συνεχιζόμενης της δια την ιδικήν του χειροτονίαν τελούμενης θείας Λειτουργίας, χειροτονεί Πρεσβύτερον και Διάκονον.
Αλλά διατί να μείνωμεν εις τα θειότατα και υπερφυσικά, τουτέστιν εις τα Μυστήρια της Εκκλησίας μας; Μήπως και εις τα «καθ’ ημάς», δηλ. τα ανθρώπινα, παρόμοια δεν ισχύουν;
«Πέντε λεπτά» προ της υπογραφής του Συμβολαίου υπό του συμβολαιογράφου και των συμβαλλομένων και της σφραγίσεώς του, είνε τούτο απλούς χάρτης· «πέντε λεπτά αργότερα» είνε δημόσιον έγγραφον δημιουργούν αναμφισβήτητους νομικάς συνεπείας (δικαιώματα και υποχρεώσεις) απροσμετρήτου ενίοτε εκτάσεως.
«Πέντε λεπτά» προ της υπογραφής της η διαθήκη ουδέν διαφέρει χάρτου περιτυλίγματος· «πέντε λεπτά αργότερα» έχει την δύναμιν να καθορίση την τύχην περιουσίας εκατοντάδων εκατομμυρίων.
«Πέντε λεπτά» προ της ορκωμοσίας του ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είνε απλούς πολίτης, εστερημένος οιασδήποτε ειδικής εξουσίας, «πέντε λεπτά αργότερα» δύναται να απολύση την Κυβέρνησιν και να διαλύση την Βουλήν…

Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012

Η ασκητική της ατεκνίας – π. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης


ceb1ceb3ceb9ceb1-ceb1cebdcebdceb1


α) Όταν γεννιέται ένα παιδί, ανθίζει η ελπίδα. Η γέννηση ενός παιδιού προσκομίζει χαρά και ευλογία θεϊκή όχι μόνο σε γονείς και οικείους, αλλά σε ολόκληρη την κοινωνία. Και το μέλλον μιας κοινωνίας προδιαγράφεται λαμπρό όταν έχει παιδιά και τα ανατρέφει «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου» (Εφεσ. 6,4). Θα σημειώναμε ότι η επένδυση στην  καλλιτεκνία είναι η αρίστη των επενδύσεων.
β) Αν η έλευση ενός παιδιού στον κόσμο προξενεί χαρά, απείρως μεγαλύτερη χαρά προξενεί η είδηση γέννησης της Θεοτόκου, που εντάσσεται στο σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου. Στο συναξάρι της Αγίας Άννης αναφέρεται: «O Kύριος ημών και Θεός θέλωντας να ετοιμάση διά τον εαυτόν του ναόν ζωντανόν, και οίκον άγιον διά να κατοικήση, απέστειλε τον Άγγελον αυτού προς τους δικαίους Iωακείμ και Άνναν. Aπό τους οποίους ηυδόκησε να γεννηθή η κατά σάρκα Mήτηρ αυτού». γ) «Kαι τούτον αποστείλας προεμήνυσεν, ότι θέλει συλλάβη η στείρα και γερόντισσα Άννα. Ίνα με την σύλληψιν της στείρας βεβαιώση την εκ της Παρθένου εδικήν του άσπορον σύλληψιν και άφθορον γέννησιν». Κι όπως αναφέρει ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, η διά του αγγέλου υπόσχεση του Θεού προς τους άτεκνους και προβεβηκότες την ηλικία προπάτορες ότι θα αποκτήσουν παιδί συνοδεύτηκε και από τη δική τους υπόσχεση να το αφιερώσουν στον Θεό. δ) Το γεγονός αυτό είναι λίαν διδακτικό για τους χριστιανούς, οι οποίοι δεν πρέπει να αποσυνδέουν την ατεκνία, την κυοφορία, τη γέννηση και την ανατροφή των τέκνων τους από το θείο θέλημα. Κάθε νέα ζωή ανάγεται στην προνοητική, συνεκτική και ζωοποιό θεία ενέργεια. Αποτελεί εκχύλισμα θείας αγάπης και πρόσκληση συμμετοχής στο μυστήριο της δημιουργίας. «Το τεκείν άνωθεν έχει την αρχήν, από της του Θεού προνοίας, και ούτε γυναικός φύσις, ούτε συνουσία, ούτε άλλο ουδέν αύταρκες προς τούτο εστίν», διδάσκει ο ιερός Χρυσόστομος. ε) Στις μέρες μας πολλά νέα ζευγάρια αντιμετωπίζουν πρόβλημα τεκνοποίησης. Το παράδοξο είναι ότι από το ένα μέρος με τις εκτρώσεις καταστρέφεται με ευκολία η ζωή στην αρχή της, ενώ από το άλλο υπάρχουν άτεκνα ζευγάρια που αγωνίζονται να τεκνοποιήσουν, αντιμετωπίζοντας σωρεία ηθικών διλημμάτων. Παράλληλα, πολλά παιδιά γεννιούνται ανεπιθύμητα, χωρίς να εισπράττουν μητρική και πατρική αγάπη. στ) Η υπογονιμότητα των νέων ζευγαριών δεν οφείλεται μόνο σε παθολογικά αίτια, αλλά και σε ψυχολογικές και πνευματικές αιτίες, που συνήθως δεν αναζητούνται. Η έλλειψη συζυγικής αρμονίας, αμοιβαίας αγάπης και ελπίδας στον Θεό, αλλά και η ατομιστική αντίληψη στον γάμο, εμποδίζουν την τεκνοποίηση. Έτσι, πολλά ζευγάρια καταφεύγουν στην ιατρική επιστήμη. Γεννιούνται όμως πολλά ερωτήματα: Μπορούν από μόνες τους οι εφαρμογές σύγχρονων μεθόδων αναπαραγωγής να λύσουν το πρόβλημα; Και όταν αυτές εφαρμόζονται, υπάρχει η αίσθηση στους επιστήμονες αλλά και στους υποψήφιους γονείς ότι λειτουργούν ως συνδημιουργοί Θεού και ότι πρέπει να εισέρχονται στα άδυτα του μυστηρίου της ζωής με πραγματικό δέος; ζ) Εδώ χρειάζεται πλήρης και υπεύθυνη ενημέρωση των άτεκνων ζευγαριών σε ιατρικό και θεολογικό επίπεδο, ώστε να μη βρεθούν προ εκπλήξεων και να αποφύγουν τις ψυχολογικές, ηθικές, νομικές, κοινωνικές και πνευματικές συνέπειες των αβασάνιστων επιλογών τους. Σημαντικό ρόλο παίζουν τόσο ο υπεύθυνος ιατρός όσο και ο διακριτικός πνευματικός, ο οποίος μπορεί κατά περίπτωση να οικονομεί τα πράγματα. Δεν πρέπει όμως να λησμονείται και η «ασκητική της ατεκνίας». Διότι υπάρχουν ζευγάρια, τα οποία δεν εμποδίζει η ατεκνία να καλλιεργούνται πνευματικά και να τελειώνονται στην αγάπη. Τα ζευγάρια αυτά κατευθύνουν αλλού τον δημιουργικό τους πόθο, ωφελώντας απροστάτευτα παιδιά του κόσμου και ευεργετώντας την κοινωνία.

Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2012

Πως συγχωρούμε τους άλλους



Ποίος είναι ο «χρυσούς κανών»
Μορφωμένος άνθρωπος ό κ. Σταύρος. Με πτυχίο πανεπιστημίου και ξένες γλώσσες και πείρα ζωής. Δυσκολευόταν, όμως, στα πνευματικά. Δεν μπορούσε να καταλάβει και τα πιο απλά πράγματα. Όλα τα εξέταζε και τα πλησίαζε με αυστηρότητα. Ήταν σχολαστικά ηθικιστής. Δεν ήταν πρόθυμος να συγχώρηση εύκολα τους άλλους. Παντού έβλεπε αμαρτίες και αμαρτωλούς. Αυτό κάνουν όλοι οι ηθικιστές. Καθόταν τώρα απέναντι από τον Γέροντα Ίάκωβον, έναν ασκητικό ιερομόναχο, με ροζιασμένα χέρια και ένοιωθε σαν μαθητούδι μπροστά στον δάσκαλο. Ερωτήσεις πολλές. Αντιρρήσεις περισσότερες. ‘Αλλά και οι απαντήσεις σοφές και αποκαλυπτικές.
Ρώτησε τον Γέροντα για το σοβαρό (το σοβαρώτερον;) θέμα της συγχωρήσεως των άλλων ανθρώπων, πού δυσκολεύονταν να το κατανόηση:
—Αφού βλέπω καθαρά και ολοφάνερα τον άλλον να άμαρτάνη, πως να τον συγχωρήσω; Δεν έχω δίκαιο;
—Όλους μας βλέπει ό Θεός αδιάκοπα και ξέρει καθαρά και ολοφάνερα ότι αμαρτάνουμε. Γιατί μας συγχωρεί και μας ανέχεται και μας περιμένει να. μετανοήσουμε και να ζητήσουμε άφεση αμαρτιών;
—Πάλι δεν σας καταλαβαίνω, πάτερ μου. Τι πρέπει να κάνουμε; Να πούμε στην αμαρτία μπράβο; Να την επαινέσουμε σιωπώντας;
—Ποτέ δεν πρέπει να επαινούμε την αμαρτία, είπε ό π. Ιάκωβος. Συγχωρούμε τον αμαρτωλό και όχι την αμαρτία. Εάν δεν κάνουμε αυτήν την διάκριση, αυτό το ξεχώρισμα μεταξύ αμαρτίας και αμαρτωλού, θα βρισκόμαστε πάντοτε σε λάθος δρόμο.
—Τότε, τι πρέπει να κάνουμε; Πώς να αντιμετωπίζουμε αυτό το θέμα; —Έχεις δει τοις σιδεράδες, πού μαστορεύουν τα σίδερα; Δεν τα πιάνουν τα αναμμένα σίδερα με τα χέρια τους, γιατί θα καούν, εξήγησε ό Γέροντας. Έχουν ειδικές τσιμπίδες και δαγκάνες και έτσι τα πλησιάζουν και τα μαστορεύουν. Το ίδιο πρέπει να κάνουμε και για κάθε πρόβλημα και για κάθε θέμα, πού πλησιάζουμε. Να έχουμε τα κατάλληλα εργαλεία και στα πνευματικά θέματα τις κατάλληλες προϋποθέσεις. Αυτό ισχύει και για το θέμα της συγχωρήσεως των άλλων.
—Μα, πάτερ μου, εγώ έθεσα ένα συγκεκριμένο ζήτημα. Πώς μπορούμε να συγχωρήσουμε κάποιον, πού αμάρτησε φανερά και χωρίς καμία δικαιολογία. Εγώ θέλω να μάθω τι πρέπει να κάνω στην περίπτωση αυτή.
—Το «χωρίς καμιά δικαιολογία» πρέπει να το αφήσουμε στην άκρη, γιατί δεν μπορούμε να ξέρουμε, είπε ό π. Ιάκωβος. Μόνον ό Θεός γνωρίζει τα βάθη της ψυχής του κάθε ανθρώπου. Μόνον Εκείνος ξέρει τι συμβαίνει. Εμείς βλέπουμε άπ’ έξω. Εκείνος βλέπει το από μέσα. “Ας θυμηθούμε και την διδασκαλία του Χριστού για τα ποτήρια, όταν μιλούσε για την υποκρισία των Γραμματέων κοιτών Φαρισαίων. ‘Απ’ έξω φαίνονται καθαρά. Μέσα, όμως, είναι γεμάτα από βρωμιά και αδικία και αρπαγή. Να το πω και με ένα άλλο παράδειγμα. Όταν πηγαίνουμε στο γιατρό να μας θεραπεύσει, δεν του λέμε εμείς τι να κάνη. Εκείνος ξέρει τη δουλειά του. Εμείς απλώς του λέμε ότι πονάμε και σε ποιο μέρος υποφέρουμε. Τη στιγμή, πού λέμε «εγώ θέλω» σταματούμε την διαδικασία της γνώσεως, για το θέμα, πού πρέπει να μάθουμε. Ή αλήθεια μας δίδεται όταν τη ζητήσουμε ταπεινά, όπως ζητούμε την υγεία μας από τον γιατρό. Δεν μπορούμε να διατάξουμε την αλήθεια, άλλα να την παρακαλέσουμε να μας δοθεί, να μας αποκαλυφθεί. Γιατί ή αλήθεια είναι ό Θεός, πού δεν μπορούμε να τον διατάξουμε, άλλα μόνον να τον παρακαλέσουμε και να τον αγαπήσουμε.
—Ναι, πάτερ μου, αλλά τότε τι γίνεται; Αν δεν πω στο γιατρό εγώ τι θέλω πώς θα με εξέταση και πώς θα με θεραπεύσει;
—Όχι, όχι, όχι, παιδί μου, αυτό είναι λάθος, ξανάπε ό Γέροντας. Ό γιατρός ξέρει τι θέλεις, όταν τον επισκέπτεσαι. Εσύ το μόνο, πού μπορείς να πεις είναι ότι πονάς και σε ποιο σημείο νοιώθεις τον πόνο σου. Τα υπόλοιπα είναι δική του δουλειά. Γι’ αυτό και οι Άγιοι Πατέρες μας συμβουλεύουν να προσευχόμαστε σαν τα μικρά παιδιά, πού κλαίνε όταν πονούνε. Και δείχνουνε το μέρος όπου πονάνε.
—Πάλι δεν το καταλαβαίνω, πάτερ μου, το νόημα των λόγων, πού μου λέτε, απάντησε ό κ. Σταύρος. Δεν πονώ εγώ, αλλά θέλω να ξέρω τι στάση, να κρατήσω σε κάποιον, πού αμάρτησε φανερά. Θα τον συγχωρήσω ή όχι;
Συγχώρηση πρέπει να τη δίνουμε σε όλους, όπως κάνει και ό ίδιος ό Θεός. «Βρέχει επί δικαίους και αδίκους», λέγει το Εύαγγέλιον. Διότι όλοι είμαστε αμαρτωλοί και όλοι θα έπρεπε να καταδικασθούμε, για τις αμαρτίες μας, λίγες ή πολλές. Για αυτό πρέπει να συγχωρούμε και να ευχόμαστε στον Θεό να συγχώρηση και τον αμαρτωλό και εμάς, πού αμαρτάνουμε και πολύ συχνά δεν καταλαβαίνουμε τι κάνουμε ή τι δεν κάνουμε. Αν, όμως, είμαστε αδύναμοι πνευματικός και ή συμπεριφορά του αλλού μας επηρεάζει αρνητικά, τότε πρέπει να μη τον κατηγορούμε, αλλά να τον αποφεύγουμε και να μη έχουμε μαζί του συναναστροφές και συνέπειες. Και αν είναι αιρετικός τότε να τον αποφεύγουμε τελείως και να μη τον δεχόμαστε. Γιατί ή συντροφιά με τους αιρετικούς είναι επικίνδυνη, μπορεί να μας δηλητηρίαση και να μας θανάτωση πνευματικά. Γενικώς για τους αμαρτωλούς πρέπει να θυμόμαστε τα λόγια του Μ. Βασιλείου: «Φθείρουν ήθη χρηστά ομιλίαι κακαί».
Δηλαδή ή συντροφιά με τους αμαρτωλούς μπορεί να φθείρει και τους καλούς χαρακτήρες.
—Αυτό το γνωρίζω, συνέχισε ό κ. Σταύρος, πού επέμενε στην γνώμη του. Αυτό, πού δεν ξέρω είναι το πώς και το γιατί της συγχωρήσεως των άλλων ανθρώπων.
—Το πώς μας το είπε ό Χριστός: « Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ίω. ιε’ 5). Χρειάζεται ή δική του βοήθεια, είπε ό Γέροντας. Για αυτό και πρέπει να ζητούμε συνεχώς την βοήθεια του. Αν εκείνος δεν βοηθήσει, τίποτε καλό δεν μπορούμε να κάνουμε. Όσον για το «γιατί», αυτό μας το λέγει το Ευαγγέλιο: «Εάν γαρ άφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ό πατήρ υμών ό ουράνιος• εάν δε μη άφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, ουδέ ό πατήρ υμών αφήσει τα παραπτώματα υμών» (Ματθ. στ’ 14 -15). Να γιατί πρέπει να συγχωρούμε τους άλλους, όσον και αν αμάρτησαν. Από την συγχώρηση, αγαπητέ μου, αρχίζει ή αγάπη. Διάβασε το ιγ’ Κεφάλαιο της Α’ Επιστολής του Αποστόλου Παύλου προς Κορινθίους και τότε θα καταλάβετε το γιατί πρέπει να συγχωρούμε.
—Την έχω διαβάσει, πάτερ μου, αλλά πάλι αδυνατώ να κατανοήσω τι θέλετε να πείτε με το πώς και το γιατί…
—Τότε θα σου μιλήσω, φίλτατε, με άλλο παράδειγμα, για να γίνω πιο σαφής, ξανάπε ό π. Ιάκωβος. Άνοιξε την δεξιά σου παλάμη από το μέσα μέρος και τέντωσε την όσον μπορείς.
Ό κ. Σταύρος τέντωσε την παλάμη του δεξιού του χεριού και περίμενε. Τότε ό Γέροντας πήρε το ποτήρι με το νερό, πού βρισκόταν πάνω στο τραπέζι και έριξε λίγο πάνω στην παλάμη του επισκέπτη του. Το νερό, καθώς ήταν φυσικό, κύλησε από το χέρι και χύθηκε κάτω και δεν έμεινε στην ανοιχτή παλάμη ούτε σταγόνα.
—Τώρα κάνε κούρμπα την παλάμη σου, είπε ό Γέροντας.
—Τι θα πει κούρμπα, πάτερ μου; Δεν ξέρω την λέξη…
—Κούρμπα στο χωριό μου λένε την καμπύλη, εξήγησε ό π. Ιάκωβος. Κάνε, λοιπόν, την παλάμη σου κυρτή, σαν λακκούβα, όπως παίρνεις το νερό, για να πλυθείς.
Υπάκουσε ό κ. Σταύρος και ό Γέροντας έριξε πάλι στην χούφτα του λίγο νερό από το ποτήρι και έμεινε το νερό στο χέρι του κ. Σταύρου.
—Αυτό είναι, πού πρέπει να κάνουμε όταν θέλουμε να μάθουμε μιαν αλήθεια και πιο πολύ όταν θέλουμε να συγχωρήσουμε κάποιον αμαρτωλό, εξήγησε ό π. Ιάκωβος. Σκύβουμε το κεφάλι της λογικής μας μπροστά στην αλήθεια, ταπεινώνουμε τον εαυτό μας, πού νομίζει ότι όλα τα ξέρει και όλα μπορεί να τα καταλάβει, ομολογούμε την αδυναμία μας και τότε ό Θεός μας δίνει άφθονη την χάρη του και για να καταλάβουμε και για να ενεργήσουμε σωστά. Αυτό κάνουμε και όταν θέλουμε να συγχωρήσουμε και να πλησιάσουμε τον Χριστό της αγάπης, πού συγχωρεί και βοήθα όσους ζητούν ταπεινά την βοήθεια του. Χωρίς ταπείνωση, ούτε τον εαυτόν μας μπορούμε να συγχωρήσουμε και να τον αγαπήσουμε πραγματικά. Αυτό μας δίδαξε ό Χριστός και με την ζωήν και με τον λόγον του. Και αυτό πρέπει να κάνουμε κι εμείς, αν θέλουμε να δούμε «Θεού πρόσωπον». Να ταπεινωθούμε πρώτα μπροστά στον Θεόν, ως αμαρτωλοί, πού είμαστε και Εκείνος θα μας βοηθήσει να ταπεινωθούμε και μπροστά στους ανθρώπους, να τους συγχωρήσουμε και να καταλάβουμε ότι αλλιώς δεν γίνεται τίποτα.
Ό κ. Σταύρος φαίνεται ότι κατάλαβε αυτήν τη φορά και έσκυψε το κεφάλι του μπροστά στον Γέροντα, σαν να ζητούσε συγχώρηση για την διανοητική του έπαρση και την ψυχική του αλαζονεία. Γιατί αυτό το νόσημα της έπαρσης και της αλαζονείας τυφλώνει και ξεστρατίζει την ψυχή του ανθρώπου. Τότε ό π. Ιάκωβος, πού είδε διακριτικά την μεταστροφή του επισκέπτη του, θέλησε να βάλει, ωσάν περισπωμένη στο ρήμα «αγαπώ» τον επίλογο της κουβέντας τους, είπε:
—Ό Χριστός μας έδωσε τον λεγόμενον «χρυσόν κανόνα» ζωής ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους: «Πάντα ούν όσα αν θέλητε ‘ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, ούτω και υμείς ποιείτε αυτοίς ούτος γαρ εστίν ό νόμος και οι προφήται» (Ματθ. ζ’ 12). Δηλονότι, αν θέλεις να σε συγχωρούν οι άλλοι, συγχώρησε τους άλλους πρώτος εσύ. Αμήν.

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012

Η πραγματική προσευχή



Λέγοντας όμως προσευχή, δεν εννοώ την τυπική προσευχή και εκείνην που γίνεται αδιάφορα, αλλά εκείνην που απευθύνεται από ψυχή πονεμένη και από διάνοια συγκεντρωμένη.
Αυτή η προσευχή είναι εκείνη που ανεβαίνει στον ουρανό. Και όπως ακριβώς τα νερά, όταν κυλούν σε επίπεδη επιφάνεια και έχουν μεγάλη ευρυχωρία, δεν ανεβαίνουν ψηλά˙ ενώ όταν τα χέρια των υδραυλικών τα περιορίσουν και τα πιέσουν από κάτω με τη βοήθεια μηχανημάτων, τότε εξ αιτίας της πιέσεως εκσφενδονίζονται πιο γρήγορα και από το βέλος, αυτό συμβαίνει και με την ανθρώπινη διάνοια˙ όσο βρίσκεται μέσα στην άνεσι, τότε και την απολαμβάνει, παραλύει και αποχαυνώνεται˙ ενώ όταν την ταλαιπωρήση και τη πιέση δυνατά κάποια θλίψι, τότε αναπέμπει στον Θεό καθαρές και θερμές προσευχές. Και για να μάθης ότι εκείνες οι προσευχές μπορούν να εισακουσθούν που γίνονται με θλίψι, άκουσε τι λέγει ο Προφήτης˙ «Προς τον Κύριο φώναξα δυνατά την ώρα της θλίψεως και με άκουσε» ( Ψαλμ. 119, 1 ).

Ας διαθερμάνουμε λοιπόν τη συνείδησί μας, ας θλίψουμε την ψυχή μας με την ανάμνησι των αμαρτημάτων μας, ας την θλίψουμε, όχι για να τη στενοχωρήσουμε, αλλά για να την ετοιμάσουμε να εισακουσθή από τον Θεό, για να την κάνουμε προσεκτική και επάγρυπνη και να μπορή να πλησιάζη τον ουρανό. Τίποτε δεν διώχνει τόσο πολύ την οκνηρία και την αδιαφορία, όσο η οδύνη και η θλίψις, η οποία συμμαζεύει από παντού τη διασκορπισμένη μας σκέψι και τη συγκεντρώνει στον εαυτό της. Εκείνος που θλίβεται και προσεύχεται με τον τρόπο αυτό, μετά την προσευχή του, θα μπορέση να δώση στην ψυχή του μεγάλη ευχαρίστησι. Και όπως η συγκέντρωσι των σύννεφων στην αρχή κάνει σκοτεινή την ατμόσφαιρα, όταν όμως μετά από συνεχή βροχή αποβάλλη όλους τους υδρατμούς, κάνει την ατμόσφαιρα γαλήνια και ωραία, το ίδιο συμβαίνει και με τη λύπη˙ όσο καιρό στριφογυρίζει μέσα μας, σκοτίζει το λογικό μας˙ όταν όμως εξωτερικευθή με τα λόγια της προσευχής και με τα δάκρυα που τα συνοδεύουν, τότε έρχεται μέσα στην ψυχή πολύ μεγάλη χαρά, διότι η βοήθεια του Θεού έρχεται όπως ακριβώς κάποια ακτίνα και φωτίζει τη διάνοια εκείνου που προσεύχεται.

Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου

Άλλαξε τον εαυτό σου, όχι τους άλλους!



Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας βασιλιάς που βασίλευε σε έναν πλούσιο τόπο. Κάποτε, έκανε ένα ταξίδι μέχρι τις πιο μακρινές περιοχές της χώρας του. Όταν γύρισε στο παλάτι του, παραπονέθηκε ότι τον πονούσαν τα πόδια του.
Ήταν η πρώτη φορά που έκανε ένα τόσο μεγάλο ταξίδι, και οι δρόμοι που πέρασε ήταν πολύ άγριοι, γεμάτοι πέτρες. Διέταξε λοιπόν το λαό του, να καλύψει κάθε δρόμο ολόκληρης της χώρας με μια στρώση δέρματα. Σίγουρα αυτό θα στοίχιζε χιλιάδες δέρματα αγελάδων και θα κόστιζε ένα υπέρογκο χρηματικό ποσό.
Τότε ένας από τους σοφούς υπηρέτες του, τόλμησε και του είπε, «Γιατί θα πρέπει να ξοδέψεις τόσα πολλά χρήματα, αντί να κόψεις ένα μικρό κομμάτι δέρμα και να καλύψεις τα πόδια σου;».
Ο βασιλιάς παραξενεύτηκε, αλλά σε λίγο συμφώνησε με την πρόταση αυτή να φτιάξει «παπούτσια» για τον εαυτό του». Μία λάθος τοποθέτηση στη ζωή, είναι να προσπαθούμε να αλλάξουμε τους άλλους ανθρώπους και να πιστεύουμε ότι αν αυτοί αλλάξουν, εμείς θα γίνουμε ευτυχέστεροι.
Στην ιστορία αυτή υπάρχει πράγματι ένα πολύτιμο μάθημα ζωής: Αν θέλεις να κάνεις τον κόσμο αυτόν ένα ευτυχισμένο τόπο για να ζεις, είναι καλύτερα να αλλάξεις τον εαυτό σου, την καρδιά σου, και όχι τον κόσμο.
(Άκης Αγγελάκης, Ιστορίες που θα θυμάσαι για πάντα, σελ. 81)

Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2012

Γιατί να μνημονεύου​με τους κεκοιμημέν​ους…



Ένας συγγραφέας, σε κάποια επίσκεψή του στον Πανάγιο Τάφο στα Ιεροσόλυμα, εγνώρισε έναν Αγιοταφίτη μοναχό. Ο μοναχός λοιπόν αναφερόμενος στους γονείς του είπε τα εξής:
« Ο πατέρας μου ήταν φτωχός, αλλά πολύ ευσεβής. Όταν επρόκειτο να γίνει Λειτουργία, περίμενε τον παπά στην πόρτα της Εκκλησίας. Ενώ η μητέρα μου δεν ήταν ασεβής, σπανίως όμως εκκλησιάζετο. Προτιμούσε την Κυριακή να καθίση σπίτι, να μαγειρέψη για την οικογένεια, να κάνη τις δουλειές του σπιτιού, παρά να πηγαίνη Εκκλησία.
Όταν εκοιμήθησαν οι δύο γονείς μου, είδα, λέγει ο μοναχός, και τους δύο στον ύπνο μου· και μεν ο πατέρας μου βρισκόταν σ’ένα ωραιότατο, πανευφρόσυνο περιβόλι κι εκεί απελάμβανε την ευτυχία του Παραδείσου, η δέ μητέρα μου με μεγάλο πόνο μου έλεγε: «Δός μου, παιδάκι μου, κι εμένα, να φάω λίγο απο το πιάτο σου ! Πεινάω!»
Την άλλη ημέρα, όταν ξύπνησα, σκέφθηκα, : Αφού είναι πεθαμένη η μητέρα μου, τι είδους φαγητό μπορεί να επιθυμή; Ασφαλώς, έχει ανάγκη απο πνευματική τροφή.
Χωρίς κανέναν δισταγμό πήγα στην Ιερά Μονή του Αγίου Σάββα και έδωσα τα απαραίτητα , με την παράκλησι να κάνουν ενα Σαρανταλείτουργο στο όνομα της μητέρας μου, με σκοπό να την υψώση λιγάκι ο Θεός, για να είναι μαζί με τον πατέρα μου, να χαίρωνται και να συνευφραίνονται στο κάλλος του Παραδείσου.
Πρίν όμως τελειώση το Σαρανταλείτουργο, στη μέση περίπου είδα στον ύπνο μου τον πατέρα μου να μου λέγη με σκυθρωπό ύφος
– Γιατί μου αφήρεσες την μερίδα μου;
Σας βεβαιώ, είπε ο μοναχός, οτί «κοκκάλωσα»! Δεν ήξερα τι να απαντήσω!
Την Άλλη ημέρα παρήγγειλα να προστεθή αμέσως και το όνομα του πατέρα μου στο Σαρανταλείτουργο και μόλις τελείωσε έκανα κι ένα δεύτερο και για τους δύο γονείς μου. Κατόπιν τους ξαναείδα να είναι αναπαυμένοι και ευχαριστημένοι, χωρίς πλέον να μου παραπονούνται.
Έκτοτε, πέρασαν πάρα πολλά χρόνια, περισσότερα απο είκωσι, κάνω συνέχεια Μνημόσυνα υπέρ αυτών και κάθε χρόνο απο ένα Σαρανταλείτουργο, για να έχουν περισσότερη ανάπαυσι εν Κυρίω»

Απο το βιβλίο:
Εμπειρίες κατα την Θεία Λειτουργία
Πρωτοπρεσβύτερου Στέφανου Κ. Αναγνωστόπουλου

Μπορούμε να κρίνουμε τους άλλους;


     «Πως όμως έδωσε εις αυτούς και τα κλειδιά των ουρανών; Διότι εάν δεν πρόκειται να κρίνουν, δεν θα έχουν καμμίαν δύναμιν και μάταια έλαβαν εξουσίαν του να μη συγχωρούν και του να συγχωρούν αμαρτίας. Εξ άλλου δε, εάν αυτό ήθελεν ισχύσει, όλα θα ανατραπούν, και εις τας Εκκλησίας και εις τα πόλεις και εις τα οικίας. Καθόσον εάν δεν κρίνουν ο κύριος τον δούλον και η κυρία την υπηρέτριαν και ο πατέρας τον υιόν και ο φίλος τον φίλον, θα αυξηθούν τα της κακίας. Και τι λέγω, ο φίλος τον φίλον; Εάν δεν κρίνωμεν τους εχθρούς μας, δεν θα ημπορέσωμεν ουδέποτε να καταργήσωμεν την έχθραν, αλλ' όλα θα γίνουν άνω-κάτω. [...]

Διότι εδώ, καθώς εγώ νομίζω, δεν παραγγέλει απλώς να μη κρίνει κανείς όλα τα αμαρτήματα, ούτε απλώς απαγορεύει να κάμνη κανείς αυτό, αλλά εννοεί αυτούς που είναι γεμάτοι απο αμέτρητα κακά και ελέγχουν άλλους δια τελείως ασήμαντα αμαρτήματα. [...] Τι λοιπόν; εάν κάποιος πορνεύει, λέγει, να μη είπω ότι είναι κακόν πράγμα η πορνεία, ούτε να διορθώσω αυτόν που κάμνει αισχράς πράξεις; Να τον διορθώσεις βέβαια, αλλά όμως όχι ωσάν αντίπαλος, ούτε ωσάν εχθρός που θέλει εκδίκησιν, αλλά ωσάν ιατρός παρασκευάζων φάρμακα. Διότι δεν είπε να μη συγκρατήσεις αυτόν που αμαρτάνει, αλλά να μη τον κρίνεις, δηλαδή να μη γίνεις αυστηρός δικαστής. Άλλωστε αυτό δεν έχει λεχθή, όπως προηγουμένως είπα, δια τα μεγάλα και απαγορευμένα, αλλά δι' αυτά που ούτε καν θεωρούνται αμαρτήματα. Δια τούτο και έλεγε, "τί δ βλέπεις τ κάρφος τ ν τ φθαλμ το δελφο σου;". Καθόσον πολλοί τώρα το κάμνουν αυτό. Και αν ιδούν μοναχόν να έχη περιττόν ένδυμα, προβάλλουν εις αυτόν τον νόμον του Κυρίου, ενώ οι ίδιοι αρπάζουν μύρια και καθημερινώς επιδίδονται εις την πλεονεξίαν, και αν τον ιδούν ν'απολαμβάνη αφθονωτέραν τροφήν, γίνονται αυστηροί κατήγοροι, ενώ οι ίδιοι καθημερινά μεθούν και κάνουν ζωή οργιώδη. [...]
"Υποκριτά". Διότι αυτού του είδους η κρίσις δεν γίνεται από ενδιαφέρον, αλλά από μισανθρωπίαν, και φέρει μεν το προσωπείον της φιλανθρωπίας, διαπράττει όμως πράξιν χειρίστης πονηρίας, αποδίδων εις τους συνανθρώπους του περιττάς ύβρεις και κατηγορίας, και αρπάζων την θέσιν του διδασκάλου, ενώ δεν είναι άξιος ούτε για μαθητής, ακριβώς δι' αυτό τον ωνόμασεν υποκριτήν. Διότι εσύ που είσαι τόσο αυστηρός προς τους άλλους, ώστε να βλέπης και τα μικρά παραπτώματα, πως δείχνεις τόσην αδιαφορίαν δια τα ιδικά σου, ώστε να παραβλέπεις και τα μεγάλα; "κβαλε πρτον τν δοκν κ το φθαλμο σου" . Βλέπεις ότι δεν απαγορεύει το να κρίνει κανείς, αλλά προτρέπει πρώτα να βγάζει το δοκάρι από τον οφθαλμόν του και τότε να διορθώνει τα παραπτώματα των άλλων; [...]
 Ώστε αν το κάμνεις από φροντίδα, φρόντισε πρώτα τον εαυτό σου, όπου είναι καθαρώτερον και μεγαλύτερον το αμάρτημα. Εάν όμως αδιαφορείς δια τον εαυτόν σου, είναι ολοφάνερον ότι και τον αδελφόν σου τον κρίνεις όχι από φροντίδα, αλλά επειδή τον μισείς και θέλεις να τον εξευτελίσεις. [...]
Η εντολή λοιπόν που έδωσε δια των λεχθέντων σημαίνει το εξής. Αυτός δηλαδή που είναι ένοχος δια μύρια κακά δεν πρέπει να είναι αυστηρός δικαστής των αμαρτημάτων των άλλων και προ πάντων όταν αυτά είναι μικρά. Μ' αυτό δεν καταργεί τον έλεγχον, ούτε την διόρθωσιν, αλλά απαγορεύει το να αδιαφορεί κανείς δια τα ιδικά του και να διαλαλεί τα ξένα παραπτώματα».

(Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, ΕΠΕ, τόμος 10)
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...