Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γεροντικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γεροντικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 13 Απριλίου 2013

Συγκλονιστική διήγησις περί κατακρίσεως



Ὁ μακαρίτης πνευματικὸς ἀπὸ τὴ σκήτη τῶν Καυσοκαλυβίων, παπα-Νικόδημος, μοῦ διηγήθηκε τὴν ἀκόλουθη ἱστορία, παρμένη ἀπὸ πατερικὰ Ἁγιορείτικα χειρόγραφα.

Ἕνας πιστὸς χριστιανός, πήγαινε ἐπὶ δεκαπέντε χρόνια στὸν πνευματικό του καὶ ἐξομολογοῦνταν τὶς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες του. Μιὰ μέρα ὅμως, ὅπως συνήθιζε, πῆγε στὸν πνευματικό του νὰ ἐξομολογηθεῖ καὶ ἀνοίγοντας τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ του βρῆκε τὸν πνευματικὸ νὰ πορνεύει μὲ μία γυναῖκα. Ἀμέσως βγῆκε ἔξω καὶ φεύγοντας εἶπε στὸν ἑαυτό του: «ἄχ, τί ἔπαθα ἀλοίμονο σὲ μένα, ἐγὼ ἔχω τόσα χρόνια ποὺ ἐξομολογοῦμαι σ᾿ αὐτόν, καὶ τώρα τί θὰ κάνω; Θὰ κολασθῶ; διότι ὅσα ἁμαρτήματα καὶ ἂν μοῦ συγχώρησε, ἐφόσον εἶναι τόσον ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος, εἶναι, τί εἶναι; εἶναι ὅλα ἀσυγχώρητα», ἔλεγε καὶ χτυπιόταν ὁ ἄνθρωπος γιὰ τὸ κακὸ ποὺ τὸν βρῆκε καὶ δὲν ἤξερε τί πρέπει νὰ κάνει.

Στὸ δρόμο ποὺ ἔφευγε, δίψασε. Προχώρησε λίγο καὶ μπροστά του βρέθηκε ἕνα μικρὸ ῥεματάκι, στὸ ὁποῖο ἔτρεχε γάργαρο καὶ πεντακάθαρο νερό. Ἔσκυψε καὶ ἤπιε. Ἤπιε τόσο ποὺ χόρτασε καὶ δὲν τοῦ ῾κανε καρδιὰ νὰ φύγει, ἀλλὰ ἤθελε νὰ πιεῖ καὶ ἄλλο ἀπὸ κεῖνο τὸ νεράκι. Σὲ μία στιγμὴ σκέφτηκε μὲ τὸ λογισμό του καὶ εἶπε: «ἂν ἐδῶ χαμηλὰ στὸ ῥέμα εἶναι τόσο καλό, τότε ὅσο πιὸ κοντὰ στὴν πηγή του, ἀπὸ ῾κεῖ ποὺ βγαίνει, τόσο καλύτερο θὰ εἶναι» καὶ μὲ τὴ σκέψη αὐτὴ ξεκίνησε νὰ βρεῖ τὴ πηγὴ τοῦ νεροῦ. Ὅταν ἔφτασε ὅμως ἐκεῖ, τί νὰ δεῖ;! βλέπει, τί βλέπει;! βλέπει τὸ νερὸ νὰ βγαίνει ἀπὸ ἕνα ψόφιο καὶ βρώμικο κουφάρι σκύλου, μέσα ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ σκυλιοῦ νὰ βγαίνει τὸ νερό! Τότε βαθιὰ ἀναστέναξε καὶ εἶπε: «Ἀλλοίμονο σὲ μένα τὸν ἄθλιο, μαγαρίστηκα ὁ ταλαίπωρος καὶ ἤπια ἀπὸ τὸ μολυσμένο αὐτὸ νερό, φαίνεται ὅτι εἶμαι πολὺ ἁμαρτωλὸς καὶ ἀκάθαρτος γιὰ νὰ μοῦ συμβοῦν αὐτὰ τὰ πράγματα».

Στὴν μεγάλη αὐτὴ στενοχώρια ποὺ βρισκόταν, τοῦ παρουσιάστηκε ἄγγελος Κυρίου καὶ τοῦ εἶπε: «Γιατί ἄνθρωπέ μου στενοχωριέσαι καὶ λυπῆσαι γιὰ τὰ πράγματα ποῦ σοῦ συμβαίνουν; Ὅταν ἤπιες τὸ νερὸ ἀπὸ τὸ ρεματάκι δὲν εὐχαριστήθηκες ποὺ βρῆκες πολὺ καθαρὸ καὶ δὲν τὸ χόρταινες νὰ πίνεις καὶ τώρα, ποὺ εἶδες τοῦτο ὅτι βγαίνει ἀπὸ τὸ ἀκάθαρτο στόμα τοῦ σκυλιοῦ, λὲς ὅτι μολύνθηκες; Ἂν ἀγαπητέ μου, ὁ σκύλος εἶναι ψόφιος καὶ ἀκάθαρτος, μὴ λυπῆσαι γι᾿ αὐτὸ ἐσύ, διότι τὸ νερὸ ποὺ ἤπιες ἐσὺ κι ὁ κόσμος ὅλος ποὺ πίνει, μπορεῖ νὰ βγαίνει ἀπὸ τὸ ἀκάθαρτο στόμα τοῦ σκύλου, ἀλλὰ τὸ νερὸ ποὺ βγαίνει δὲν εἶναι δικό του, εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ, εἶναι τοῦ Θεοῦ τὸ νερό.

Ἔτσι καὶ ὁ πνευματικός σου ποὺ σὲ ἐξομολογοῦσε, ἡ συγχώρηση ποὺ σοῦ ἔδινε δὲν ἦταν δική του, ἀλλὰ ἡ συγχώρηση εἶναι δωρεὰ τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνος τὴν δίνει, τὸ Πανάγιο Πνεῦμα τὴν χορηγεῖ σ᾿ αὐτὸν ποὺ καθαρὰ καὶ εἰλικρινὰ ἐξομολογεῖται τὶς ἁμαρτίες του καὶ τὶς ἀδυναμίες του. Μὲ τὴ διαφορὰ ὅτι, οἱ δωρεὲς καὶ τὰ χαρίσματα τοῦ Θεοῦ στοὺς ἀνθρώπους δίδονται μέσῳ τῆς ἱεροσύνης ἀπὸ τοὺς κανονικὰ χειροτονημένους καὶ ἔχοντας τὴν ἄδεια τῆς ἐξομολογήσεως καὶ τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν, ὅπως εἶπε ὁ Ἴδιος ὁ Δεσπότης Χριστὸς στοὺς ἁγίους Ἀποστόλους καὶ μαθητάς Του: «Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον. Ἄν τινων ἀφίεντε τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν, ἀφίενται αὐτοῖς. Ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται». Ἔτσι λοιπὸν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι ἔδωκαν τὴν ἐξουσίαν αὐτὴν στοὺς ἐπισκόπους καὶ διαδόχους αὐτῶν καὶ ἐκεῖνοι στοὺς κανονικὰ χειροτονηθέντας ἱερεῖς καὶ πνευματικούς. Ἐκ τοῦ λόγου τούτου καὶ διότι τελοῦν τὰ ἅγια Μυστήρια τοῦ Θεοῦ οἱ ἱερεῖς εἶναι ἀνώτεροι κατὰ τὸ ἀξίωμα καὶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν βασιλέα καὶ ἀνώτατον ἄρχοντα τοῦ λαοῦ. Ἀνώτεροι εἶναι οἱ ἱερεῖς ἀπὸ ὅλους, διότι ὁτιδήποτε κι ἂν εἶναι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ στὸν κόσμο, τὰ κοσμικὰ ἀξιώματα, ἀπὸ τὸν ἱερέα καὶ τὸν πνευματικὸ θὰ λάβει τὴ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν του, διότι δὲν ὑπάρχει ἄλλος δρόμος· αὐτὴ εἶναι ἡ Ἱερὰ Παράδοσις τῆς Ἁγίας Ἐκκλησίας μας».

Καὶ τώρα, λέγει ὁ ἄγγελος: «Πήγαινε νὰ βάλεις μετάνοια καὶ νὰ ζητήσεις συγχώρηση ἀπὸ τὸν πνευματικό σου ποὺ τὸν εἶδες νὰ ἁμαρτάνει καὶ παρακάλεσέ τον νὰ σὲ συγχωρήσει γιὰ τὴν κατάκριση ποὺ σὲ βάρος του ἔκαμες. Ὅσο δὲ γιὰ τὴν ἁμαρτία ποὺ ἐκεῖνος ἔκανε, ὁ Θεὸς θὰ τὸν ἐξετάσει καὶ αὐτὸς μόνο θὰ τὸν κρίνει, διότι ἐσὺ εἶδες αὐτὸν νὰ κάνει τὴν ἁμαρτία, δὲν μπορεῖς ὅμως νὰ γνωρίζεις ἂν αὐτὸς μετανόησε, ἢ τὸν τρόπο τῆς μετανοίας του. Ἔτσι ἐσὺ δὲν ἔχεις, ἐσὺ μὲν ἔχεις τὴν ἁμαρτία τῆς κατακρίσεως, ἐκεῖνος δέ, ἂν μετανοήσει θὰ τρυγήσει τοὺς καρποὺς τῆς μετανοίας καὶ τῆς διορθώσεώς του. Δὲν μποροῦμε λοιπὸν νὰ κρίνουμε κανέναν ἄνθρωπο».

Ὅταν ὁ ἄγγελος λοιπὸν τὰ εἶπε αὐτά, στὸν πιστὸ ἐκεῖνο χριστιανό, ἔγινε ἄφαντος. Ὁ δὲ χριστιανὸς σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴ τοῦ ἀγγέλου, γύρισε πίσω· πῆγε στὸν πνευματικό του, στὸν ὁποῖο διηγήθηκε ὅλα ὅσα εἶδε καὶ ἄκουσε ἀπὸ τὸν ἄγγελο Κυρίου καὶ ἔβαλε μετάνοια καὶ ὅταν εἶπε τὰ διατρέξαντα στὸν πνευματικό, ὅπως τοῦ εἶπε ὁ ἄγγελος, ὁ πνευματικὸς μὲ δάκρυα στὰ ματιὰ μετανόησε, ἔκλαψε πικρὰ καὶ ζήτησε συγχώρηση ἀπὸ τὸν Πολυέλεο, Πολυεύσπλαχνο καὶ Πανάγαθο Θεὸ καὶ διόρθωσε τὰ κακῶς διαπραττόμενα πρὸς δόξα Θεοῦ καὶ ψυχῆς σωτηρία αὐτοῦ.

Ὅταν μοῦ διηγήθηκε αὐτὰ ὁ πνευματικός μου, παπα-Νικόδημος, συνέχισε τὸν λόγο του καὶ μὲ ἀγάπη μου εἶπε: «γι᾿ αὐτὸ ἀδελφέ μου, Χαράλαμπε, (αὐτὸ ἔλαβε χώρα τὸ 1934, ποὺ δὲν ἤμουνα ἀκόμη μοναχός, καὶ μ᾿ ἔλεγε μὲ τὸ κατὰ κόσμον ὄνομά μου), δὲν ἔχουμε δικαίωμα ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι νὰ ἐξετάζουμε τὴ ζωὴ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων. Ὅπως λέει καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Σὺ τίς εἶ ὁ κρίνων, ἀλλότριον ἱκέτην;» (πρὸς Ρωμαίους ἀναφέρεται αὐτό). Πολὺ δὲ περισσότερο νὰ κρίνουμε τοὺς κληρικούς, τοὺς ἱερωμένους, τοὺς πνευματικούς, καὶ γενικὰ τοὺς ῥασοφόρους, τοὺς ὁποίους σκληρότατα δοκιμάζει ὁ Θεὸς καὶ μὲ μεγάλη πονηρία καὶ μαεστρία πολεμεῖ ὁ διάβολος, ὅπως λέει ὁ ἴδιος ὁ Θεός, μὴ κρίνετε ἵνα μὴ κριθῆτε, καὶ ἐν ᾧ κρίματι κρίνετε κριθήσετε, καὶ ἐν ᾧ μέτρω μετρεῖτε μετρηθήσετε ὑμῖν! Ἐμεῖς ὀφείλομε νὰ συγχωροῦμε τὰ σφάλματα τῶν ἄλλων καὶ νὰ μετανοοῦμε, νὰ κρίνουμε καὶ νὰ τιμωροῦμε τὸν ἑαυτό μας καὶ μόνον. Ἂν θέλουμε νὰ σωθοῦμε νὰ συγχωροῦμε τοὺς ἄλλους καὶ σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου, ποὺ λέει: ἐὰν ἀφήνετε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ Θεὸς τὰ παραπτώματα ὑμῶν, κατὰ τὸ ἄφετε καὶ ἀφεθήσεται ὑμῖν.

Ναί, ἀδελφοί μου, ἡ κατάκρισις εἶναι μεγάλη ἁμαρτία καὶ δὲν πρέπει ποτὲ νὰ ἀσχολούμεθα μὲ τὰ ἐλαττώματα καὶ μὲ τὶς παραβάσεις τῶν ἄλλων ἀνθρώπων! Δὲν ἔχουμε καμιὰ δουλειὰ ἐμεῖς. Ὁ καθένας ὅ,τι κάνει τὸ κάνει γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ἐμεῖς ὀφείλομε μόνο ὅ,τι βλέπουμε, ὅ,τι ἀκοῦμε νὰ συγχωροῦμε καὶ νὰ ἀγαποῦμε καὶ νὰ προσπαθοῦμε νὰ τοὺς βοηθοῦμε ὅσο εἶναι δυνατόν, ἀπὸ τὴ δική μας τὴν πλευρά.

Γέρων Πανάρετος Φιλοθεΐτης

Πέμπτη 4 Απριλίου 2013

Ο ιερέας, ο άγγελος και η παρατυπία!




Κάποιος γέροντας, καθαρός και άγιος, κάθε φορά πού λειτουργούσε, έβλεπε αγγέλους δεξιά κι αριστερά του.

Αυτός είχε παραλάβει την τάξη της λειτουργίας από τούς αιρετικούς, κι επειδή ήταν άπειρος στα θεία δόγματα, έλεγε τις ευχές της αναφοράς με απλότητα και ακακία, χωρίς να ξέρει ότι τις λέει εσφαλμένα.

Κάποτε όμως, από οικονομία Θεού, τον επισκέφθηκε ένας αδελφός πού γνώριζε καλά τα θεία δόγματα.

Ο αδελφός ήταν διάκονος, κι έτυχε να παρευρεθεί την ώρα πού ο γέροντας λειτουργούσε.

Διαπίστωσε λοιπόν το λάθος και του είπε: «Αυτά πού λες, πάτερ, στη λειτουργία δεν είναι της ορθοδόξου πίστεως».

Ο γέροντας όμως, επειδή έβλεπε την ώρα εκείνη αγγέλους, δεν έδωσε προσοχή στα λόγια του. Μα ο διάκονος επέμενε να ελέγχει την κακοδοξία: «Σφάλλεις, καλόγερε. Η Εκκλησία δεν τα παραδέχεται αυτά».

Τότε ο γέροντας, βλέποντας την επιμονή του διακόνου, ρώτησε σε κάποια λειτουργία τούς αγγέλους πού τον παράστεκαν: «Τι είναι αυτά πού μου λέει ο διάκονος;»

Καλά σου λέει, απάντησαν εκείνοι, να τα παραδεχθείς και γιατί τόσον καιρό δεν μου το λέγατε εσείς;

- Γιατί ο Θεός έτσι οικονόμησε: ο άνθρωπος να διορθώνεται από ανθρώπους.

Από τότε ο γέροντας διορθώθηκε, ευχαριστώντας το Θεό και το διάκονο.

Τετάρτη 3 Απριλίου 2013

Ο μέγας Βιτάλιος ... και οι πόρνες!!!



Ο μέγας Βιτάλιος αρχικά ησύχαζε στη μονή του μονάχου Σερίδωνος. Εκείνο τον καιρό (της πατριαρχίας του αγίου Ιωάννου) ήρθε στην Αλεξάνδρεια. Τη ζωή του εδώ, στην Αλεξάνδρεια, πολύ εύκολα θα μπορούσαν να την κατηγορήσουν οι άνθρωποι, στο Θεό όμως ήταν εξαιρετικά ευάρεστη, όπως τελικά αποδείχθηκε.Όταν ήρθε δηλαδή στην πόλη ο γέροντας – ήταν ήδη πάνω από εξήντα χρόνων – βάλθηκε να καταγράφει με επιμέλεια όλες τις πόρνες των διαφθορείων!

Συνάμα έπιασε δουλειά (κάπου), και συμφώνησε να παίρνει μεροκάματο δώδεκα οβολούς. Με τον έναν άπ’ αυτούς αγόραζε λούπινα και τα έτρωγε μετά τη δύση του ήλιου. Τους υπόλοιπους πήγαινε κάθε νύχτα και τους έδινε σε κάποια πόρνη, λέγοντας της:Πάρε τούτα (τα χρήματα), και φυλάξου αυτή τη νύχτα αμόλυντη για χάρη μου.Και μετά άπ’ αυτό, έμενε όρθιος ολόκληρη τη νύχτα σε μια γωνιά του πορνείου της γυναίκας εκείνης, κάνοντας μετάνοιες, ψελλίζοντας ακατάπαυστα ψαλμούς Και υψώνοντας ικετευτικά τα χέρια στο Θεό γι’ αυτήν. Έφευγε με την αυγή, αφού πρώτα την έβαζε να δεσμευθεί ότι δεν θα φανέρωνε σε κανέναν αυτό (πού είχε γίνει).Κάποιαν πάντως, πού τόλμησε να καταφρονήσει την υπόσχεση της Και ν’ αποκαλύψει το μυστικό, την έκανε ο γέροντας με την προσευχή του να δαιμονιστεί, ώστε να μην τολμήσει πια καμιά από τις άλλες να κάνει γνωστά όσα αφορούσαν τη ζωή του. Γιατί αυτός σ’ ένα μόνο αποσκοπούσε, στη σωτηρία ψυχών, Και προσευχόταν να συγχωρηθεί ή αμαρτία εκείνων πού μιλούσαν εναντίον του (συκοφαντικά)

.Το έργο τούτο του γέροντα έγινε αιτία να σωθούν πολλές. Γιατί βλέποντας οι γυναίκες την ολονύκτια ορθοστασία του Και τη γλώσσα του να υμνολογεί ακατάπαυστα το Θεό Και τη συνεχή προσευχή του για τη μεταστροφή Και τη σωτηρία τους, ξέκοβαν από τις αισχρές τους πράξεις, φρόντιζαν με επιμέλεια για τη σωφροσύνη, Και άλλες παντρεύονταν με νόμιμο σύζυγο, άλλες έμεναν έτσι, μακριά πια από τις αμαρτίες, ενώ άλλες εγκατέλειπαν εντελώς τον κόσμο, προτιμώντας τον μοναχικό βίο. Κανείς πάντως, όσο ζούσε (ο όσιος Βιτάλιος), δεν υποπτεύθηκε τη θεάρεστη κρυφή ζωή του. Γι’ αυτό ακριβώς, όταν κάποτε έβγαινε από το καταγώγιο της πιο διαβόητης πόρνης, τον συναντάει κάποιος ακόλαστος – μπαίνοντας εκείνος για ν’ αγοράσει τη βδελυρότητα -, Και τον χτυπάει μ’ όλη του τη δύναμη στο σαγόνι, λέγοντας:“Ως πότε, θεομπαίχτη, θα συνεχίζεις τις αισχρότητες σου;Σ’ αυτά ο γέροντας απάντησε: Φτωχέ μου, έχεις να δεχθείς τέτοιο χαστούκι, πού όλη σχεδόν ή Αλεξάνδρεια θα μαζευτεί άπ’ τις φωνές σου.

Πέρασε αρκετός καιρός, και ο άγιος εκείνος άνθρωπος αναχώρησε για τον Κύριο. Έμενε τότε σ’ ένα στενόχωρο κελλάκι, πού είχε χτίσει κάπου στη λεγόμενη Ηλιούπολη πόλη της Κάτω Αιγύπτου. Εκεί κάποιοι γείτονες του είχαν παραχωρήσει ένα μικρό παρεκκλήσι, οπού έκανε πολλές λατρευτικές συνάξεις. Όταν λοιπόν κοιμήθηκε, κανείς δεν το πήρε είδηση. Παρευθύς όμως εμφανίζεται ένας απαίσιος Αιθίοπας στον ακόλαστο εκείνο, πού τον είχε ραπίσει, και του καταφέρνει στο πρόσωπο ένα χτύπημα δυνατό και βροντερό – τόσο πολύ, πού ο κρότος ακούστηκε σε πολύ μεγάλη απόσταση – λέγοντας του συνάμα:Άρπαξε τούτο ‘δώ το χαστούκι, πού σου το στέλνει ο μοναχός Βιτάλιος, όπως σου το είχε πει.Αμέσως τότε ο ταλαίπωρος δαιμονίστηκε και άρχισε να κυλιέται (στη γη). Σύμφωνα με την πρόρρηση του αγίου, σχεδόν όλη ή Αλεξάνδρεια μαζεύτηκε γύρω του.Μόλις λοιπόν, μετά από πολλή ώρα, σηκώθηκε, άρχισε να ξεσκίζει τα ρούχα του. Σε μια στιγμή πετάχτηκε πάνω κι έτρεξε προς το σπιτάκι του αγίου, φωνάζοντας:Ελέησε με, δούλε του Θεού Βιτάλιε, γιατί πολύ αμάρτησα απέναντι στο Θεό και σε σένα!Όπως είδαν όλοι όσοι έτυχε να βρίσκονται εκεί, μόλις έφτασε στο σπιτάκι του γέροντα, το δαιμόνιο τον έριξε χάμω, τον έκανε να σπαράξει και μετά τον άφησε.

Όταν λοιπόν τα είδαν αυτά (οι παρόντες), μπήκαν μέσα και βρήκαν τον όσιο γονατιστό, να έχει παραδώσει στο Θεό την ψυχή του καθώς προσευχόταν. Ύστερα, σκύβοντας στο έδαφος, είδαν κάτι γραμμένο. Να τι έγραφε: Άνθρωποι της Αλεξάνδρειας, μην κρίνετε τίποτα πρόωρα, ώσπου να έρθει ο Κύριος”.Τότε ο δαιμονισμένος άρχισε να εξομολογείται μπροστά σε όλους ότι είχε κάνει εναντίον του δικαίου και ότι προφητικά του είχε πει εκείνος – αυτό πού είχε πάθει τώρα.Αμέσως ενημερώθηκε για όλα ο πατριάρχης, (ο άγιος Ιωάννης ο ελεήμων). Και μόλις ήρθε, μαζί με όλους τους κληρικούς του, Και διάβασε αυτό πού ήταν γραμμένο στο έδαφος, είπε:Παρά λίγο, αν παρασυρόμουν από τα λόγια των συκοφαντών, να έτρωγα εγώ εκείνο το ράπισμα!Τότε συγκεντρώθηκαν Και οι (πρώην) πόρνες, πλήθος, για την κηδεία του τίμιου σώματος, φέρνοντας αρώματα Και λαμπάδες Και θρηνολογώντας άπ’ τα βάθη της καρδιάς τους για τη στέρηση της διδαχής του, από την οποία πήγαζε τόση ωφέλεια. Τότε φανέρωσαν Και τη ζωή του, ότι δηλαδή δεν πήγαινε κοντά τους με πονηρό σκοπό, (αφού) ούτε τα μάτια του σήκωσε ποτέ σε καμιά τους ούτε τα χέρια τους άγγιξε με το χέρι του ούτε, πολύ περισσότερο, ξάπλωσε σε κάποιας το πλευρό

.Μερικοί όμως άρχισαν να τις κατηγορούν για τη σιωπή τους, λέγοντας ότι έτσι είχαν το κρίμα για το σκανδαλισμό πολλών. Εκείνες τότε πρόβαλλαν σαν απολογία την εντολή του αγίου καθώς Και την παιδαγωγική μάστιγα, με την οποία ο δαίμονας χτύπησε την ανυπάκουη.Αυτός πάλι πού είχε δώσει (στον άγιο) το ράπισμα Και το είχε πάρει πίσω, από τότε δεν παρέλειψε ποτέ να πηγαίνει στον τάφο του μακαρίου, πού αναδείχθηκε σε θησαυρό πολλών θαυμάτων, Και να τιμά (κάθε χρόνο) τη μνήμη του με την καθιερωμένη ψαλμωδία.Ύστερα από λίγα χρόνια έγινε Και μοναχός στη μονή του άββά Σερίδωνος. Μάλιστα, για την πολλή του ευλάβεια στον ιερό Βιτάλιο, του έδωσαν το κελί εκείνου. Έτσι έμεινε εκεί ως το θάνατο του, αφοσιωμένος στη ζωή της ησυχίας.Ό πατριάρχης πάλι ευγνωμονούσε ολόψυχα το Θεό, πού τον φύλαξε για να μην πει ή να σκεφτεί κάτι κακό για τη μακάρια Και άοίδιμη εκείνη ψυχή. Άλλα Και πολλοί από τους Αλεξανδρινούς, πού εύκολα κατέκριναν, διορθώθηκαν Και έκοψαν την κακή αυτή συνήθεια. Σε μερικούς μάλιστα ο πατριάρχης έλεγε:Πρέπει να προσέχουμε, αδελφοί,
Και να μην είμαστε εύκολοι στην κατάκριση.

Παρασκευή 8 Μαρτίου 2013

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΑΘΟΥΣ ΤΗΣ ΠΟΡΝΕΙΑΣ

1
Διάφορες διηγήσεις ωφέλιμες για τους πολέμους που ξεσηκώνει μέσα μας το πάθος της πορνείας


Είπε ο αββάς Αντώνιος: “Νομίζω πώς το σώμα έχει μία φυσική κίνηση που έχει γίνει ένα μ΄ αυτό, αλλά δεν ενεργεί χωρίς τη συγκατάθεση της ψυχής, σημειώνει μόνο στο σώμα μια απαθή κίνηση. Υπάρχει όμως και άλλη κίνηση που προέρχεται από το ότι τρέφουμε και περιποιούμαστε το σώμα με φαγητά και ποτά. Και η θερμότητα του αίματος που οφείλεται σ΄ αυτά, διεγείρει το σώμα σε ενέργεια.

Γι αυτό και έλεγε ο Απόστολος: “Μη μεθάτε με κρασί που οδηγεί στην ασωτεία”.

Αλλά και ο Κύριος, όταν έδινε εντολές στους μαθητές του, είπε:

“Προσέχετε μη σκληρύνουν οι καρδιές σας μέσα στην κραιπάλη και στη μέθη”.

Υπάρχει όμως και μια άλλη κίνηση σ΄ αυτούς που αγωνίζονται πνευματικά. Αυτή προέρχεται από την δολιότητα και τον φθόνο των δαιμόνων.

Ώστε πρέπει να γνωρίζουμε ότι τρεις σωματικές κινήσεις υπάρχουν. Μια η φυσική, η άλλη από απροσεξία στις τροφές και η τρίτη από τους δαίμονες”.


Είπε ο αββάς Ποιμήν:

“Όπως ο σωματοφύλακας του βασιλιά στέκεται στο πλάι του πάντοτε έτοιμος, το ίδιο και η ψυχή πρέπει να είναι σε εγρήγορση απέναντι στον δαίμονα της σαρκικής αμαρτίας”.

Διηγούνταν για την αμμά Σάρρα ότι υπέμεινε δεκατρία χρόνια σφοδρό πόλεμο από τον δαίμονα της πορνείας και ποτέ δεν προσευχήθηκε για να απομακρυνθεί ο πόλεμος, αλλά μόνο έλεγε: “Θεέ μου, δος μου δύναμη”.

Είπαν επίσης για την ίδια ότι κάποια φορά το πονηρό πνεύμα της πορνείας της επετέθη σφοδρότερα θυμίζοντάς την τα μάταια πράγματα του κόσμου αυτού.

Αλλά αυτή ανυποχώρητη χάρις στο φόβο του Θεού και την άσκησή της, ευθύς ανέβηκε στο δωμάτιό της να προσευχηθεί.

Της παρουσιάζεται τότε το πνεύμα της πορνείας σωματικά και της λέει:

“Εσύ με νίκησες, Σάρρα”.

Κι εκείνη απαντά: “Δεν σε νίκησα εγώ, αλλά ο Δεσπότης μου Χριστός”.


Είπε ένας Γέροντας: “Λέει ο εχθρός στον Πατέρα, στέλνω τους δικούς μου στους δικούς σου για να καταστρέψω τους δικούς σου. Κι αν δεν μπορώ να περάσω την πονηριά μου στους εκλεκτούς σου, τουλάχιστον τους δημιουργώ φαντασίες μέσα στη νύκτα”.

Και λέει σ΄ αυτόν ο Σωτήρας: “Εάν ποτέ το έκτρωμα θα κληρονομήσει τον πατέρα του, άλλο τόσο κι αυτό θα λογαριασθεί ως αμαρτία στους εκλεκτούς μου”.


Για την αντιμετώπιση των βλαβερών λογισμών αποκρίθηκε κάποιος Γέροντας:

“Παρακαλώ, αδελφέ, όπως σταματήσαμε τις βλαβερές πράξεις, ας σταματήσουμε και τους λογισμούς. Γιατί τι είμαστε, παρά χώμα που προήλθε από χώμα;”


Πολεμήθηκε κάποτε ένας μαθητής μεγάλου Γέροντα από σαρκικό πειρασμό.

Και ο Γέροντας βλέποντας τον κόπο του, του λέει: “Θέλεις να παρακαλέσω τον Θεό να σου ξαλαφρώσει τον πόλεμο;”

Κι αυτός είπε: “Όχι, αββά, γιατί αν και κοπιάζω, αλλά βλέπω καρπό από τον κόπο μου. Καλύτερα παρακάλεσε τον Θεό να μου δίνει υπομονή να τον αντέξω”.

Κι ο αββάς τότε του είπε: “Σήμερα διαπίστωσα ότι έχεις προκόψει και με έχεις ξεπεράσει”.


Είπε επίσης ο Γέροντας ότι οι πονηροί λογισμοί μοιάζουν τις μύγες που μπαίνουν μέσα στο σπίτι.

Αν λοιπόν τις σκοτώνεις τμηματικά, μία-μία καθώς μπαίνουν, δεν κουράζεσαι. Αν όμως αφήσεις να γεμίσει το σπίτι, πολύς κόπος θα χρειαστεί για να τις βγάλεις.

Μπορεί βέβαια να το κατορθώσεις, μπορεί όμως να αποκάμεις και να τις αφήσεις να σου ρημάξουν το σπίτι.


Είπε ένας Γέροντας: “Η αμεριμνία, η σιωπή και η καλυμμένη εσωτερική εργασία γεννούν την καθαρότητα”.

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013

Τα επτά στεφάνια




Ήταν ένας Γέροντας στη Θηβαϊδα που έμενε σ΄ ένα σπήλαιο και είχε έναν υποτακτικό μαθητευόμενο. Συνήθιζε ο Γέροντας κάθε βράδυ να του δίνει ωφέλιμες συμβουλές και μετά από τη νουθεσία, έκανε προσευχή και τον έστελνε να κοιμηθεί. Κάποτε συνέβη μερικοί ευλαβείς λαϊκοί, επειδή γνώριζαν τη μεγάλη άσκηση του Γέροντα, να τους επισκεφθούν και να προσφέρουν σ΄ αυτούς κάποιο φαγητό να φάνε. Αφού έφυγαν αυτοί, κάθισε πάλι ο Γέροντας το βραδάκι, όπως το συνήθιζε, και νουθετούσε τον αδελφό.

Την ώρα όμως που του μιλούσε, τον πήρε ο ύπνος. Και ο αδελφός έμεινε κοντά του, έως ότου ξυπνήσει και του κάνει την ευχή. Καθώς λοιπόν καθόταν πολλή ώρα και ο Γέροντας δεν ξυπνούσε, ενοχλήθηκε από τους λογισμούς του να πάει να κοιμηθεί χωρίς να του κάνει την απόλυση. Αλλά βίασε τον εαυτό του και αντιστάθηκε στον λογισμό και παρέμεινε. Πάλι όμως ενοχλήθηκε και δεν έφυγε.

Κατά τον ίδιο τρόπο ενοχλήθηκε επτά φορές και αντιστάθηκε στον λογισμό. Αργότερα, αφού είχε προχωρήσει η νύκτα, ξύπνησε ο Γέροντας και τον βρήκε να κάθεται δίπλα του και του λέει:

-Δεν έφυγες μέχρι αυτή την ώρα; Κι εκείνος είπε:

-Όχι, αββά, γιατί δεν μου ΄κανες απόλυση.

-Και γιατί -τον ρωτάει ο Γέροντας- δεν με ξύπνησες;

-Δεν τόλμησα -απαντά ο μαθητής- να σε σκουντήσω για να μη σου διακόψω τον ύπνο.

Σηκώθηκαν ευθύς, άρχισαν τον όρθρο και όταν τελείωσε η ακολουθία, απέλυσε τον αδελφό ο Γέροντας. Και την ώρα που καθόταν μόνος, ήρθε σε έκσταση και βλέπει κάποιον να του δείχνει έναν τόπο λαμπρό στον οποίο υπήρχε ένας θρόνος και επάνω στον θρόνο ήταν τοποθετημένα επτά στεφάνια.

Και ρώτησε αυτόν που του τα έδειχνε:

-Τίνος είναι αυτά;Κι εκείνος είπε:

-Του μαθητή σου. Τον τόπο και τον θρόνο του τα χάρισε ο Θεός για την υπακοή του. Και τα επτά στεφάνια τα κέρδισε αυτή τη νύκτα.

Απόρησε ο Γέροντας γι αυτό που άκουσε και γεμάτος από δέος καλεί τον αδελφό και του λέει:

-Πες μου, τι έκανες τη νύκτα αυτή;

-Συγχώρα με, αββά -απάντησε εκείνος- δεν έκανα τίποτε.

Ο Γέροντας νομίζοντας ότι από ταπεινοφροσύνη δεν ομολογεί, του είπε:

-Δεν θα σ΄ αφήσω να φύγεις, εάν δεν μου πεις τι έκανες ή τι σκέφτηκες τη νύκτα αυτή.

Αλλά ο αδελφός επειδή γνώριζε καλά ότι τίποτε δεν έχει κάνει, δεν είχε τι να πει.

Και λέει στον πατέρα:

-Αββά, δεν έκανα τίποτε, παρά μόνο ότι ενοχλήθηκα από λογισμούς επτά φορές

να φύγω χωρίς να μου κάνεις την απόλυση, αλλά δεν έφυγα.

Όταν τ΄ άκουσε αυτό ο Γέροντας, κατάλαβε ότι κάθε φορά που πάλευε και νικούσε τον λογισμό του, κέρδιζε ένα στεφάνι από τον Θεό. Στον αδελφό βέβαια δεν είπε τίποτε, αλλά τα διηγήθηκε αυτά σε ανθρώπους πνευματικούς χάριν ωφελείας, για να γνωρίζουμε ότι και για λογισμούς πού δεν έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα ο Θεός μας στεφανώνει.

Καλό λοιπόν είναι να βιάζουμε πάντοτε τον εαυτό μας από αγάπη για τον Θεό.

Γιατί η Βασιλεία των Ουρανών βιάζεται και την αρπάζουν αυτοί που αγωνίζονται


Πηγή: Μέγα Γεροντικό Β', Ζ'

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

Ως άνθρωπος τα έκανα θάλασσα, ως Θεός λυπήσου με…


Έλεγαν για κάποιον αββά Απολλώ στην Σκήτη, ότι όταν ήταν στον κόσμο ήταν τσοπάνος αγροίκος (άξεστος και αφελής). Και συνέβη κάποτε να δει στο χωράφι κάποια γυναίκα έγκυο, και κυριευμένος από την ενέργεια του Διαβόλου είπε: «Θέλω να δω πώς είναι τοποθετημένο το βρέφος στην κοιλιά της». Και αφού την ξέσχισε, είδε το βρέφος. Και αμέσως ένιωσε χτύπημα στην καρδιά του και με συντριβή ήλθε στη Σκήτη και ανέφερε στους πατέρες αυτή την πράξη του.

Τους άκουσε να ψάλλουν: «οι ημέρες τής ζωής μας είναι εβδομήντα χρόνια, και όταν οι δυνάμεις μας είναι μεγάλες, ογδόντα χρόνια το παραπάνω από αυτά είναι κόπος και πόνος». Και τους είπε: «Είμαι σαράντα χρονών, και δεν έχω κάνει ούτε μία προσευχή. Και τώρα, αν ζήσω άλλα σαράντα χρόνια, δεν θα παύσω να προσεύχομαι στον Θεό να μου συγχωρήσει τις αμαρτίες μου».

Και, πράγματι, δεν ασχολιόταν ούτε με εργόχειρο, αλλά πάντοτε προσευχόταν λέγοντας: «Αμάρτησα ως άνθρωπος, λυπήσου με ως Θεός!» («εγώ μεν ως άνθρωπος ήμαρτον, Συ δε ως Θεός ελέησον»). Και η ευχή αυτή έγινε η μελέτη του νύκτα και ημέρα. Υπήρχε κάποιος αδελφός πού έμενε μαζί του και τον άκουσε να λέγει: «Σε ενόχλησα, Κύριε, άφησε με λίγο ν’ αναπαυθώ».
Και του δόθηκε «πληροφορία» ότι ο Θεός του συγχώρησε όλες τις αμαρτίες του, ακόμη και τον φόνο της γυναίκας. Για το παιδί όμως δεν έλαβε «πληροφορία». Και του είπε κάποιος από τους γέροντες: «Και τον θάνατο του παιδιού σου τον συγχώρησε ο Θεός, αλλά σ’ αφήνει, στον πόνο, γιατί συμφέρει στην ψυχή σου».

Ο ίδιος είπε για την υποδοχή των αδελφών, ότι πρέπει να προσκυνούμε τους αδελφούς που έρχονται να μας επισκεφθούν, επειδή δεν προσκυνούμε αυτούς, αλλά τον Θεό. «Γιατί, λέγει, είδες τον αδελφό σου, είδες τον Κύριο τον Θεό σου και αυτό, λέγει, το πήραμε από τον Αβραάμ. Και όταν δέχεσθε (τους αδελφούς), να τους πιέζετε να αναπαυθούν γιατί κι αυτό το μάθαμε από τον Λωτ πού πιεστικά φιλοξένησε τους αγγέλους».

Περί σωφροσύνης




Κάποτε διηγήθηκε ο Αββάς Αρσένιος μία ιστορία: Καθόταν ένας γέροντας στο κελί του και άκουσε μία φωνή να του λέει « έλα, να σου δείξω τα έργα των ανθρώπων». Σηκώθηκε και βγήκε έξω. Τον πήγε λοιπόν σε κάποιο τόπο και του έδειξε έναν Αιθίοπα που έκοβε ξύλα από τα οποία είχε φτιάξει ένα μεγάλο φορτίο. Προσπαθούσε στη συνέχεια να σηκώσει το φορτίο αλλά δεν μπορούσε. Αντί όμως να αφαιρέσει βάρος, έκοβε ξύλα και τα πρόσθετε στο φορτίο. Αυτό το έκανε συνέχεια.

Προχωρώντας πιο πέρα του έδειξε άλλον άνθρωπο να στέκεται σ΄ ένα λάκκο και να βγάζει νερό, το οποίο το μετέφερνε σε μια δεξαμενή τρύπια, ώστε το νερό να ξαναγυρίζει στο λάκκο. Έλα του είπε να σου δείξω και άλλον. Τότε βλέπει ένα Ναό και δύο άνδρες πού κάθονταν πάνω στα άλογά τους και κρατούσαν ο καθένας πλαγιαστά ένα ραβδί. Ήθελαν όμως να περάσουν από τη πόρτα του Ναού αλλά δεν μπορούσαν εξ αιτίας του ραβδιού που κρατούσαν πλαγιαστά.

Από υπερηφάνεια δεν ίσιωνε κανένας το ραβδί του και γι’ αυτό έμεναν και οι δύο εμπρός στη πόρτα του Ναού. Αυτοί είναι -είπε η φωνή- που κάνουν τους δίκαιους αλλά έχουν υπερηφάνεια και οι οποίοι δεν υποχωρούν ώστε να διορθώσουν τους εαυτούς τους και να ακολουθήσουν το ταπεινό δρόμο του Χριστού.

Γι’ αυτό μένουν εκτός της Βασιλείας του Θεού. Αυτός που έκοβε ξύλα είναι ο άνθρωπος που έχει πολλές αμαρτίες και αντί να μετανοήσει προσθέτει στις υπάρχουσες αμαρτίες και άλλες. Όσο για εκείνον που αντλούσε νερό, πρόκειται για τον άνθρωπο που κάνει βέβαια καλά έργα αλλά επειδή τα έργα του έχουν και πονηρία, γι’ αυτό χάνει και αυτά. Πρέπει λοιπόν κάθε άνθρωπος με σωφροσύνη να πράττει κάθε έργο του ώστε να μην κοπιάζει μάταια.

Από το Γεροντικό

Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2012

Να σε σπλαχνισθε​ί ο Θεός, άνθρωπέ μου, και να μη σου λογαριαστε​ί ως αμαρτία τίποτε απ’ όσα μου είπες”


lafsaikh

Υπήρξε κάποιος μοναχός στη Θηβαΐδα, με το όνομα Απολλώνιος. Αυτός φανέρωσε πάρα πολλές δυνάμεις της ενάρετης ζωής του, είχε αξιωθεί να γίνει και διάκονος. Ξεπερνώντας σε όλες τις αρετές όλους εκείνους πού κάποτε ευδοκίμησαν στο καιρό των διωγμών, ενθαρρύνοντας τούς ομολογητές του Χριστού, πολλούς τους έκανε μάρτυρες. Και αυτός επίσης, αφού συνελήφθη, τον φύλαγαν στη φυλακή, όπου πήγαιναν οι πιο φαύλοι εθνικοί και του απεύθυναν λόγια εξοργιστικά και βλασφημίες.
Ένας απ αυτούς, άνδρας, μουσικός αυλού και περιβόητος για τα ατοπήματά του, πήγε και τον έβριζε, λέγοντάς τον ανόσιο και απατεώνα, πλάνο και μισητό απ΄ όλους τούς ανθρώπους, και ότι έπρεπε να πεθάνει το ταχύτερο. Του είπε τότε ο Απολλώνιος:
- Να σε σπλαχνισθεί ο Θεός, άνθρωπέ μου, και να μη σου λογαριαστεί ως αμαρτία τίποτε απ’ όσα μου είπες.
Ακούγοντας αυτά εκείνος ο μουσικός, με το όνομα Φιλήμων, συγκινήθηκε πάρα πολύ από τα λόγια του που τον πλήγωσαν βαθιά. ‘Όρμησε αμέσως στο βήμα, παρουσιάσθηκε στον δικαστή και του είπε μπροστά στο λαό:
- Διαπράττεις αδικίες, δικαστή μου, τιμωρώντας θεοφιλείς και αθώους ανθρώπους. Γιατί οι Χριστιανοί ούτε κάνουν ούτε λένε τίποτε το φαύλο, αλλ’ αντίθετα ευλογούν και τους εχθρούς τους.
Αυτός στην αρχή νόμιζε πώς, λέγοντας αυτός αυτά, τον ειρωνευόταν και τον περιέπαιζε, όταν όμως τον είδε να επιμένει, είπε: Τρελάθηκες, άνθρωπέ μου, και έχασες ξαφνικά τα λογικά σου;
Κι αυτός του λέγει:
- Δεν τρελάθηκα, αδικότατε δικαστή, γιατί είμαι Χριστιανός.
Ο δικαστής μαζί με το λαό με πολλά κολακευτικά λόγια προσπαθούσαν να τον πείσουν. Μόλις όμως είδε ότι είναι αμετάπειστος, τον παρέδωσε σε κάθε είδους βασανιστήρια. Άρπαξε από εκεί και τον Απολλώνιο και τον βασάνιζε, προξενώντας του πολλές σωματικές κακώσεις, επειδή τον θεωρούσε πλάνο.
Και ο Απολλώνιος του είπε:
- Θα ευχόμουν και συ, δικαστή μου, και όλοι οι δικαστές να με ακολουθήσουν σ’ αυτή μου την πλάνη.
Αυτός τότε διέταξε να τους κάψουν και τους δύο μπροστά σε όλο το πλήθος. Όταν τον έβαλαν στη φωτιά, παρουσία του δικαστή, απηύθυνε ο μακάριος Απολλώνιος παράκληση προς τον Θεό, ενώ άκουγε όλος ο λαός και ο δικαστής:
- Μη παραδώσεις, Κύριε, στα θηρία ψυχές που σε λατρεύουν, αλλά φανέρωσέ μας τον εαυτό σου με σημείο.
Αμέσως νεφέλη δροσερή και φωτεινή ήρθε και κάλυψε τους άνδρες, σβήνοντας τη φωτιά.
Θαυμάζοντας ο λαός και ο δικαστής, φώναζαν:
- Ένας είναι ο Θεός των Χριστιανών.
Κάποιος κακούργος όμως τα είπε αυτά στον έπαρχο της Αλεξάνδρειας, ο οποίος, αφού διάλεξε μερικούς βίαιους και άγριους προτέκτορες και ταξεώτες, τους έστειλε εκεί, με εντολή να τους φέρουν δεμένους όλους τούς γύρω από τον δικαστή και τον Φιλήμονα. Οδηγήθηκαν εκεί μαζί με αυτούς ο Απολλώνιος και μερικοί άλλοι πού ομολόγησαν την πίστη τους. Ενώ προχωρούσαν όλοι, τους επισκέφτηκε η χάρη του Θεού και άρχισε να διδάσκει τούς στρατιώτες. Επειδή και αυτοί συγκινήθηκαν και πίστεψαν στον Σωτήρα, οδηγήθηκαν όλοι δεμένοι στο βήμα. Βλέποντάς τους όλους έτσι ο έπαρχος και καταλαβαίνοντας ότι αυτοί δεν πείθονται, διέταξε να τους ρίξουν στο βυθό της θάλασσας, πράγμα πού έγινε σύμβολο του βαπτίσματός τους. Οι συγγενείς τους τούς βρήκαν ριγμένους στις όχθες της θάλασσας και έκαναν σ’ όλους μνήμα, στο οποίο γίνονται πολλά θαύματα. Τόσο μεγάλη δηλαδή ήταν η χάρη του άνδρα, ώστε να εισακουσθεί αμέσως και για όσους προσευχήθηκε, τιμώντας τον έτσι ο Σωτήρας. Τον είδαμε και εμείς στο μαρτύριο μαζί μ’ όλους εκείνους που μαρτύρησαν μαζί του. Και αφού προσκυνήσαμε τον Θεό, ασπαστήκαμε τα σκηνώματά τους στη Θηβαΐδα.

Από το Γεροντικό ,Αββάς Αγάθωνας



ασκητης4
Mια φορά, ο Αββάς Αγάθωνας, πήγαινε στην πόλη να δώσει το εργόχειρο του και να προμηθευτεί το λίγο ψωμάκι του, βρήκε κοντά στην αγορά ένα πτωχό γέρο ανάπηρο.
-Για την αγάπη του Θεού, Αββά, άρχισε τα παρακάλια ο γέρος μόλις είδε τον Όσιο, μη με αφήσεις και εσύ αβοήθητο τον δυστυχή, πάρε με κοντά σου.
Ο Αββάς Αγάθων τον έβαλε να καθίσει δίπλα του εκεί που αράδιασε τα καλάθια του για να τα πουλήσει.
-Πόσα λεπτά πήρες, Αββά; Τον ρωτούσε ο γέρος κάθε φορά που έδινε ένα καλάθι.
-Τόσα, του έλεγε ο Όσιος.
-Καλά είναι. Δεν μου αγοράζεις όμως μια μικρή πίττα, Αββά; Έτσι για να δεις καλό, που έχω από χθες βράδυ να φάγω.
-Μετά χαράς, έλεγε ο Όσιος και έκανε αμέσως την επιθυμία του.

Σε λίγο του ζήτησε φρούτα, ύστερα ένα γλυκό. Έτσι σε κάθε καλάθι που πουλούσε εξόδευε τα χρήματα, χάρη του προστατευόμενου του, εώς ότου έδωσε όλα τα καλάθια και όλα τα χρήματα ο Όσιος χωρίς να του μείνει για τον εαυτό του ούτε δίλεπτο. Και το σπουδαιότερο πως το έκανε με μεγάλη προθυμία, ενώ ήξερε πως είχε να περάσει τώρα τουλάχιστον μια εβδομάδα χωρίς ψωμί. Αφού έδωσε και το τελευταίο του καλάθι ετοιμάσθηκε να φύγει από την αγορά.
-Φεύγεις λοιπόν; Τον ερώτησε ο ανάπηρος.
-Ναι τελείωσα πια τη δουλεία μου.
-Αϊ τώρα θα κάνεις αγάπη να με πας ως το σταυροδρόμι και από εκεί φεύγεις για την έρημο, είπε πάλι παρακαλεστικά ο παράξενος γέρος.
Ο αγαθότατος Αγάθων τον φορτώθηκε στην πλάτη του και με πολλή δυσκολία τον μετέφερε εκεί που του ζητούσε γιατί ήταν κατάκοπος από την εργασία της ημέρας.
Σαν έφτασαν στο σταυροδρόμι και ετοιμάστηκε να αποθέσει κάτω το ζωντανό φορτίο του, άκουσε γλυκεία φωνή να του λέγει.
-Ευλογημένος να είσαι, Αγάθων, από τον Θεόν και στη γη και στον Ουρανό.
Εσήκωσε τα μάτια ο Όσιος να δει εκείνον που του ωμιλούσε. Ο δήθεν γέρος είχε γίνει άφαντος για τη ήτο Άγγελος σταλμένος από τον Θεόν να δοκιμάσει την αγάπη του Όσιου.

Το Μαγικό Χαρτάκι


Ένα μοναχός, που ζούσε σε κοινοβιακό μοναστήρι, πολεμούνταν από τους λογισμούς αναχωρήσεως από το κοινόβιο. Μία μέρα πήρε ένα χαρτί και κάθησε και έγραψε σ’ αυτό όλες τις αιτίες για τις οποίες οι λογισμοί του έλεγαν να φύγει.

Αφού τις απαρίθμησε όλες, από κάτω έγραψε και μία ερώτηση, που την απηύθυνε στον εαυτό του: «Τα υπομένεις όλα;». Τέλος, σαν απάντηση στην ερώτηση αυτή έγραψε:»Εις το όνομα Ιησού Χριστού του Υιού του Θεού, ναι, θα τα υπομένω!». Κι αφού τύλιξε το χαρτί, το έδεσε στη ζώνη του.

Όταν λοιπόν κάποια από τις αιτίες εκείνες του ερχόταν στο μυαλό και τον ενοχλούσαν οι λογισμοί της αναχωρήσεως από το κοινόβιο, εκείνος έτρεχε, πήγαινε ιδιαιτέρως, έβγαζε το χαρτί από τη ζώνη του και το διάβαζε. Κι όταν έφθανε στη φράση «Εις το όνομα του Ιησού Χριστού του Υιού του Θεού θα υπομένω..», απευθυνόταν στον εαυτό του και έλεγε: «Πρόσεξε ταλαίπωρε, γιατί δεν συμφώνησες με άνθρωπο αλλά με τον Θεό», και αμέσως ησύχαζε. Έτσι έκανε ο μοναχός αυτό όσες φορές κάποια αιτία δημιουργούσε στην ψυχή του ταραχή, και παρέμενε ατάραχος.

Όταν οι άλλοι μοναχοί αντιλήφθηκαν αυτό που κάνει ο αδελφός και πως ζει ειρηνικά διαβάζοντας εκείνο το χαρτί, ενώ αυτοί πολλές φορές εξ αιτίας του πειρασμού ταράζονταν, τον φθόνησαν και τον μίσησαν. Πήγαν όλοι μαζί στον ηγούμενο και του είπαν:

- Αββά, ο αδελφός αυτός είναι γόης και στη ζώνη του κρύβει μαγικά. Γι’ αυτό δεν μπορούμε να μείνουμε μαζί του. Ή θα διώξεις αυτόν από εδώ, ή εμάς.

Ο ηγούμενος, χωρίς να αγνοήσει την ενέδρα του εχθρού, γιατί γνώριζε την ταπείνωση και την ευλάβεια του μοναχού, τους λέει:

- Πηγαίνετε να προσευχηθείτε και θα προσεύχομαι και εγώ, και μετά από τρεις ημέρες θα σας απαντήσω.

Τη νύχτα, ενώ ο μοναχός κοιμόταν, πηγαίνει ο ηγούμενος με προσοχή, του λύνει τη ζώνη, και αφού διάβασε το χαρτί του φόρεσε πάλι την ζώνη και έφυγε. Όταν πέρασαν οι τρεις ημέρες, ήλθαν οι μοναχοί στον ηγούμενο, για να μάθουν την απάντησή του. Ο ηγούμενος καλεί τον αδελφό και του λέει:

- Γιατί σκανδαλίζεις τους αδελφούς;

Ο αδελφός πέφτει κάτω στο έδαφος και λέγει:

- Αββά, αμάρτησα, συχώρεσέ με, και να προσεύχεσαι για εμένα.

Ο αββάς τότε, απευθύνεται στους αδελφούς.

- Τι είπατε γι’ αυτόν;

Εκείνοι αποκρίνονται:

- Ότι είναι μάγος, και έχει τα μαγικά σύνεργα στη ζώνη του.

- Βγάλτε λοιπόν από τη ζώνη του τα μαγικά σύνεργα, του λέγει ο αββάς.

Εκείνοι όρμησαν να του λύσουν τη ζώνη, μα εκείνος δεν τους άφηνε.

- Κόψτε την, πρόσταξε ο ηγούμενος.

Όταν την έκοψαν, βρήκαν το «μαγικό χαρτί». Ο ηγούμενος δίνει τότε το χαρτί σε έναν από τους διακόνους, προστάζοντάς τον ν’ ανέβη σε ένα ψηλό μέρος και από εκεί να το διαβάσει. Και τούτο για να ντροπιαστεί περισσότερο ο πονηρός διάβολος, που έσπειρε στις ψυχές των αδελφών αυτή τη διαβολή.

Μόλις οι αδελφοί άκουσαν αυτά που έγραφε το χαρτί, και μάλιστα την τελευταία φράση, «Εις το όνομα του Χριστού θα τα υπομένω όλα», δεν ήξεραν απ’ την ντροπή τους τι να κάνουν. Έβαλαν μετάνοια στον ηγούμενο και του είπαν:

- Αββά, αμαρτήσαμε!

- Μη βάζετε μετάνοια σε εμένα, τους λέει ο ηγούμενος, αλλά στο Θεό και στον αδελφό που κατηγορήσατε, για να σας συγχωρέσει.

Πράγματι, έτσι έκαναν. Τότε ο αββάς λέει στον αδελφό:

- Ας προσευχηθούμε, αδελφέ στο Θεό να τους συγχωρέσει.

Και προσευχήθηκαν γι’ αυτούς.

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

Μοναχός έσωσε τη μητέρα του απο την κόλαση!



Ό επίσκοπος Κύρου Θεοδώρητος, ό όποιος έζησε τον Ε μ.Χ. αιώνα, διηγείται πώς μια φορά τον επισκέφθηκε ένας μοναχός, πού ερχόταν από πολύ μακριά. Τον έβαλε να ξεκουρασθή και να φάγη. Όταν έτρωγε ό μοναχός, παρατήρησε ότι χρησιμοποιούσε μόνο το αριστερό του χέρι και ότι το δεξί του ήταν τυλιγμένο με ένα παλιόρασο.
monaxos 
Ό επίσκοπος τον ρώτησε, όχι από περιέργεια άλλα από ενδιαφέρον, γιατί είναι τυλιγμένο το χέρι του και μάλιστα με ένα παλιόρασο τριμμένο, ενώ εφαίνετο από την όλη του ενδυμασία ότι δεν ήταν μοναχός ρακένδυτος. Μάλιστα, θέλησε να το τραβήξει για να δη, όπως υποψιαζόταν, αν υπήρχε κάποια πληγή στο χέρι του μονάχου, αλλά αυτός δεν τον άφησε και το σκέπασε γρήγορα, διότι άρχισε να βγαίνει αφόρητη δυσοσμία.

Κι ό μοναχός διηγήθηκε τα έξης στον επίσκοπο:
-Σεβασμιότατε, εγώ είχα μια μητέρα πολύ όμορφη, πάγκαλη, ή οποία, δυστυχώς, από πολύ νωρίς, άφ ότου χήρεψε, παρεσύρθη στον κακό δρόμο κι έγινε πόρνη.
Λόγω δε της μεγάλης ωραιότατος πού είχε, απέκτησε πολύ μεγάλη “πελατεία” και έγινε πολύ πλούσια κι έτσι εγώ μεγάλωνα μέσα στη χλιδή και στα πλούτη.

Όταν όμως μεγάλωσα και άρχισα να καταλαβαίνω τί γίνεται, βδελυσσόμενος αυτήν την κατάσταση της μητέρας μου, απομακρύνθηκα για ένα διάστημα από κοντά της και πήγα σε ένα μοναστήρι.
Πληροφορήθηκα όμως κάποια στιγμή ότι ή μητέρα μου αιφνιδίως πέθανε. Και όλη ή τεράστια εκείνη περιουσία, την οποία είχε κάνει από την αμαρτία, ήταν πλέον δική μου.
Πήγα λοιπόν και την περιουσία αυτή την μοίρασα όλη, μέχρι και της τελευταίας δραχμής, στους φτωχούς κι έφυγα για την Έρημο ξανά, προσευχόμενος για τη σωτηρία της μάνας μου. Βέβαια και για τον πατέρα μου, πού όταν είχε κοιμηθή, εγώ ήμουν μωρό.
Πάντα προσευχόμουν όμως στον Θεό, σαν μοναχός πού ήμουν, να με πληροφόρηση εάν οι ελεημοσύνες πού δόθηκαν σε όλα τα τότε γνωστά μοναστήρια, για να προσευχηθούν για την ψυχή της μητέρας μου και να κάνουν πολλά-πολλά σαρανταλείτουργα έπιασαν τόπο. Επήγα λοιπόν στα Ιεροσόλυμα, μετά από έναν χρόνο και διηγήθηκα στον τότε Πατριάρχη το όλο γεγονός. Και εκείνος μου είπε:

–Πολύ καλά έκανες βέβαια και μοίρασες όλη αυτή την τεράστια περιουσία στους φτωχούς και έδωσες στα μοναστήρια για να γίνονται Λειτουργίες στο όνομα της μητέρας σου, αλλά για τις πληροφορίες πού μου ζητάς να μάθεις που βρίσκεται ή ψυχή της μητέρας σου, εγώ δεν είμαι άξιος να σου απαντήσω. Ούτε όμως εδώ στα Ιεροσόλυμα και στα περίχωρα υπάρχει κάποιος προορατικός Γέροντας, πού να μπορεί να σε πληροφόρηση για μια τέτοια μεγάλη αποκάλυψη.
Παίρνοντας λοιπόν την ευχή του Πατριάρχου, πήγα στις Σκήτες της Θηβαΐδος της Αιγύπτου.’ Εκεί πράγματι γνώρισα πατέρας και ασκητής πολλούς, πού μου υπέδειξαν έναν Γέροντα, πολύ βαθιά στην Έρημο, ικανό να με βοηθήσει. Κι έτσι με έναν ντορβά στον ωμό, με λίγο νερό και ψωμί ξεκίνησα οδοιπορώντας για να βρω τον Γέροντα αυτόν.

krisΜου είπαν οι πατέρες ότι: «στην πρώτη σπηλιά πού θα συνάντησης, εκεί θα τον βρεις».
Και πράγματι, ύστερα από οδοιπορία τριάντα ήμερων βρήκα τη σπηλιά και τον άγιο εκείνο άνθρωπο, ό όποιος βγήκε στην είσοδο της σπηλιάς και με υποδέχθηκε.

Εκεί έπεσα στα πόδια του, του έβαλα μετάνοια, φίλησα τις άκρες των δακτύλων του και με δάκρυα στα μάτια του ανέφερα τη ζωή της μητέρας μου και ποιες ήταν οι ενέργειες μου για τη σωτηρία της ψυχής της, με τις ελεημοσύνες και τα σαρανταλείτουργα πού έκανα.

-Παιδί μου, λέει, αυτό πού ζητάς να μάθεις από μένα, είναι κάτι πάρα πολύ μεγάλο. ‘Αλλά όμως, αφού έκανες τόσο μεγάλο κόπο και τόσο μεγάλη πορεία τριάντα ήμερων για να φθάσης μέχρι εδώ, θα παρακαλέσουμε τον Θεό και οι δύο μαζί, να μας πει που περίπου βρίσκετε ι ή ψυχή της μητέρας σου.
Βγήκε λοιπόν έξω, στην πόρτα της σπηλιάς, πήρε μια πετρούλα κι έκανε έναν κύκλο, ό άγιος ασκητής και μου είπε:

-Σ αυτόν τον κύκλο μέσα έλα και στάσου όρθιος. Και θα μείνεις εδώ όρθιος, χωρίς να καθίσεις, επτά ήμερες. Ούτε θα φας ούτε θα πιεις ούτε θα κουνηθείς!’ Επτά μέρες κι επτά νύχτες όρθιος και ακίνητος διαρκώς θα προσεύχεσαι να ελεήσει ό Θεός να μάς φώτιση και να μάς αποκάλυψη την κατάσταση της ψυχής της μητέρας σου. Θα παρακαλείς τον Θεό συνεχώς με δάκρυα, τα όποια κάθε μέρα θα πρέπει να γίνονται και πιο πολλά. Θα κάνω κι εγώ ακριβώς το ίδιο μέσα στη σπηλιά.

Και πράγματι, λοιπόν, έγινε αυτό, όπως ακριβώς το είπε ό άγιος εκείνος Γέροντας και φημισμένος ασκητής.

Όταν έφθασε λοιπόν ή νύχτα της έβδομης ημέρας, αρπάχθηκε ό νους του μοναχού στον ουρανό και με έκσταση ψυχής είδε τα φοβερά της Βασιλείας του Θεού. Και ότι ό Θεός έναιι παρών και στην κόλαση και στον παράδεισο. Στον παράδεισο χαίρονται και στην κόλαση πονούν.

Είδε λοιπόν, ας πούμε, στην αριστερή του πλευρά, μία φοβερή λίμνη, έναν βόρβορο γεμάτο ακαθαρσίες, λάσπη και ανυπόφορη δυσωδία. Ένα φοβερό μείγμα, πού έβραζε και κόχλαζε. Μέσα σ αύτη τη φοβερή λίμνη την καιόμενη του πυρός, όπως μας αναφέρει ή Αποκάλυψις, το τελευταίο βιβλίο της Καινής Διαθήκης, είδε να ανεβοκατεβαίνουν οι ψυχές. Πότε να βυθίζονται μέσα σ αυτήν και πότε να ανεβαίνουν ψηλά, να ανέρχονται λίγο σαν να παίρνουν μια αναπνοή και ξανά πάλι μέσα και ξανά πάλι έξω, χωρίς τελειωμό. Είχε την αίσθηση, όπως ακριβώς βράζει κανείς τα φασόλια ή τα ρεβίθια και με τον βρασμό ανεβοκατεβαίνουν αυτά, κατά τον ίδιο τρόπο έβλεπε και τις δυστυχισμένες αυτές υπάρξεις να ανεβοκατεβαίνουν.
Κάποια στιγμή λοιπόν, ανεγνώρισε και τη μητέρα του, της οποίας είδε το κεφάλι. Ανεγνώρισε κι αυτή τον γυιό της πού εύρίσκετο στην άκρη της λίμνης και φώναξε:

-Παιδί μου, ΕΛΕΟΣ!!! ΒΟΗΘΕΙΑ!!!

Και ξαναβυθίοτηκε πάλι μέσα. Και ξαναβγήκε πάλι, ξαναφάνηκε, μέχρι τη μέση τώρα. Και ξαναφωνάζη πάλι “έλεος! έλεος! βοήθεια! βοήθεια!”

-Παιδί μου, βοήθησε με, βοήθησε με!!! Καίγομαι, πνίγομαι, βασανίζομαι, υποφέρω!…

Και ξανά πάλι βυθίστηκε. Και ξαναβγήκε για τρίτη φορά.

-Και τόσος ήταν ό πόνος μου, λέει ό μοναχός, τόση ήταν ή οδύνη μου και τόση ή λαχτάρα μου, πού την ώρα πού ξαναβυθιζόταν, βούτηξα το χέρι μου μέσα, την άρπαξα από τα μαλλιά και με πολλή βία την τράβηξα έξω.
Και δίπλα μου βλέπω μία ωραιότατη χρυσή κολυμβήθρα. Από κάποιο σημείο της, από ένα βράχο…πού δεν ήταν και βράχος, δεν ξέρω τί ακριβώς ήταν! έτρεχε γάργαρο νερό και γέμιζε αυτήν την κολυμβήθρα, χωρίς να γεμίζει και χωρίς να αδειάζει ποτέ. Και πήρα τη μητέρα μου και την έβαλα μέσα σ’ αυτήν την κολυμβήθρα και πλύθηκε και καθαρίστηκε και έγινε κατάλευκη σαν το χιόνι. Την έβγαλα κατόπιν από την κολυμβήθρα κι εκεί κάποιοι Νέοι, στα ολόλευκα ντυμένοι, έδωσαν λευκά ρούχα, τυλίχτηκε μ’ αυτά και εντάχθηκε μέσα στον χορό των Αγίων.
Κι εκείνη, ανάμεσα στους φωτεινότατους εκείνους Νέους, τούς ολόλαμπρους πού χαίρονταν μέσα στη χαρά της Βασιλείας του Θεού, με ευχαριστούσε συνεχώς και αδιαλείπτως, μέχρι πού ξαναήλθα στον εαυτό μου. Και βρέθηκα το πρωί πού τελείωνε ή έβδομη ημέρα, να είμαι έξω εκεί, μέσα στον κύκλο, παρακαλώντας θερμά για την κατάσταση της ψυχής της μητέρας μου και βεβαίως ύστερα να ευγνωμονώ τον Θεό συνεχώς.

Όταν ό άγιος εκείνος ασκητής με ρώτησε:

-Τί είδες, παιδί μου, αυτό το βράδυ; διηγήθηκα όλα αυτά. Και βεβαίως αναλύθηκα σε λυγμούς και σε ευχαριστίες προς τον Θεό και Σωτήρα μας, για την άπειρη ευσπλαχνία
Του πού έβγαλε την ψυχή της μάνας μου από τον Αδη. Το χέρι μου όμως πού βούτηξε μέσα σ’ αυτή την φοβερή κατακαιομένη λίμνη του πυρός, την βρωμερά και δυσώδη και μάλιστα μέχρι τον αγκώνα, ήταν όχι μόνο καμένο -διότι έκαίετο εκείνη ή λίμνη- αλλά και βρωμούσε απαίσια.

–Πάτερ μου, λέω, στον άγιο εκείνο Γέροντα και ασκητή σε παρακαλώ πάρα πολύ, κάνε κάτι και θεράπευσε το χέρι μου.

Κι εκείνος μου είπε:

–Όχι! Μέχρι πού να πεθάνεις, θα το δείχνεις! Είναι ή απόδειξης, για το πόση δύναμη έχει ή Θεία Λειτουργία, τα μνημόσυνα, τα τρισάγια, οι προσευχές με το κομποσκοίνι και οι ελεημοσύνες για έναν κεκοιμημένο. Και σχίζει το ράσο του ό μεγάλος εκείνος ασκητής και Γέροντας και μου λέει:

-Τύλιξε το. Ό τόπος τώρα θα ευωδιάζει. Και για εκείνους πού θα αμφιβάλλουν, θα το ξετυλίγεις για να αποδεικνύεις την αλήθεια της ιστορίας της ψυχής της μητέρας σου.

-Σεβασμιότατε, το τραβήξατε λίγο. Για δείτε το τώρα ολόκληρο! Και ξετύλιξε ολόκληρο το χέρι του. Κι ό δεσπότης δεν άντεξε την “βρώμα” κι έφυγε από το δωμάτιο. Τόσο φοβερή ήταν ή δυσοσμία. Το ράσο όμως εκείνου του κεχαριτωμένου Γέροντος ήταν ράσο αγιασμένο, γι’ αυτό είχε και τόση ευωδία.
Από το βιβλίο: “ΓΝΩΣΙΣ ΚΑΙ ΒΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ.”,-π. ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ.

Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012

Μοναχός Δομέτιος ο κουφός († 1905) – Το Οσιακό τέλος του



[el]image1
Άγνωστες μορφές του Μοναχισμού
Μοναχός Δομέτιος ο κουφός Μοναστήρι Νεάμτς († 1905)
Έτσι ήτο γνωστός στο μοναστήρι του αυτός ο μοναχός. Είναι αλήθεια ότι δεν άκουε, αλλά ζούσε μέσα στην καρδιά του την αγάπη και την χαρά του Χριστού. Είχε έλθει στο μοναστήρι από μικρός, από το 1850. Τότε δεν είχε καταστραφή η ακοή του.
Το μοναδικό του διακόνημα επί 60 περίπου χρόνια ήτο η φροντίδα του για τα ζώα της Μονής. Καθημερινά μετέφερε τα περισσεύματα των τροφών και τα έδινε στα ζώα του, τα οποία υπεραγαπούσε. Έλεγε αδιάκοπα την προσευχή με τελεία σιωπή και πνευματική ευφροσύνη. Στο κελλί του δεν είχε τίποτε άλλο παρά ένα ράσο, ένα Ωρολόγιο της Εκκλησίας, μία εικόνα της Θεοτόκου και το βιβλίο των Ψαλμών. Δεν είχε κρεβάτι, ούτε στρωσίδια, ούτε τραπέζι, ούτε σκαμνί, ούτε παξιμάδι, ούτε λουκέτο για την πόρτα.
Στα γεράματά του έχασε την ακοή του και οι πατέρες τον ωνόμαζαν «Δομέτιος ο κουφός». Είχε θαυμαστό τέλος. Ας ακούσωμε τον αείμνηστο ηγούμενο της Συχαστρίας π. Ιωαννίκιο Μορόι να μας διηγηθή κάτι σχετικά με το τέλος του, εφ’ όσον παλαιά αυτός ήτο αδελφός της μονής Νεάμτς:
- Πατέρες, ενίοτε πηγαίνω με την σκέωι μου στην μονή Νεάμτς, όπου προ ολίγων ετών έζησε εκεί ένας αξιομνημόνευτος μοναχός, ο Δομέτιος ο κουφός. Τον εβλέπαμε συχνά με τα ξυλοπέδιλα κρεμασμένα στην πλάτη του για να μη τα φθείρη γρήγορα. Επήγαινε τροφή στα μοσχαράκια. Ήτο πάντοτε ειρηνικός και χαρούμενος. Αλλά οι Πατέρες της Μονής δεν τον εκτιμούσαν, αφού αυτός ζούσε πάντοτε με τα ζώα του και συχνά εκοιμόταν κοντά τους! Πολλοί από τους μοναχούς δεν τον εγνώριζαν καθόλου, ούτε ήξεραν το όνομά του, αφού τότε αριθμούντο περί τους 400.
Κάποια ημέρα του φθινοπώρου του 1905, όταν επήγαινα στην εκκλησία, διότι ήμουν τυπικάρης, άκουσα τον ιερομ. π. Γεννάδιο, τον εκκλησιαστικό μας, να λέγη:
-Πατέρες, ο Δομέτιος ο κουφός από τον σταύλο απέθανε. Τον ευρήκαν το πρωί κάτω στο δάπεδο του κελλιού του πεθαμένο. Δεν είχε τίποτε κοντά του, παρά μόνο ένα παλαιό Ωρολόγιο, ένα Ψαλτήριο και μία εικόνα της Παναγίας.
Κατόπιν ο εκκλησιαστικός, κατά την μοναχική μας τάξι, εφόρεσε τον μανδύα του, επήγε και ενέδυσε το νεκρό σώμα του και το μετέφερε στον εξωνάρθηκα της κεντρικής εκκλησίας για τρεις ημέρες και μετά να γίνη η ακολουθία της κηδείας του.
Ο π. Γεννάδιος ερώτησε ποιος θ’ αρχίση να διαβάζη το Ψαλτήριο δίπλα στο σκήνωμά του, αλλά κανείς δεν προθυμοποιείτο. Έλεγαν: «Τι ευλογία θα πάρουμε από ένα τέτοιο μοναχό που κάθε ημέρα ήταν παρέα με τα ζώα και τις ακαθαρσίες τους;». Τότε ερώτησε εμένα και δέχθηκα να διαβάσω. Εφόρεσα τον μανδύα μου, το κουκούλι μου, επήρα το βιβλίο και άρχισα να διαβάζω με δυνατή φωνή δίπλα στο φέρετρό του. Ήμουν μόνος μου και παντού υπήρχε πλήρης ησυχία. Όλοι εκοιμούντο. Όταν εδιάβαζα, ώρα 10 την νύκτα, είδα ένα συγκλονιστικό φαινόμενο. Ο π. Δομέτιος εσήκωσε ψηλά έξω από το φέρετρο το δεξιό του πόδι. Εγώ εξεπλάγην. Σκέφθηκα. Τι να σημαίνη άραγε αυτό; Είπα μέσα μου ότι ο Δομέτιος απέθανε, αλλά όχι και τα καλά του έργα. Πάλι σκέφθηκα ότι βγήκε το πόδι του έξω, διότι μέσα ήτο πολύ πιεσμένο. Ήμουν κατάπληκτος και από την ακτινοβόλο μορφή του προσώπου του. Ο π. Δομέτιος απέθανε, αλλά εγώ τον έβλεπα να κοιμάται. Έκαμα το σημείο του σταυρού, εσκέπασα το πρόσωπο του νεκρού με το ράσο του και κατέβασα και πάλι το πόδι του μέσα στο φέρετρο. Συνέχισα πάλι να διαβάζω το Ψαλτήρι. Μετά από λίγη ώρα ο Γερο-Δομέτιος, ο «βουρδουνάρης» της μονής Νεάμτς, εσήκωσε και έβγαλε έξω το αριστερό του πόδι. Τότε πραγματικά έφριξα μ’ αυτό το τερατούργημα.
Πράγματι, ο π. Δομέτιος είναι ζωντανός, είπα μέσα μου. Πλησίασα στο στόμα του να διαπιστώσω εάν αναπνέη. Τίποτε. Έπιασα τον σφυγμό του. Ο Γέροντας δεν ανέπνεε και το σώμα του ήτο κρύο!
Καθώς τον εκοίταζα έκπληκτος, αμέσως βλέπω να ανοίγη το στόμα του και μέσα απ’ αυτό να εξέρχεται μία ωραία ευωδία, την οποία ουδέποτε είχα αισθανθή στην ζωή μου. Αμέσως η ευωδία αυτή σκορπίσθηκε μέσα σ’ όλη την εκκλησία. Εγέμισε και η μεγάλη αυλή της Μονής. Τότε είπα με δάκρυα χαράς: «Ο π. Δομέτιος είναι ένας μοναχός άγιος».
Στις 11 το βράδυ, όταν κτύπησε η καμπάνα για τον Όρθρο των Πατέρων στην εκκλησία, όλοι ερωτούσαν: «Από πού έρχεται αυτή η ευωδία;». Όταν τους είπα τι συμβαίνει, τότε μαζεύθηκαν όλοι γύρω από το φέρετρό του. Λογομαχούσαν ποιος θα διαβάση τώρα το Ψαλτήρι για να πάρη ευλογία. Με δάκρυα προσηύχοντο όλοι τώρα μπροστά του και έλεγαν: «Όσιε πάτερ Δομέτιε, πρέσβευε υπέρ ημών των αμαρτωλών». Περίπου 300 μοναχοί είχαν κατακλύσει τον χώρο και όλη την εκκλησία τριγύρω και με δάκρυα παρακαλούσαν τον Γερο-Δομέτιο τον κουφό να προσεύχεται για την σωτηρία τους. Κανείς τώρα δεν τολμούσε να σκεφθή ότι ο Γερο-Δομέτιος ήταν ελεεινός και ακάθαρτος, διότι περνούσε την ζωή του μαζί με τα βόδια και τα γουρούνια της Μονής τους.
Και παρέμεινε η ευωδία του αγίου λειψάνου του επί τρεις ημέρες και νύκτες, όσες έμεινε το σκήνωμά του εκεί. Μετά την τρίτη ημέρα έδωσε εντολή ο ηγούμενος της Μονής, ο επίσκοπος Νάρκισσος, να ενδυθούν όλοι οι ιερείς και διάκονοι της αδελφότητος, περί τους 80, για την κηδεία του Οσίου. Ανάμεσα τους εστάθη και ο ίδιος. Όταν μεταφέραμε το λείψανο του προς τον τάφο, η ευωδία ξεχύθηκε και στην ατμόσφαιρα παντού. Τότε ο επίσκοπος Γέροντάς μας, συγκινημένος από την μοναδική αυτή μυσταγωγία που όλοι μας εζούσαμε, είπε τα εξής αξέχαστα λόγια για τον ταπεινό αγωνιστή της αρετής, τον όσιο Δομέτιο:
-Βλέπετε, οσιώτατοι Πατέρες, ποιον εδόξασε ο Παντοδύναμος Θεός μας; Όχι τους πλουσίους, όχι τους μορφωμένους. Όχι τους ενδόξους της γης. Εδόξασε αυτόν τον ταπεινό, τον πτωχό, τον υποτακτικό μέχρι θανάτου. Αυτόν που προσευχόταν ακατάπαυστα, που υπέμενε τα πάντα, που δεν ζητούσε μισθό και τιμές από τους ανθρώπους, αλλά μόνο από τον Χριστό. Ιδού το θαύμα το οποίο σήμερα έχουμε όλοι μπροστά στα μάτια μας! Ιδού τι πνευματική ευωδία εξήλθε από το στόμα του πατρός μας οσίου Δομετίου! Βλέπετε τώρα ποιος εισήλθε πρώτος στον παράδεισο. Ο π. Δομέτιος που υπηρέτησε σε όλη του την ζωή τα ζώα της Μονής μας, βλέπετε τώρα ότι είναι με τούς Αγίους στον παράδεισο. Ο πτωχός Δομέτιος τώρα είναι πλούσιος. Αυτοί που μέχρι προ ολίγου τον περιφρονούσαν και τον κακολογούσαν, τώρα αυτοί τον τιμούν και του ασπάζονται το χέρι. Ενώ ο Όσιος αυτός προσεύχεται στον Θεό για όλους εμάς. Αυτό το ασκητικό του σώμα ανέπνεε σε όλη την ζωή του την μπόχα από τούς σταύλους των ζώων και τώρα είναι μέσα στα ευώδη περιβόλια του Παραδείσου με τούς Αγγέλους του Θεού. Τα πόδια του, που αγωνίσθηκαν να βαδίσουν την οδό της υπακοής, τώρα παραμένουν, και μετά θάνατο, ζωντανά, διότι δοξάσθηκαν από τον Θεό, ο Οποίος δοξάζει τους υπάκουους μοναχούς…
Μετά από πολλά χρόνια, ο τάφος του οσίου Δομετίου ξεχάσθηκε. Τα λείψανά του ίσως να ευρίσκωνται στο οστεοφυλάκιο της Μονής. Όμως αυτός δεν ξεχνά ποτέ να προσεύχεται αδιακόπως στον Θεόν για την Μονή μας και για όλο τον κόσμο.
Οσιακές Μορφές του Ρουμάνικου Μοναχισμού Εκδόσεις “Ορθόδοξος Κυψέλη”

Όσοι παραμελούν τις αρετές, αυτοί χρησιμοποιούν μάταια την ψυχή τους



Δεν θα παραλείψω στη διήγηση αυτούς που έχουν ζήσει μέσα στην περιφρόνηση για να επαινέσω έτσι τα κατορθώματά τους και για να ασφαλίσω τους αναγνώστες. Υπήρξε στην Αλεξάνδρεια κάποια μοναχή ταπεινή στην εμφάνιση, σοβαρή στην προαίρεση, πάρα πολύ πλούσια σε υλικά αγαθά, χωρίς να δώσει ποτέ δωρεάν ούτε έναν οβολό σε ξένο, σε μοναχή, στην εκκλησία, σε φτωχό. Αυτή παρ’ όλες τις πολλές, νουθεσίες των πατέρων δεν απάλλασσε τον εαυτό της από την περιουσία της. Είχε και συγγενείς απ’ τους οποίους υιοθετεί τη θυγατέρα της αδελφής της, στην οποία μέρα-νύχτα υποσχόταν την περιουσία της, επειδή είχε χάσει τον πόθο της για τον ουρανό. Γιατί κι αυτό είναι ένας τρόπος για να μας εξαπατά ο διάβολος, δηλαδή με το πρόσχημα της αγάπης για τους συγγενείς, μας προετοιμάζει να υποφέρουμε για την πλεονεξία μας. Είναι απ’ όλους παραδεκτό ότι αυτός δεν ενδιαφέρεται για τους συγγενείς, αφού μας προτρέπει σε αδελφοκτονίες, μητροκτονίες και πατροκτονίες. Αλλά κι αν ακόμη φανεί ότι ενδιαφέρεται για τους συγγενείς, δεν το κάνει αυτό από πραγματικό ενδιαφέρον γι’ αυτούς, αλλά για να εξασκήσει την ψυχή τους στο κακό, επειδή γνωρίζει την απόφαση του Θεού που λέει ότι· «Οι άδικοι δεν θα κληρονομήσουν την βασιλεία του Θεού». Μπορεί βέβαια κανείς, όταν παρακινείται από θεϊκή φρόνηση, ούτε την ψυχή του να καταφρονήσει, αλλά και τους συγγενείς του να βοηθήσει, αν βέβαια έχουν ανάγκη. Όταν όμως κάποιος υποτάξει τελείως την ψυχή του στη φροντίδα των συγγενών, παραβιάζει τον νόμο του Θεού, αφού δεν υπολογίζει καθόλου την ψυχή του. Ψάλλει ο ιερός ψαλμωδός γι’ αυτούς που φροντίζουν την ψυχή τους με φόβο Θεού, λέγοντας· «Ποιός θα ανεβεί στο όρος του Κυρίου;» αντί για το πιο σπάνιο· «Ή ποιός θα σταθεί στον άγιο τόπο του Θεού; Αυτός που έχει καθαρά χέρια και ο καθαρός στην καρδιά, αυτός δηλαδή που δεν χρησιμοποίησε μάταια την ψυχή του». Γιατί όσοι παραμελούν τις αρετές, αυτοί χρησιμοποιούν μάταια την ψυχή τους, επειδή νομίζουν ότι διαλύεται μαζί με τη σάρκα τους.
Αυτήν τη μοναχή θέλησε να την ανακουφίσει από την πλεονεξία, όπως λέμε, με εγχείρηση ο αγιότατος Μακάριος, ο πρεσβύτερος, που ήταν προϊστάμενος στο πτωχοκομείο των αναπήρων, και σοφίστηκε το εξής τέχνασμα. Ήταν στα νιάτα του τεχνίτης πολύτιμων λίθων, αυτόν που ονομάζουμε Καβιδάριο. Πηγαίνει και της λέει· «Πολύτιμες πέτρες, αληθινά σμαράγδια και υάκινθοι έπεσαν στα χέρια μου, δεν ξέρω αν τις βρήκαν ή αν τις έκλεψαν. Δεν υπάρχει τιμή γι’ αυτές, γιατί είναι ανεκτίμητης αξίας. Αυτός που τις έχει τις πουλάει πεντακόσια νομίσματα. Αν νομίζεις ότι σου συμφέρει να τις πάρεις· από την πώληση μιας πέτρας μπορείς να πάρεις τα πεντακόσια νομίσματα, τις υπόλοιπες μπορείς να τις χρησιμοποιήσεις για τον στολισμό της ανεψιάς σου». Κρεμασμένη απ’ τα χείλη του η μοναχή δελεάζεται και πέφτει στα πόδια του. «Πέφτω στα πόδια σου», του λέει, «ας μη τις πάρει κανείς άλλος». Την προτρέπει λοιπόν αυτός λέγοντας· «Έλα στο σπίτι μου να τις δεις». Αυτή δεν άντεχε να περιμένει, αλλά του προσφέρει τα πεντακόσια νομίσματα λέγοντας· «Πάρε τις πέτρες όπως θέλεις, γιατί εγώ δεν θέλω να δω αυτόν που τις πουλάει». Αυτός αφού πήρε τα πεντακόσια νομίσματα, τα πρόσφερε για τις ανάγκες του πτωχοκομείου.
Όταν πέρασε ένας χρόνος, επειδή σύμφωνα με τη γνώμη όλων ο γέροντας είχε μεγάλη υπόληψη στην Αλεξάνδρεια, σαν φιλόθεος και ελεήμονας που ήταν, – έδρασε μάλιστα μέχρι εκατό ετών και τον πρόλαβα κι εγώ – ντρεπόταν να του θυμίσει την αγορά. Τέλος όταν τον βρήκε στην εκκλησία του λέει·  «Σε παρακαλώ, τί έχεις να μου πεις για τις πολύτιμες εκείνες πέτρες για τις οποίες δώσαμε τα πεντακόσια νομίσματα;». Αυτός απάντησε· «Από τότε που μου έδωσες τα χρήματα, τα έδωσα για να αγοράσω τις πολύτιμες πέτρες. Αν θέλεις έλα στο σπίτι μου να τις δεις, γιατί εκεί βρίσκονται, έλα και εξέτασέ τες εάν σου αρέσουν, διαφορετικά πάρε πίσω τα χρήματά σου». Αυτή έσπευσε με μεγάλη ευχαρίστηση. Στέγαζε στο Πτωχοκομείο στον πάνω όροφο τις γυναίκες και στο ισόγειο τους άνδρες. Αφού την πήρε την οδήγησε στην είσοδο και της λέει· «Τί θέλεις πρώτα να δεις; Τους υάκινθους ή τα σμαράγδια;». Αυτή του λέει· «Ό,τι νομίζεις εσύ». Την ανεβάζει στον πάνω όροφο και της δείχνει ανάπηρες γυναίκες με κατεστραμμένα πρόσωπα και της λέει· «Να οι υάκινθοι». Την κατεβάζει πάλι κάτω και της λέει δείχνοντας τους άνδρες· «Να τα σμαράγδια, αν σου αρέσουν, διαφορετικά πάρε τα χρήματά σου». Έτσι συγχυσμένη εκείνη βγήκε έξω και έφυγε και από τη μεγάλη λύπη της, επειδή δεν έκανε την ελεημοσύνη σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, αρρώστησε. Αργότερα ευχαρίστησε τον πρεσβύτερο, όταν η κόρη που κηδεμόνευε πέθανε μετά από έναν άτεκνο γάμο.
Συναντήσαμε τον αββά Ιωάννη τον αναχωρητή, που λέγεται και Πυρρός, και μας διηγήθηκε τα εξής· «Άκουσα να λέει ο άββάς Ιωάννης ο Μωαβίτης ότι· Υπήρχε στην αγία πόλη κάποια μοναχή πολύ ευλαβής και με προκοπή βάδιζε τον δρόμο του Θεού. Επειδή τη φθόνησε ο διάβολος, εμπνέει σε κάποιον νεαρό έναν σατανικό έρωτα γι’ αυτήν. Η θαυμάσια εκείνη μοναχή, όταν αντιλήφθηκε την επιβουλή του δαίμονα και την απώλεια του νεαρού, αφού πήρε σ’ ένα καλαθάκι μερικά βρεγμένα όσπρια καταφεύγει στην έρημο. Έτσι προσφέρει στον νεαρό με την αναχώρησή της τη σωτηρία του με την απουσία ενοχλήσεων, και στον εαυτό της την ασφάλεια που παρέχει η έρημος.
Ύστερα από πολύ καιρό λοιπόν, σύμφωνα με την οικονομία του Θεού, για να μη μείνει άγνωστη η ενάρετη διαγωγή της, την βλέπει ένας αναχωρητής στην έρημο του αγίου Ιορδάνη και της λέει· «Αμμά, τί κάνεις σ’ αυτή την έρημο;». Αυτή, επειδή ήθελε να ξεφύγει από τον αναχωρητή, του λέει· «Συγχώρεσέ με, έχασα τον δρόμο, αλλά δείξε αγάπη, πάτερ, για το όνομα του Κυρίου, και οδήγησέ με». Αυτός με τη φώτιση του Θεού πληροφορήθηκε την ιστορία της και της λέει· «Πίστεψέ με, αμμά, ούτε τον δρόμο έχασες, ούτε τον ψάχνεις. Αλλά αφού γνωρίζεις ότι το ψέμμα προέρχεται από τον διάβολο, πες αληθινά την αιτία εξαιτίας της οποίας ήλθες εδώ». Τότε του λέει η μοναχή· «Συγχώρεσε με, αββά, επειδή κάποιος νεαρός σκανδαλίστηκε εξαιτίας μου, γι’ αυτό ήλθα σ’ αυτή την έρημο, επειδή έκρινα πως είναι καλύτερα να πεθάνω εδώ, παρά να γίνω εμπόδιο σε κάποιον σύμφωνα με τα λόγια του Αποστόλου». Της λέει πάλι ο γέροντας· «Πόσον καιρό είσαι εδώ;». Του απαντά· «Έχω με τη χάρη του Χριστού δεκαεπτά χρόνια». Πάλι της λέει ο αναχωρητής· «Από πού βρίσκεις τροφή;». Αυτή, αφού παρουσίασε το καλαθάκι της και τα βρεγμένα όσπρια που είχε αυτό μέσα, λέει στον αναχωρητή· «Αυτό το καλαθάκι που βλέπεις, μαζί μου βγήκε από την πόλη έχοντας μέσα του κι αυτά τα λίγα βρεγμένα όσπρια και έτσι οικονόμησε ο Θεός τα πράγματα για μένα την ταπεινή, ώστε τόσον καιρό από αυτά τρώω και δεν λιγόστεψαν. Κι αυτό να ξέρεις πάτερ μου, ότι η αγαθότητα του Θεού έτσι με προφύλαξε, ώστε τα δεκαεπτά αυτά χρόνια δεν με είδε άνθρωπος παρά μόνον εσύ σήμερα. Εγώ όμως όλους τους έβλεπα». Κι αυτά αφού έμαθε ο αναχωρητής δόξασε τον Θεό.

(Δημ. Γ. Τσάμη, «Μητερικόν», εκδ. Αδελφ. Η Αγία Μακρίνα, Θεσ/νίκη, σ. 109-115)
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...